Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη (Ολύνθιο) ποταμό να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 17 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

31/3/09

Άσπρου πουλάκι (Ιερισσός)

Άσπρου πουλάκι1

Ν’ ασπρού πουλά, (δις)
ν’ ασπρού πουλάκι, ρούσα μ’, κάθιτι,
ν’ ασπρού πουλάκι κάθιτι
σι πράσινου κλαράκι.
Κι τα φτιρού, (δις)
κι τα φτιρούδια του, ρούσα μ’, τσιμπά,
κι τα φτιρούδια του τσιμπά
κι την αγάπη λέγει,
- Ν’ αγάπη μου, (δις)
ν’ αγάπη μου, ρούσα μ’ καλουκιρ’νή,
ν’ αγάπη μου καλουκιρ’νή
να σ’ είχα του χειμώνα.
Του καλουκαί, (δις)
του καλουκαίρι, ρούσα μ’ για δρουσιά,
του καλουκαίρι για δρουσιά
κι του χειμών’ για ζέστα.
Κι του μισού, (δις)
κι του μισουκαλόκιρου,
κι του μισουκαλόκιρου
για δρουσιρό αέρα.
Κασσαντρινού, (δις)
Κασσαντρινούδις, ρούσα μ’, όμουρφις,
Κασσαντρινούδις όμουρφις
Πουλυγυρ’νες κουπέλις,
κι αυτές οι Ιε, (δις)
κι αυτές οι Ιερισσιώτισις,
κι αυτές οι Ιερισσιώτισις
είνι καψουκαρδούσις.
Δίνουν παρά, (δις)
δίνουν παράδις, ρούσα μ’, κι φλουριά,
δίνουν παράδις κι φλουριά
στου δόλιου του φκιασίδι.
1. Καλοκαιρινό τραγούδι της Ιερισσού.

Η Μανιώ (Γαλάτιστα)

Η Μανιώ1
Νιψές μας κλέψαν τη Μανιώ (δις)
τρεις Τούρκοι Αρβανιτάδις,
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
τρεις Τούρκοι Αρβανιτάδις
αμάν, αμάν για το Θεό.
Την πήραν και την πήγανε (δις)
σι Τούρκουμαχαλάδις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
σι Τούρκουμαχαλάδις
αμάν, δε βγαίνεις να σε δω.
Μανιώ μου το φεσάκι2 σου (δις)
μην το πολυστραβώνεις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
μην το πολυστραβώνεις
αμάν, αμάν για το Θεό.
Τα καρυοφύλλια άναψαν (δις)
κι ως το πρωί γλιτώνεις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
κι ως το πρωί γλιτώνεις
αμάν, δε βγαίνεις να σε δγιω.
1. Δρομικός χορός που χορεύεται την ημέρα των Θεοφανίων κατά τη διάρκεια του "Εθίμου της καμήλας". Σύμφωνα με την ιστορία, όταν Τούρκοι στρατιώτες έκλεψαν μία κοπέλα με το όνομα Μανιώ, από το χωριό, οι Γαλατσάνοι για να πάρουν πίσω το κορίτσι, επινόησαν την καμήλα. Κρύφτηκαν κάτω από ένα ομοίωμα καμήλας, ξεγέλασαν τους Τούρκους και πήραν πίσω την Μανιώ. Την επόμενη μέρα έγινε ο γάμος της Μανιώς και του άντρα που την αγαπούσε και επινόησε την καμήλα, και έτσι του Αη-Γιαννιού γίνεται αναπαράσταση του γάμου τους.
2. Κατ’ άλλους "Μανιώ μου το φακιόλι σου".

Η Κοντούσινα

Η Κοντούσινα1
Το μάθατι τι γίνηκε
τούτου του καλουκαίρι;
Μας πήραν την Κοντούσινα
και πάν’ να την τουρκέψουν.
Τη βάν’ μπροστά, δεν περπατεί,
πίσω και δεν πααίνει,
με τα βουνά όλου λόγιαζε,
με τα βουνά λουγιάζει.
- Πού ‘σαι Κοντούση μ’ να με διείς
πώς πάν’ να με τουρκέψουν;
Του λόγου δεν τουν έσωσι,
τη σεντυχιά δεν πήρε
και να ο Κοντούσης κι έφτασι
και να ο Κοντούσης κι ήρθε,
στα δόντια κράτιει του σπαθί,
στα χέρια του ντουφέκι.
Πικρό γιουρούσι έκαμι
μέσα στους Αρβανίτες
και πήρε την Κοντούσινα
και πήρι την καλή του.
1. Ανέκδοτο τραγούδι που συναντάται σε χειρόγραφο του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1891. Το χειρόγραφο περιέχει δημώδη άσματα “Των περί τον Πολύγυρον ιδία χωρίων”. Το τραγούδι διασώζεται στα "Χρονικά της Χαλκιδικής", Τεύχος 3 - 1962, περιοδική έκδοση της Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής.

Τραγούδια Χαλκιδικής

Από σήμερα και στο εξής, σε τακτά χρονικά διαστήματα θα δημοσιοποιούνται οι στίχοι δημοτικών τραγουδιών από τη Χαλκιδική. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος, κι έτσι τα τραγούδια αυτά θα μας συντροφεύουν για αρκετές εβδομάδες.

27/3/09

Λεξικό... Αγίου Προδρόμου

Ναι κυρίες και κύριοι, το αγιοπροδρομίτ'κο λεξικό είναι γεγονός! Οι περισσότερες λέξεις του βέβαια είναι κοινές σε όλη σχεδόν την Χαλκιδική, αλλά εδώ έγινε μία προσπάθεια να καταγραφούν αυτές που χρησιμοποιούνται στον Άγιο Πρόδρομο. Ο κατάλογος σίγουρα είναι ελλειπής, αλλά εύχομαι αργότερα να πλαισιωθεί και με νέες λέξεις που θα προστεθούν από εσάς τους αναγνώστες. Καλή ανάγνωση!!!
Βραχυγραφίες
ουσ. = ουσιαστικό
επίθ. = επίθετο
ρ. = ρήμα
αντων. = αντωνυμία
μτχ. = μετοχή
σύνδ. = σύνδεσμος
επίρ. = επίρρημα
επίρ. ποσ. = ποσοτικό επίρρημα
επίρ. τοπ. = τοπικό επίρρημα
επίρ. τροπ. = τροπικό επίρρημα
αντων. = αντωνυμία
αντων. δεικτ. = δεικτική αντωνυμία
αντων. αόρ. = αόριστη αντωνυμία
μτφ. = μεταφορικά
π.χ. = παραδείγματος χάριν
ξ.λ. = ξένη λέξη
αρβ. = αρβανίτικη
βλάχ. = βλάχικη
σλάβ. = σλάβικη
βουλγ. = βουλγαρική
τούρ. = τούρκικη
αράβ. = αράβικη
λατ. = λατινική
ιταλ. = ιταλική
Α

άβνταλος (ο) (επίθ.) = επιπόλαιος, τσαπατσούλης.
αγιάζ’ (το) (ουσ.) = η υγρασία.
αγκλέφαρους (ο) (ουσ.) = το μέτωπο. Προέρχεται πιθανότατα από τη λέξη βλέφαρο.
αγκουρτσιά (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = άγρια απιδιά, του γένους pyrus saliciformia.
αδερφουμοίρ’ (το) (ουσ.) = το μερίδιο κάθε αδερφού από την πατρική περιουσία, π.χ. «Αυτά τα χουραφούδια είνι όλα αδερφουμοίρια».
αδοκάνα (η) (ουσ.) = χοντρές κυρτές σανίδες, ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες κατά διαστήματα είχαν επάνω τους σφηνωμένες μακριές και κοφτερές πέτρες. Οι αδοκάνες ζεύονταν σε ένα ζευγάρι βοδιών (ή αλόγων, όσοι διέθεταν την "πολυτέλεια") και περνώντας επάνω από τα στάχυα που ήταν απλωμένα στο αλώνι, έκοβαν τον καρπό.
αϊ-γιάνν'ς (ο) (ουσ.) = είδος αναρριχιτικού φυτού (Clematis flammula), με ασπροκίτρινα άνθη. Κατά το έθιμο των "Φωτχιών" την ημέρα του Αϊ-Γιαννιού, φτιάχνονταν στεφάνια από αυτό το φυτό και φοριούνταν στο κεφάλι.
ακ’λουθώ (ρ.) = ακολουθώ, π.χ. «Ακ’λούθα μι κι θα διεις».
ακουμάνταρτος (ο) (επίθ.) = που δεν μπορείς να τον διευθύνεις.
αλαφράδα (η) (ουσ.) = ανοησία, βλακεία, π.χ. «Μη λες αλαφράδες, γίνε γνωστ’κός καμιά φορά».
αλαφροπάμπορο (το) (επίθ.) = μτφ. ο μωρός, ο χαζός.
αλιπαρές (οι) (ουσ.) = είδος ψαριών για πάστωμα.
αλουγάς (ο) (ουσ.) = το άλογο.
ανάκαρα (τα) (ουσ.) = σωματική δύναμη, αντοχή, π.χ. «Δεν έχ’ ανάκαρα να
πάει στο χωράφ’»
.
ανάμ’ (το) (ουσ.) = η ανάμνηση, αξιοσημείωτο γεγονός μτφ. ευτράπελο γεγονός, π.χ. «Εψές στου παναΐρ μέθ’σε κι το ‘φκιασε τ’ ανάμ’».
ανετάζω (ρ.) = υπόσχομαι για κάτι πολλές φορές χωρίς να το πραγματοποιώ, π.χ. «Μο’ λόια! Όλο μ’ ανετάζ’ να μι παντρηυτεί, μα κατίπουτα!».
ανικατώνω (ρ.) = ανακατεύω, π.χ. «Τα (α)νικάτουσες τα χαρτιά;» μτφ. μπερδεύω.
αντέτ’ (το) (ουσ.) = το έθιμο, π.χ. «Θα φάου λίγου φασουλάδα μο’ για τ’ αντέτ’».
αντραγασιά (η) (ουσ.) = το μέρος που μένει ο αγροφύλακας για να φυλάει από εκεί τα αμπέλια.
αντραπαλεύ’μαι (ρ.) = πιάνομαι στα χέρια, παλεύω, π.χ. «Ήταν δυο κι αντραπαλεύ’νταν στα καφινεία. Έπεσι πουλύ δικανίκ’».
απολνώ (ρ.) = σχολάω, τελειώνω, π.χ. «Η εκκλησιά απόλκε».
απορρίχνω (ρ.) = αποβάλλω, κάνω έκτρωση, π.χ. «Η κατσίκα απόρρ’ξε».
απουκρέβω (ρ.) = κάνω αποχή από το κρέας κατά την διάρκεια της Αποκριάς.
απουλιάνα (η) (ουσ.) = μεγάλος ανοιχτός χώρος, συνήθως ισόπεδος.
αργάζω (ρ.) = σιτεύω, στεγνώνω. Χρησιμοποιείται συνήθως για τρόφιμα.
άριο (το) (ουσ. ξ.λ.) = είδος βελανιδιάς με ίσιο κορμό, η λεγόμενη επιστημονικά Quelcus Ilex.
ασογάδα (η) (ουσ.) = αχαριστία αισχρολογία.
άσογος (ο) (επίθ.) = ο άσεμνος, ο αισχρός.
ασπροβόλα [πέτρα] (η) (ουσ.) = άσπρη γυαλιστερή πέτρα που κατά το χτύπημα βγάζει σπίθες, η τσακμακόπετρα.
αστοχώ (ρ.) = ξεχνώ, μου διαφεύγει από το μυαλό, π.χ. «Αστό(χ)ησα να πάω επίσκεψ' στην κουμπάρα μ'».
αστρέχα (η) (ουσ.) = το γείσωμα της στέγης μτφ. το σύνορο μεταξύ δύο παρακείμενων σπιτιών.
ασυναίρ(ι)στος (ο) (επίθ.) = μη υπολογίσιμος, αδιάφορος.
άσωτα (επίρ. ποσ.) = ατελείωτα, π.χ. «Φάγαμι άσωτα πάλ’ σήμιρα. Δε μι χουράει του μπινιβρέκ’».
άσωτος (ο) (επίθ.) = που δεν σώνεται, δεν τελειώνει.
αυτού (αντων. δεικτ.) = εκεί.
άφανος (ο) (επίθ.) = ο εξαφανισμένος, ο χαμένος, π.χ. «Ούτι να σας δγιω δεν θέλω. Να γίνιτι άφαν’».
Β
βαζοκοπώ (ρ.) = ηχώ δυνατά.
βαΐζω (ρ.) = πλαγιάζω, γέρνω προς τη μια μεριά μτφ. κοιμάμαι, ξαπλώνω.
βασταγαριά (η) (ουσ.) = ανθεκτικό ξύλινο δίχαλο, που χρησιμοποιούνταν για την φόρτωση ξυλιάς σε σαμάρι.
βατσ’νιά (η) (ουσ.) = το φυτό βάτος ο αγκαθωτός θάμνος.
β’ζούν’ (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, το σπυράκι.
βούζα (η) (ουσ.) = η κοιλιά.
βουρλαίνομαι (ρ.) = τρελαίνομαι μτφ. ζαλίζομαι, π.χ. «Βουρλάθ’κα με τ’ς φωνές σ’».
βουρλαμάρα (η) (ουσ.) = η τρέλα, η χαζομάρα μτφ. η ζαλάδα.
βουρτώπα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = κοίλη και χλοερή τοποθεσία στο βουνό.
βρακουζών’ (το) (ουσ.) = το κορδόνι που έδεναν το βρακί.
βραντανίζω (ρ.) = φωνάζω μαλώνω διαμαρτύρομαι, μουρμουρίζω.
βραντάν’σμα (το) (ουσ.) = μουρμουρητό μάλωμα.
βύραγγας (ο) (ουσ.) = φυσική δεξαμενή νερού σε ποτάμι.
βυραγγιάζω (ρ.) = συγκρατώ νερό, λασπώνω, π.χ. «Κάθι φουρά που βρέχ’ του χουράφ’ βυραγγιάζ’».
Γ
γαδούρα (η) (ουσ.) = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο των κομμένων δέντρων σε καυσόξυλα.
γαλάρια (η) (επίθ.) = που βγάζει γάλα, που αρμέγεται. Αναφέρεται συνήθως στις κατσίκες.
γανιάδα (η) (ουσ.) = η γάνα, λευκό επίχρισμα στη γλώσσα από δυσπεψία μτφ. ταλαιπωρία.
γανιάζω (ρ.) = βγάζω γάνα στη γλώσσα ταλαιπωρούμαι.
γατσιάζω (ρ.) = βραχνιάζω.
γάτσιασμα (το) (ουσ.) = βραχνάδα.
γκαγκάνια (τα) (ουσ.) = τα γαϊδουράγκαθα, ψηλοί ακανθώδεις θάμνοι, με μοβ άνθη.
γκιόνης (ο) (ουσ. ξ.λ. αρβ. gjion) = το νυχτόβιο πουλί κορυδαλλός.
γκιούμ’ (το) (ουσ.) = χάλκινο σκεύος για την αποθήκευση γάλατος.
γκλάβα (η) (ουσ.) = το κεφάλι, π.χ. «Κόβει η γκλάβα τ’».
γκλαβανή (η) (ουσ.) = φωταγωγός, καταπαχτή στη στέγη.
γκούγκ’δας (ο) (ουσ.) = το βαρίδι του κανταριού.
γκουρτζέλι (το) (ουσ.) = το μικρό γουρούνι.
γουστέρα (η) (ουσ.) = η σαύρα.
γραπατσώνω (ρ.) = γρατζουνίζω, χαράζω π.χ. «Πού γραπάτσουσις τα χέρια σ’ κι είνι χάλια;».
γρέκ’ (το) (ουσ.) = μέρος όπου ξαποσταίνουν τα γίδια το καλοκαίρι.
γρέντζω (η) (ουσ.) = η γριά.
γρούμπα (η) (ουσ.) = η ιτιά.
γρουνοπάτσ’ (το) (ουσ.) = το κεφάλι από το γουρούνι μτφ. ο απερίσκεπτος.
γυαλίζομαι (ρ.) = καθρεπτίζομαι.
Δ
διρμόν’ (το) (ουσ.) = μεγάλο κόσκινο με φαρδιές τρύπες.
δραγάτ(η)ς (ο) (ουσ.) = ο αγροφύλακας.
δρασ’κλίζω ή δρασκελώνω (ρ.) = υπερπηδώ κάτι σκαρφαλώνω.
δρασπέτ’ (το) (επίθ.) = πολύ ξινό.
Ε
Ζ
ζαβλάκωμα (το) (ουσ.) = η ατονία η αποχαύνωση.
ζαβλακωμένος (ο) (μτχ.) = ο ζαλισμένος κοιμισμένος.
ζαβλακώνομαι (ρ.) = ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι.
ζαμάκωμα (το) (ουσ.) = το τρύπωμα.
ζαμακώνω (ρ.) = τρυπώνω, βάζω. Ίσως να προέρχεται από την αρχαία λέξη σάμαξ (είδος βούρλου), το οποίο το έχωναν κατά στιβάδες στα σάγματα.
ζαναέτ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζαρζαβάτια (τα) (ουσ.) = τα οπωροκηπευτικά.
ζαρώνω (ρ.) = κουλουριάζομαι ξαπλώνω ξεκουράζομαι.
ζ’λάπ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζ’λίγω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
ζ’μάκ’ (το) (ουσ.) = μέρος που βγάζει νερό, που νεροκρατάει.
ζ’νύχ’ (το) (ουσ.) = ο σβέρκος η πλάτη.
ζουρζουβίλ(η)ς (ο) (επιθ.) = ο άτακτος, ο σκανδαλιάρης ο υπερκινητικός.
ζουρίζω (ρ.) = εξαναγκάζω, βιάζω, π.χ. «Ζούρ’σε καταΐ να φας».
ζ(υ)γώνω (ρ.) = πλησιάζω, σιμώνω, π.χ. «Μη μι ζ(υ)γώνεις ντηπ».
Η
Θ
θ’κός - θ’κια - θ’κο (αντων.) = δικός
θ’κέλ’ (το) (ουσ.) = το δικέλι, τσάπα με δύο προεξοχές.
Ι
ικεία (αντων. δεικτ.) = εκεί.
Κ
καλαμωτή (η) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά καλάμια.
καλιάκα (η) (ουσ.) = το πουλί κάργια.
κάμαρη (η) (ουσ. λατ.) = μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο.
καμπάδ’κος (ο) (επίθ.) = σωματώδης, ογκώδης μεγάλος.
καπίστρ’ (το) (ουσ.) = το χαλινάρι.
καρκάντζελος (ο) (ουσ.) = ο καλικάντζαρος.
καρούτα (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = ράμπα την οποία χρησιμοποιούσαν παλαιότερα κατά την κατασκευή των σπιτιών για το πέταμα των μπάζων ανοιχτό ξύλινο βαρέλι για το πότισμα των ζώων.
καρπουζάνος (ο) (επίθ.) = ο απατεώνας.
καρτούδα (η) (ουσ.) = μικρό ποτήρι για νερό.
κάρτσακλα (τα) (ουσ.) = τα πράματα, τα υπάρχοντα.
κασκαρίκα (η) (ουσ.) = αστείο πάθημα.
καστέλλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. λατ. castellum = κάστρο), οχυρή θέση.
καταΐ (επίρ. τοπ.) = κατάχαμα, στο έδαφος.
καταμεσού (επίρ. τοπ.) = στη μέση, π.χ. «Ου γάδαρους στάθ’κι καταμεσού στο δρόμο κι δεν έφευγι».
καταχνιά (η) (ουσ.) = η ομίχλη.
κατίπουτα (αντων. αόρ.) = τίποτα.
κερατζής (ο) (ουσ.) = κυρατζής, αγωγιάτης.
κιοτεύω (ρ.) = δειλιάζω φοβάμαι.
κλαπατσύμπαλα (τα) (ουσ.) = μουσικά όργανα σωρός αντικειμένων που κατά την μετακίνησή τους προκαλούν θόρυβο.
κλαπαυτίκας (ο) (επίθ.) = ο άνθρωπος με μεγάλα αυτιά.
κλαρίζω (ρ.) = κόβω τα κλαδιά.
κληματσίδα (η) (ουσ.) = το κλήμα.
κλίκ’ (το) (ουσ.) = το χριστόψωμο.
κλουκούτ(η)μα (το) (ουσ.) = το ανακάτεμα.
κλουκουτώ (ρ.) = ανακατεύω ή κουνάω ένα κουτί, προκαλώντας θόρυβο.
κλουτσιάζω (ρ.) = νεκρώνομαι, αναισθητοποιούμαι, π.χ. «Τα πόδια μ’ κλούτσιασαν».
κ’μάσ’ (το)(ουσ.) = το κοτέτσι.
κολ’γιά (η) (ουσ.) = συνεταιρισμός.
κορβανάς (ο) (ουσ.) = το σιτηρέσιο.
κουκλώνω (ρ.) = κουκουλώνω, σκεπάζω.
κουμαντέρνω (ρ. ξ.λ. ιταλ.) = κουμαντάρω, βολεύω, π.χ. «Αυτός δεν κουμαντέρνιτι ντιπ».
κουντουρούπα (η) (ουσ.) = το δεκανίκι, η μαγκούρα μακρύ ξύλο.
κουρδουκίλ' (το) (ουσ.) = το παιδικό παιχνίδι τσέρκι, στο οποίο κάποιος κατρακυλάει μία μεταλλική στεφάνη με τη βοήθεια ξύλου.
κουρδουκλάω (ρ.) = κατρακυλάω.
κουρκουτούδα (η) (ουσ.) = σάλτσα από αλεύρι και πολτό ντομάτας. Συνόδευε συνήθως στο τραπέζι ψαρικά, αλλά σε περιόδους ανέχειας τρωγόταν και σκέτη με ψωμί.
κουρνιαχτός (ο) (ουσ.) = η σκόνη, κονιορτός.
κούτ’κας (ο) (ουσ.) = το μέτωπο, το κούτελο το κεφάλι.
κούτ’μανος (ο) (επίθ.) = μεγαλόσωμος, σωματώδης.
κουτρώ (ρ.) = χτυπώ με το κεφάλι, δίνω κουτουλιές.
κραίνω (ρ.) = μιλώ, αποκρίνομαι, π.χ. «Να κραίν’ς κι να μουλών’ς».
κρατούνα (η) (ουσ.) = δοχείο φτιαγμένο από αποξηραμένο κολοκύθι μτφ. κρανίο, κεφάλι.
κρατούνας (ο) (επίθ.) = αυτός που δεν έχει αντίληψη και κρίση.
κρεμανταλάς (ο) (ουσ.) = πολύ ψηλός και άγαρμπος άνθρωπος.
κρεμαντζ’λιέμαι (ρ.) = κρεμιέμαι, αιωρούμαι.
κ’τσούπ (το) (ουσ.) = το κούτσουρο μτφ. κοντόσωμη γυναίκα.
κωλομπαρίνα (η) (ουσ.) = γλυκιά κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλο.
κωλόμπαρος (ο) (επίθ.) = γυμνός, χωρίς ρούχα μτφ. ξεδιάντροπος.
κωλοφωτιά (η) (ουσ.) = η πυγολαμπίδα.
Λ
λαμνίζω (ρ.) = βγάζω καπνό.
λάμνισμα (το) (ουσ.) = το κάπνισμα.
λάκκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. laccus = o λάκκος) ο λάκκος.
λαχεύω (ρ.) = ρίχνω λαχνό, π.χ. «Λάχεψαν για να διουν ποιος θα πάρ’ του σπίτ’».
λαχούρ’ (το) (ουσ.) = είδος μαντηλιού, που το έδεναν οι ηλικιωμένες συνήθως γυναίκες στο κεφάλι τους.
λέσ’ (το) (ουσ.) = πτώμα ζώου μτφ. το βρώμικο.
ληστιά (τα) (ουσ.) = είδος λιμνίσιων ψαριών.
λιανίζω (ρ.) = κομματιάζω, τεμαχίζω μτφ. ξεθεώνω, κουράζω.
λιμκιάρ(η)ς -ρω -ρ’κο (ο) (επίθ.) = νηστικός, αχόρταγος μικροκαμωμένος.
λισγάρ’ (το) (ουσ.) = το λισγάρι, το πατόφκυαρο, φτυάρι με προεξοχή στο πίσω μέρος για να πατάει το πόδι.
λόια (τα) (ουσ.) = λόγια, υποσχέσεις, π.χ. «Είσι μο’ λόια κι τίποτα δε κάν’ς».
λότσ’κα (η) (ουσ.) = λακκούβα με νερό, λασπόνερα, π.χ. «Τα γ’ρούνια κυλιούνταν μεσ’ τσ’ λότσ’κες».
λουστριούμαι (ρ. ξ.λ. λατ. lustrum = τελματώδης κοίτη) = κυλίεμαι (για ζώα).
λώλα ή λωλάδα (η) (ουσ.) = τρέλα ανοησία, βλακεία.
λωλαίνω (ρ.) = τρελαίνω ενοχλώ υπερβολικά, π.χ. «Με λώλανες με τα καμώματά σου».
λωλός (ο) (επίθ.) = τρελός, ανόητος.
Μ
μαγρίζω (ρ.) = νιαουρίζω.
μαλάς (ο) (ουσ.) = το μυστρί του οικοδόμου.
μαλιάκατα (επίρ. τροπ.) = ανάκατα, μπερδεμένα.
μανουάλια (τα) (ουσ.) = το εξαπτέρυγα τα κηροπήγια.
μαρούδα (η) (ουσ.) = το ζώο πασχαλίτσα.
μασντραβίτσα (η) (ουσ.) = δερματική πάθηση, παρόμοια με την μυρμηγκιά. Σύμφωνα με την παράδοση, μασντραβίτσα έβγαζε όποιος μετρούσε τα αστέρια του ουρανού. Υπήρχαν μάλιστα και άνθρωποι, που με γιατροσόφια γιάτρευαν την πάθηση. Μια νύχτα με πανσέληνο έπρεπε να τρυπηθεί η μασντραβίτσα, και να τοποθετηθεί πάνω της ένα φυτό με ιαματικές ιδιότητες, το «μασντραβιτσοβότανο».
ματάν’ (το) (ουσ.) = το υπόλειμμα γάλακτος μετά την εξαγωγή του βουτύρου, το αριάνι.
ματσιαλάω (ρ.) = μασουλάω, τρώω αργά.
μέλαγγας (ο) (ουσ.) = κολλώδες χώμα που χρησιμοποιούνταν μαζί με άχυρα για την κατασκευή χειροποίητων τούβλων.
μερεμέτ’ (το) (ουσ.) = η ψιλοδουλειά.
μηλιάδ' (το) (ουσ.) = δέντρο που φύεται στην περιοχή, με ίσιο κορμό. Το επιστημονικό του όνομα είναι Fraxinus ornus.
μίρλα (η) (ουσ.) = η γκρίνια, η μεμψιμοιρία.
μιρλιάζω (ρ.) = γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι.
μισιακός (ο) (επίθ.) = ο μισός, ο ελλιπής συν. μισιάρ’κος.
μουλουμουτώ (ρ.) = μονολογώ, ψιθυρίζω.
μουλώνω (ρ.) = ζαρώνω, λουφάζω, σταματάω να μιλάω, “το βουλώνω”.
μούρτζος (ο) (ουσ.) = κοκκινωπός ο μούργος, σκουρόχρωμο τσομπάνικο σκυλί.
μουσμούλ'ς (ο) (επίθ.) = αυτός που καταπιάνεται με μία εργασία τόσο σχολαστικά, ώστε καθυστερεί να την τελειώσει.
μουχαμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = γλέντι, γιορτή.
μπαϊά (επίρ. ποσ.) = πολύ (με κοροϊδευτική σημασία) π.χ. «-Έφαγα πουλύ σήμιρα. – Ε, μπαϊα!!!».
μπαΐρια (τα) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = τα χαλάσματα.
μπακράτσ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μικρό χάλκινο αγγείο μτφ. τα μπακράτσια = τα υπάρχοντα, π.χ. «Μαζώξτι τα μπακράτσια σας κι δρόμο. Άφαν’!!!».
μπαμπάκ’ (το) (ουσ.) = το βαμβάκι μτφ. χρησιμοποιείται στην έκφραση «όλα είναι μπαμπάκ’», με την έννοια ότι όλα είναι εντάξει.
μπαμπάκους (ο) (επιθ.) = λευκός, σαν το βαμβάκι.
μπαμπαλίζω (ρ.) = τραυλίζω, μπερδεύω τα λόγια μου.
μπαμπαλιάρ(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. αρβ.) = τραυλός, αυτός που χάνει τα λόγια του.
μπαμπάτσ’κος (ο) (επιθ.) = χοντρός, γεμάτος, καλοθρεμμένος.
μπαντίνα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = ισόπεδο μέρος δίπλα σε ποτάμι πλαγιά.
μπάρα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = μέρος που κρατάει νερό, κοίτη.
μπαρμπακάς (ο) (ουσ.) = ο αυλόγυρος, ο περίβολος.
μπασαρντώ (ρ.) = πετυχαίνω, καταφέρνω, π.χ. «Το μπασάρντ΄σες το φαΐ».
μπατάκ’ (το) (επίθ.) = ο σφιχτοχέρης, ο τσιγκούνης.
μπάτζιακας (ο) (ουσ.) = το βατράχι.
μπερντάκ’ (το) (ουσ.) = το δεκανίκι, το ξύλο μτφ. ξυλοδαρμός, π.χ. «Να σου ρίξω ένα μπερντάκ’…».
μπιτώ (ρ. ξ.λ. τούρ.) = τελειώνω, εξαντλούμαι, π.χ. «Το μηνιάτικο μπίτ’σε».
μπλιγούρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πλιγούρι, χοντραλεσμένο σιτάρι.
μπλιγουρένιος (ο) (επίθ.) = ο παρασκευασμένος από πλιγούρι.
μπλοκός (ο) (ουσ.) = φράχτης πλεχτός, κατασκευασμένος από πουρνάρια και κλαδιά.
μπουμπούλα (η) (ουσ.) = ψημένη νιφάδα καλαμποκιού.
μπουμπουνίζω (ρ.) = βροντάω.
μπουμπ(ου)τώ (ρ.) = πυροβολώ, τουφεκώ χτυπώ, επιτίθεμαι, πετάω κάτι εναντίον κάποιου.
μπουμπρέκ’ (το) (ουσ.) = ο όρχις (συνήθως από κάποιο ζώο).
μπουρανί (το) (ουσ.) = είδος βρασμένου φαγητού με άγρια χόρτα.
μπουρμάς (ο) (ουσ.) = η στρόφιγγα.
μπουχτίζω (ρ.) = χορταίνω πολύ μτφ. αηδιάζω, «Του μπούχτ’σα αυτού του φαΐ».
μπρασκιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = τεμπέλης, βαριεστημένος βρομιάρης.
μπρουμ(ου)τώ (ρ.) = πέφτω μπρούμυτα, με το κεφάλι προς τα κάτω σκοντάφτω. Προέρχεται από τα συνθετικά προ+μύτη.
Ν
νικούκουρδα (επίρ. τροπ.) = ανακούρκουδα, οκλαδόν.
νισάφ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το μέτρο, η οικονομία μτφ. έλεος, π.χ. «Νισάφ πια, βαρέθ’κα να σ’ ακούου».
νουμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο ύπνος, π.χ. «Να πάρω ένα νουμπέτ’».
νταβάν' (το) (ουσ.) = Η ξύλινη ψευδοροφή στα παλιά σπίτια.
νταβανός (ο) (ουσ.) = Είδος δίπτερου εντόμου.
νταγγίλα (η) (ουσ.) = η οξύτητα, κυρίως στο λάδι.
νταϊφάς (ο) (ουσ.) = σπιτικό, νοικοκυριό.
νταλακιάζω (ρ.) = φουσκώνω, βαρυστομαχιάζω.
νταρίδια (τα) (ουσ.) = τα προικιά που προσφέρονται από τη νύφη στο σόι του γαμπρού και στον κουμπάρο μετά τον γάμο.
νταρίζω (ρ.) = προσφέρω ως δώρα προικιά.
νταρνταγάν’ (το) (ουσ.) = το μάλωμα, ο σαματάς.
ντέντουμα (το) (ουσ.) = το τέντωμα μτφ. ο ύπνος, π.χ. «Να ρίξου ένα ντέντουμα».
ντερέκ’ (το) (ουσ.) = το υποστύλωμα σπιτιού, το χοντρό ξύλο μτφ. ψηλός, γεροδεμένος άντρας.
ντερλικώνω (ρ.) = τρώω λαίμαργα, κατασπαράζω.
ντιβερλίνγκα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βόλτα.
ντιπ (επίρ. ποσ.) = καθόλου, διόλου.
ντοριάζω (ρ.) = κοιμάμαι (μόνο για ζώα), σταλίζω.
ντουγρού (τοπ. επίρ. ξ.λ. τούρ.) = ίσια, ευθεία.
ντουμπλέκα (η) (ουσ.) = μεγάλο κουδούνι που κρεμούνε οι βοσκοί στα πρόβατα ή στα κατσίκια.
ντουρβάδιασμα (το) (ουσ.) = το γέμισμα του ντουρβά με φαγητά μτφ. ο εφοδιασμός με φαγητό συνήθως κάτι πρόχειρο για το δρόμο.
ντουρβάς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το δισάκι, μάλλινο σακκίδιο χωρικών.
ντουσέκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η στρωματσάδα, στρώμα στρωμένο στο πατωμα.
ντουσμάν(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. τούρ.) = ο εχθρός μτφ. κακός άνθρωπος.
ντραγκωμένος (ο) (μτχ.) = ο πιασμένος.
ντραγκώνομαι (ρ.) = πιάνομαι, κρυολογώ.
ντραμαλασιό (το) (ουσ.) = ο χαμός, π.χ. «Έγινι τρανό ντραμαλασιό, ήρταν κι τα όργανα.».
ντρίστα (η) (ουσ. ξ.λ.) = η νεροτριβή, μέσα στην οποία μαλακώνουν χοντρά μαλλινα ρούχα. Συναντάται σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές γλώσσες (βουλγ. drustelo, βλάχ. dristeala).
ντριστάρ'ς (ο) (ουσ.) = ο χειριστής ή ιδιοκτήτης ντρίστας.
Ξ
ξαμολ’μένος (μτχ.) = ορμώμενος, κινούμενος βιαστικά.
ξαμολώ (ρ.) = ορμώ, κινούμαι βιαστικά.
ξαπολ’νώ (ρ.) = αφήνω ελεύθερα, π.χ. «Τα γίδια ξαπόλ’καν».
ξαπολ’μένος (ο) (μτχ.) = ελεύθερος, χωρίς περιορισμούς, π.χ. «Σας καλόμαθάμε, σας έχουμι ντιπ ξαπολ’μέν’».
ξεκρούζω (ρ.) = ξεσκάζω, ξεδίνω.
ξεπροβοδώ (ρ.) = αποχαιρετώ.
ξιβουτανίζω (ρ.) = καθαρίζω τα αγριόχορτα.
ξιβουτάν’σμα (το) (ουσ.) = το καθάρισμα του χωραφιού από τα αγριόχορτα.
ξώλυτος (ο) (μτχ.) = λυμένος, χωρίς δέσιμο μτφ. ελεύθερος, ανεξάρτητος.
Ο
ούρλιακας (επίθ.) = βλάκας.
ουρλιούμαι (ρ.) = ουρλιάζω.
ορτώνω (ρ.) = μαθαίνω γρήγορα, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, π.χ. «Διαβάζ’ πολύ, αλλά δεν ορτών’ ντηπ».
ούρδα (η) (ουσ.) = η μυτζήθρα.
όχτος (ο) (ουσ.) = κατηφορική όχθη ποταμού.
Π
παραδάγκαλο (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, τα καρούμπαλο, αλλά όχι στο κεφάλι, το οποίο ονομάζεται τσόκανος.
παραμαζεύω ή παραμαζώνω (ρ.) = σκοντάφτω σε κάτι, παρασύρω κατά λάθος κάποιο αντικείμενο.
παραπλαλάω (ρ.) = παραπατώ τρέχοντας.
παρασκάρ’ (το) (ουσ.) = το νυχτερινό βόσκημα κοπαδιού.
παραχώνω (ρ.) = θάβω, καλύπτω με χώμα.
πατσί (το) (ουσ.) = το κεφάλι.
πατσούκας (ο) (επίθ.) = ο κεφάλας.
περδικλιάρ’ς (ο) (επίθ.) = ο ανισόρροπος, ο επιπόλαιος, ο άβνταλος.
περδίκλωμα (το) (ουσ.) = το παραμάζεμα.
περδικλώνω (ρ.) = παραμαζεύω, σκοντάφτω.
περιλαβαίνω (ρ.) = περιέχω μτφ. καταπιάνομαι, π.χ. «Σα σι πιριλάβου μι του σκουπόξ’λου, θα σι πω ιγώ».
πεταρίζω (ρ.) = χτυπώ τα φτερά.
πιπιλιά (η) (ουσ.) = η στάχτη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη παιπάλη.
πιράτ’ (το) (ουσ.) = βαρύς ξύλινος ή σιδερένιος σύρτης που έμπαινε στις παλιές πόρτες για ασφάλεια.
πλακερ(ι)ές (οι) (ουσ.) = Επίπεδες σχιστολιθικές πέτρες, που ύστερα από επεξεργασία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των σκεπών.
πλαλάω (ρ.) = τρέχω.
πλάλημα (το) (ουσ.) = το τρέξιμο.
πλατσουρίζω (ρ.) = κολυμπώ μεσ’ το νερό.
πλατσούρισμα (το) (ουσ.) = το κολύμπι.
πορεύω (ρ.) = ζω, επιβιώνω.
πουρτσάδ’ (το)(ουσ.) = το μικρό αρνί.
πρέκνα (η) (ουσ.) = η ακμή, τα σπυράκια.
πρεκνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο σπυριάρης.
προμ’θεύω (ρ.) = συμβουλεύω, παροτρύνω.
προσάναμμα (το) (ουσ.) = ύλη που χρησιμεύει για το άναμμα της φωτιάς.
προυτσίζω (ρ.) = βατεύω, έρχομαι σε συνουσία (μόνο για ζώα).
προφταίνω (ρ.) = προλαβαίνω, προκάμω.
πρόφταση (η) (ουσ.) = η επάρκεια σε χρόνο.
Ρ
ραγανίζω (ρ.) = ψιθυρίζω γκρινιάζω.
ραχάτ’ (το) (ουσ.) = η ανάπαυλα η τεμπελιά.
ρυπιτίγγος (ο) (επίθ.) = ο φοβητσιάρης.
ροβολάω (ρ.) = κατρακυλώ, πέφτω.
ρόγαλος (ο) (ουσ.) = η αράχνη.
ρ(ου)μάνι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πυκνό δάσος, λόγγος.
Σ
σαβουριάρ(η)ς (ο) (επίθ. ξ.λ.) = άχρηστος, τεμπέλης βρώμικος, κουρελής.
σακατεύομαι (ρ. ξ.λ. τούρ.) = μένω σακάτης, ανάπηρος μτφ. κουράζομαι, π.χ. «Σακατεύ’κα στου χουράφ’ απόψι».
σακατ’λίκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η αναπηρία μτφ. η κούραση.
σαλντώ (ρ.) = πετάω, ξεφορτώνομαι, π.χ. «Θα τα σαλντίξου όλα απού καταΐ κι θα του τ’νάξου για την πόλ’».
σαλταπ’δώ (ρ.) = πηδώ από το ένα μέρος στο άλλο.
σάματι (σύνδ.) = σάμπως.
σβάνα (η) (ουσ.) = πήλινο ανοιχτό δοχείο με χερούλια στις άκρες.
σβαρνιάρ(η)ς (ο) (επιθ ξ.λ. σλάβ.) = αυτός που σέρνει τα πόδια του, βαριεστημένος, τεμπέλης.
σβαρνίζω (ρ. ξ.λ.) = σέρνω, κατρακυλώ κάποιο αντικείμενο.
σδαυλίζω (ρ.) = ανακατεύω τη φωτιά με ξύλο.
σδαύλιστρο (το) (ουσ.) = ξύλο για το ανακάτεμα της φωτιάς.
σικλέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. αράβ.) = η ενόχληση ο πόνος, η δυσφορία.
σκανιάζω (ρ.) = σκάνω, θυμώνω,
σκαπετώ (ρ. ξ.λ. βλάχ. scapitu = καταπίνω) = χάνομαι από το ορατό πεδίο, π.χ. «Τα γίδια σκαπέτ’σαν ‘πού πίσ’ απ’ του β’νό».
σκράμπα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βρώμα, η λέρα το κακάδι πληγής.
σκραμπιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης.
σκρόπιος (ο) (ουσ.) = ο σκόρπιος
σκροποχώρ’ (το) (ουσ.) = το αραιοκατοικημένο χωριό μτφ. δηλώνει την ανοργανωσιά ή διάλυση, π.χ. «Ένας απού δω, άλλος απου ‘κει, ντιπ σκροποχώρ’ έγινάμι».
σ'μά (επίρ. τοπ.) = κοντά.
σ’μαλίζω (ρ.) = κάνω ελαφρύ θόρυβο, π.χ. «Κάτι σ’μαλίζ’ μες στα χουρτάρια».
σμίξ’ (η) (ουσ.) = το σημείο ένωσης δύο ποταμών. Προέρχεται από το αρχαίω ελληνικό συν + μείγνυμι.
σ'νι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί, που χρησιμοποιούνταν για το ψήσιμο πίτας κτλ.
σομπουρεύω (ρ.) = κουτσομπολεύω, σχολιάζω.
σόμπουρο (το) (ουσ.) = το κουτσομπολιό.
σουρλάς (ο) (ουσ.) = η μουσούδα, η μούρη.
σουρτουκεύω (ρ.) = αλητεύω μτφ. κάνω βόλτες.
σουρτούκω (η) (επίθ.) = αλήτισσα μτφ. αυτή που γυρίζει από σπίτι σε σπίτι.
σταλίζω (ρ.) = ξεκουράζομαι (μόνο για ζώα).
στάλισμα (το) (ουσ.) = η ανάπαυση των ζώων, συνήθως σε σκιερό μέρος.
σταυρώνω (ρ.) = συναντώ, πετυχαίνω.
στείρια (η) (επίθ.) = που δεν βγάζει γάλα. Αναφέρεται συνήθως σε κατσίκες.
στενούρα (η) (ουσ.) = το μικρό δρομάκι, το στενό.
στραμπ’λίγομαι (ρ.) = κουνιέμαι μτφ. διαμαρτύρομαι.
συνάμα (επίρ. τροπ.) = συγχρόνως.
συνερίζω (ρ.) = παίρνω για σοβαρά τα λόγια κάποιου και τον κακίζω.
σφραΐδ’ (το) (ουσ.) = η σφραγίδα που χρησιμοποιούνταν για το σφράγισμα των προσφόρων που πήγαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία.
σχολνώ (ρ.) = σταματάω, τελειώνω, π.χ. «Σχόλασι του σχουλείου».
Τ
τάζω (ρ.) = υπόσχομαι, δίνω το λόγο μου.
τάξ’μο (ουσ.) = υπόσχεση, τάξιμο, π.χ. «Εμ τάξ’μο, εμ φκιάσ’μο;».
ταμάχ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πλεονεξία, απληστία.
ταμαχ(κ)ιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο πλεονέκτης, ο άπληστος, ο αχόρταγος.
τανύζω (ρ.) = τεντώνω, απλώνω διάπλατα.
τάν(υ)σμα (ουσ.) = τέντωμα, άπλωμα.
τζαλιάζω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
τζιούκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. zucca = κεφαλή, κορυφή) = μέρος ψηλο, εξογκωμένος λόφος. Η λέξη συναντάται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες και διαλέκτους της βαλκανικής (σέρβ. zuca, αλβ. cukë, βουλγ. cuka, βλάχ. cuka).
τ’λούπα (η) (ουσ.) = μια αγκαλιά λαναρισμένο μαλλί που δένεται στη ρόκα για γνέσιμο μτφ. μεγάλη νιφάδα χιονιού.
τουλπάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = λεπτό βαμβακερό ύφασμα, που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σαν κεφαλόδεσμος φακιόλι, τσεμπέρι.
τρανεύω (ρ.) = μεγαλώνω, γίνομαι τρανός μτφ. ψηλώνω.
τσαγνίζω (ρ.) = γαβγίζω λυπημένα μτφ. γκρινιάζω.
τσάγνισμα (το) (ουσ.) = το γάβγισμα η γκρίνια.
τσάζω (ρ.) = ψάχνω, ζητάω π.χ. «Ούλνοι τσάζ’ν για δ’λειά τη σήμερον ημέρα.».
τσαΐρι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ. çayir = λιβάδι) = το λιβάδι.
τσακμακάω (ρ. ξ.λ. τούρ.) = ανάβω μτφ. παίρνω μπροστά, λειτουργώ.
τσακμακόπετρα (η) (ουσ.) = πέτρα που κατά την κρούση βγάζει σπινθήρες.
τσαλιά (τα) (ουσ.) = ακανθώδεις θάμνοι.
τσαντίλα (η) (ουσ.) = μαντήλι που χρησιμοποιούνταν για το φιλτράρισμα του γάλακτος για την παραγωγή τυριού.
τσασίτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = είδος, ποικιλία, κατηγορία.
τσατάλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πιρούνι, αιχμηρό κυρτό σίδερο, γάντζος.
τσατ’μάς (ο) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά ξύλα.
τσικνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης, αυτός που αναδίδει άσχημη μυρωδιά.
τσίλα (η) (ουσ.) = η ευκοίλια.
τσιμπίδ’ (το) (ουσ.) = η λαβίδα ή τσιμπίδα που ανακατεύουμε τα κάρβουνα.
τσιμπλιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο ακάθαρτος στα μάτια.
τσιουτσούδα (επίρ. ποσ.) = πολύ λίγο, ελάχιστα.
τσιπράγκαλα (τα) (ουσ.) = αντικείμενα μικρής αξίας.
τσ’λιούμαι (ρ.) = με πιάνει κόψιμο, ευκοίλια μτφ. φοβάμαι πολύ.
τσ’νώ (ρ.) = κλωτσώ μτφ. διαμαρτύρομαι.
τσόκανος (ο) (ουσ.) = το καρούμπαλο.
τσουκανίζω (ρ.) = πελεκώ σκαλίζω μτφ. περνώ την ώρα μου.
τσουκάνισμα (το) (ουσ.) = το πελέκημα, το χτύπημα.
τσουλνάρα (η) (ουσ. ξ.λ αρβ.) = η βρύση μτφ. η μεγάλη ροή υγρού, π.χ. «Το αίμα έτρεχε τσουλνάρα».
τσουμπαλάκια (τα) (ουσ.) = οι κωλοτούμπες, το παραπάτημα, π.χ. «Ήπιε πουλύ κι έκανι στου δρόμου τσουμπαλάκια».
τσουμπάν’ς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο βοσκός.
τσουτσούλ(η)ς (ο) (επίθ.) = σχολαστικός.
Υ
Φ
φετισ’νός (ο) (επίθ.) = φετινός.
φιδαρίκα ή φιδαρίκος (η) (ουσ.) = το μεγάλο φίδι.
φιλεύω (ρ.) = ταίζω κάποιον φιλοξενώ.
φουλτάκα (η) (ουσ.) = σπυράκι με πύο, φλεγμονή, π.χ. «Τσάκουσα μια τσουκνίδα κι γιόμωσα φουλτάκις».
φούρκα (η) (ουσ.) = ξύλινο δίχαλο, για τη στερέωση υπερφορτωμένων κλαδιών δέντρων κατά τη διάρκεια της καρποφορίας.
φούρλα (η) (ουσ.) = στροφή γύρος.
φουρλαντώ (ρ.) = πετώ, αποχωρίζομαι, ξεφορτώνομαι.
φουρλάντ’μα (το) (ουσ.) = το πέταμα, το ξεφόρτωμα.
φτουρακάω (ρ.) = χτυπάω τα φτερά δυνατά.
φτουράω (ρ.) = διαρκώ πολύ, βαστώ, επαρκώ τελειώνω μια ενασχόληση γρήγορα, π.χ. «Φτουρούσι η δ’λειά και σχόλασάμι γρήγουρα».
φυσοκοπάω (ρ.) = φυσάω δυνατά, μανιασμένα.
Χ
χαζοπάτσ’ (το) (ουσ.) = μτφ. ο βλάκας, ο χαζός, ο απερίσκεπτος.
χαϊβάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ζώο μτφ. βλάκας, κορόιδο.
χαΐρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = κέρδος, απολαβές, π.χ. «Αυτή η δ’λειά δεν έχ’ χαΐρ’».
χαλιάπα (η) (επίθ.) = πρόστυχη μτφ. αφελής.
χαραή (η) (ουσ.) = χαραυγή, ξημέρωμα, π.χ. «Αυτός σ’κώνεται από τ’ς χαραές κι πααίν’ στου χουράφ’».
χολνάω ή χολιάζω (ρ.) = θυμώνω, οργίζομαι, κρατάω κακία σε κάποιον.
χουνέρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = απάτη πάθημα.
χουχλακάω (ρ.) = κοχλάζω, βράζω.
χουχούτ(η)μα (το) (ουσ.) = η αποδοκιμασία, το μάλωμα.
χουχ(ου)τώ (ρ.) = αποδοκιμάζω, γιουχάρω, φωνάζω δυνατά.
χοχλάκα (η) (ουσ.) = μεγάλη πέτρα, κοτρόνα. Προέρχεται πιθανόν από την αρχαία λέξη κόχλαξ.
χρέμ’ (το) (ουσ.) = είδος μικρού χαλιού.
χρεόστομος (ο) (επίθ.) = αχρειόστομος, αισχρολόγος.
χωλιέρα (η) (ουσ.) = η κακόψυχη γυναίκα, μέγαιρα.
Ψ
ψουριάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = αυτός που έχει ψείρες μτφ. ο τελειομανής.
Ω

26/3/09

Εκπαιδευτική κατάσταση Μαδεμοχωρίων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 611
Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 1881
"Υπάρχει εν Θεσσαλονίκη σύλλογος φιλεκπαιδευτικός, προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων. Του συλλόγου τούτου κατ’ έτος βλέπομεν μνημόσυνα υπέρ των αοιδίμων ευεργετών αυτού, και προσκλητήρια δια συνεδριάσεις. Και περί μεν των μνημοσύνων και των ευεργετών ουδέν λέγομεν, αφού ούτοι δεν βλέπουσι τι γίγνονται τα χρήματά των και προς τίνα σκοπόν δαπανώνται ή και αν δαπανώνται, των συνεδριάσεων όμως δεν μέχρι τούδε είδομεν αποτέλεσμα ή σκοπόν, - ημείς τουλάχιστον οι εν Χαλκιδική, εκτός του ενφωνηθέντος λόγου του δείνα ή δείνα καθηγητού ή διδασκάλου, όστις άλλως τε υπήρξε πλήρης γλαφυρότητος και ευηρέστησε τους πάντας, τους τε ακροασαμένους και τους αναγνόντας αυτόν εν ταις εφημερίσι.
Φροντίζουσι, λέγουν, και αποστέλλουν διδασκάλους εις διάφορα μέρη. Ερωτώμεν Ποία είσι ταύτα; Βεβαίως, θ’ απαντήση τις, είναι χωρία και κωμοπόλεις εις α προστρέχουσιν εκ των πέριξ μερών ελληνόπαιδες. Όχι, δεν έχουσι την καλήν ταύτην τύχην οι ελληνόπαιδες, διότι τα αξιότιμα μέλη του ρηθέντος συλλόγου φροντίζουσι μόνον και πέμπουσι – αν πέμπωσι, διότι ειρήσθω και τούτο, είμεθα ξένοι τοιούτων ειδήσεων, - διδασκάλους και νηπιαγωγούς εις χωρία της άνω Μακεδονίας, αδιαφορούσι εξ’ ολοκλήρου περί των μερών εκείνων, εξ ων πλέον ευάρεστα αναμένοντο αποτελέσματα, και τα όσα διατρέχουσι καθ’ εκάστην τον κίνδυνον να εκβουλγαρισθώσι. Στρέψατε το βλέμμα σας εις τα χωρία της Χαλκιδικής τα καλούμενα Μαδεμοχώρια εάν θέλετε περί της αληθείας των λεγομένων βεβαιωθή ή λάβετε τον κόπον να μας παρακολουθήσητε κατωτέρω και θέλετε εντελώς πεισθή.
Προ δέκα ακριβώς ετών οι κάτοικοι της κωμοπόλεως, αφ’ εις η παρούσα [ενν. Λιαρίγκοβη], επεχείρησαν να ανεγείρωσι σχολείον ελληνικόν και νηπιαγωγείον διότι έβλεπον ότι εκ των πέριξ χωρίων προσέτρεχων νέοι, και το παλαιόν σχολείον ή μάλλον οικία η χρησιμοποιούσα ως σχολείον ήτο ακατάλληλος. Ήρξατο η ανοικοδόμισις, αλλά μόλις φθάσασα εις τι σημείον [εξόστη], δι’ έλλειψιν χρημάτων (Ενταύθα δεν δυνάμεθα να παραλείψομεν ότι σύλλογοι και φιλόμουσοι συνδρομηταί έσπευσαν να προσφέρωσι τον οβολόν των. Αλλ’ ημών και μόνον το κτίριον).
Τότε παρουσιάζεται καλόγηρος τις του Αγ. Όρους, όστις προτείνει εις τους κατοίκους αποτελειώση του σχολείου την ανοικοδόμησιν και να καταβάλη τους μισθούς των απαιτουμένων διδασκάλων, ήρκεν μόνον οι κάτοικοι να παραδεχθώσι μίαν αίτησιν μικράν ην παρ’ αυτών θα εζήτει να διδάσκη δηλαδή εν τη σχολή αυτή και διδάσκαλος της βουλγαρικής, υπό του αυτού επίσης διατηρούμενος. Η αίτησις, ως βλέπατε, ήτο σμικροτάτη, και οι κάτοικοι εκ όλη των τη αφελεία ή αμαθεία, αν θέλητε, ηδύναντο να δεχθώσι και να παραδεχθώσιν. Αλλ’ όχι μόνον οι κάτοικοι είναι Έλληνες, και πλειότερον ίσως τινών επαγγελομένων το τοιούτον, και όχι μόνον δεν εδέχθησαν την γενναίαν, ως θ’ απεκάλει τις τω παρ’ ημίν πεπαιδευμένων, προσφοράν, υπαγορευόμενοι υπό του αισθήματος του εμπνέοντος πάντα [αληθή] έλληνα να περιφρονή παν αντεθνικόν, αλλ’ ουδέν απόσωσιν επί πλέον τον γενναιόδωρον καλόγηρον ηθέλησαν, εκδιώξαντες αυτόν της κωμοπόλεως απειλή κακοποιήσεως. Αν ήθελε και εκ [δευτέρα] ποιήσει λίγον περί τούτου ή μένει εν αυτώ.
Και επειδή ο λόγος περί ρώσσων, κρίνομεν κατάλληλον να παραθέσωμεν ενταύθα ότε οι της μονής του Αγ. Παντελεήμονος, της άλλως “Ρωσσικόν μοναστήριο” καλουμένης, καλόγηροι μετά την απόπειραν, ην έκαμον, όπως αγοράσωσι τον εν Ρεβενικίαις ιερόν ναόν της Παναγίας αντί χιλιάδων λιρών, καθ’ ης αποπείρας εξηγέρθη σύμπασα η Χαλκιδική και ο εν Κων/πόλει επαξίως αντιπροσωπεύων την ελληνικήν δημοσιογραφίαν “Νεολόγος”, μετά την απόπειραν, λέγομεν, ταύτην, εις το τέλος ήτο οικτρά αποτυχία, ήλθον εις έτερον χωρίον της Χαλκιδικής, το Παλαιοχώριον, και ανοικοδόμησαν οικίαν επ’ ονόματι καλογραίας τινός, μετά τον θάνατον της οποίας θα περιέλθη αυτή εις χείρας των ρώσσων καλογήρων. Η οικία αύτη, εν η κατοικεί και επίτροπος των δια… τους καταχθονίους αυτών σκοπούς, είναι αληθές προξενείον, φέρει δε και επιγραφήν ρωσσιστί δι’ ης δηλούται ότι ανήκει αυτή εις την μονήν του Αγ. Παντελεήμονος. Δυστυχής Χαλκιδική!!!.......
Αλλ’ επανελθώμεν εις το προκείμενον. Το σχολείον μετά πολλάς περιπετείας και μετά παρέλευσιν ικανού χρόνου επερατώθη, ή μάλλον ήτο εις κατάστασιν να δεχθή μαθητάς. Αι παραδόσεις ήρξαντο και νηπιαγωγός εκ της υμετέρας πόλεως προσεκλήθη εκ μέρους των κατοίκων. Μέχρι του λήξαντος έτους τα πράγματα ούτως έβαινον. Θέλετε ήδη, αναγνώστα, να μάθητε και την σημερινήν κατάστασιν του Σχολείου; Ελληνοδιδάσκαλος συνεφωνήθη και πάλιν ο επί δεκαετίαν τοιούτως. Συνεδέθησαν δια τοιούτων χρυσών, ούτως ειπείν, δεσμών οι κάτοικοι μετά του διδασκάλου των, ώστε αδύνατον ν’ αποχωρισθώσιν αφ’ εαυτών, αν δεν απέλθη χειρ σωτήριος απομακρύνοντα τον μεν των δε προς όφελος της ελληνικής νεολαίας. Νηπιαγωγός δε, αφού τα πρώτα έτη ήρχετο [] εσχάτως διωρίσθη τοιαύτη….. συγγνώμην, ήθελον να είπω τοιούτος Αριστείδης τις [] νεανίας, πρώην κολτζής των δεκάτων και επιστάτης [] εμπόρου τινός. Και τούτο μεν δεν είναι τι το παράδοξον. Φαντασθήτε όμως πόσον αστείον θα ήτο, αν ηκούητε αίφνης ότι διωρίσθη παρθεναγωγός του δείνα παρθεναγωγείου ο δείνα. Τι ευτυχής παρθεναγωγός θα ήτο εκείνος, [ευρισκόμενος] μάλιστα ως ο ημέτερος νηπιαγωγός εν τω μέσω συλλόγων μεγαλωνύμων!!!
Και ηξεύρετε, κύριοι πόσον απέχει η Λιαρίγκοβη της Θεσσαλονίκης; Δέκα και έξ μόλις ώρας. Αλλ’ ο εκπαιδευτικός σύλλογος είναι μακράν, πολύ μακράν αυτής, εις το έτερον [] ημισφαίριον, διότι ποτέ δεν έπεμψε τινά, όπως ιδή και τε του πλησίον την ελεεινήν κατάστασιν των εδώ σχολείων. Αλλά τι λέγω: Μήπως και μακρόθεν εφρόντισε ποτέ τι; Εζήτησε ποτέ παρά της κοινότητος έκθεσιν περί της καταστάσεως και των αναγκών των σχολείων; Άραγε, ουδέν των ανωτέρω έπραξεν ο ρηθείς σύλλογος, ότε δε προ ετών αξιότιμον τι μέλος αυτού επορεύθη εις Λειβάδιον, δεν έλαβε τον κόπον να περιέλθη και τινά άλλα χωρία, αλλ’ επέστρεψεν αύτοθι εκπληρώσας δήθεν την αποστολήν του. Φαίνεται ότι ο σύλλογος διώρισε πληρεξουσίους του τους εν τω Αγ. Παντελεήμονι διαμένοντας ρώσσους μοναχούς, οίτινες [ουδενός] φείδονται κόπον ή χρημάτων, όπως ελκύσωσι προς εαυτούς τους κατοίκους της Χαλκιδικής.
Προ δύο ετών διένειμον χρήματα, άλευρον και [], άτινα πλοία εκ Ρωσσίας εκόμισαν, λαμβάνοντες αποδείξεις παραλαβής εξ εκάστου χωρίου, όπως παρουσιάσωσιν αυτάς εις το εν Πετρουπόλει Πανσλαυιστικόν κομιτάτον. Και ημείς; Ημείς τι εναντίον τούτων πράττομεν; Ουδέν, αρκούμενοι εις λόγους, λόγους και πάλιν λόγους, και μεγάλα και πομπώδη ονόματα. Επί τη ευκαιρία ταύτη είπωμεν και τινά δημοτική, καίτοι εις υμάς ταύτα εισίν ουδέν αδιάφορα.
Κατά καιρόν περιέρχεται τα χωρία άνθρωπος του Πεληδιέ όπως ιδή τα της καθαριότητος αυτών κ.λ.π. Και διατηρείται μεν τότε επί τινά χρόνον καθαριότης, αλλ’ [] έχομεν πάλιν τα αυτά και πρότερον. Οι περιοδεύοντες του Πεληδιέ διορίζουσιν επιτρόπους εν έκαστω των χωρίων, α επισκέπτονται. Διώρισαν επομένως και εν τη ημετέρα κωμοπόλει τοιούτον Χατζή Γεώργιον τινά. Και περί μεν των πράξεων των ούτω διοριζομένων επιτρόπων ουδέν λέγομεν, καθότι έργον αυτών μετά την αναχώρησιν του Πεληδιέ είναι η αμέλεια˙ έν όμως έτερον είναι άξιον παρατηρήσεως˙ το ότι οι κύριοι ούτοι, μη αρκούμενοι εις την ανεκτή αμέλειάν των, πράττουσιν εκάστοτε έργα ενάντια της πληρεξουσιότητός των.
Ούτω π.χ. ημέραν τινά εν καθαρά μεσημβρία ο άνω ρηθείς Χατζή Γεώργιος και έτερος τις, λαβόντες ανά χείρας πέλεκεις, ως άλλοι ξυλοκόποι, έκοψαν τας προ της βρύσεως υπαρχούσας πλατάνους του δήμου, αίτινες και προς στολισμόν και υγείαν συντείνουσιν ένεκα κομματικών λόγων. Γράφοντας ταύτα δεν αναμένομεν την εκ Πολυγύρου διόρθωσιν και τιμωρίαν των ρηθέντων. Όχι, διότοι αυτοί ούτοι οι κύριου διακηρύττουσι παρρησία ότι δεν φοβούνται ποσώς, καθότι “έχουσιν εκεί φίλους”, αλλ’ όπως επιστήσωμεν την προσοχήν των αύτοθι αρμοδίων προς περιστολήν της θρασύτητος των ανωτέρω κυρίων.
Περαίνοντες την παρούσαν εφιστώμεν την προσοχήν των ενταύθα στρατιωτικών αρχών επί τινών ανθρώπων και συνιστώμεν αυταίς να μη δίδωσι προσοχήν εις αυτούς, οίτινες πλέον ή άπαξ απεδείχθησαν ότι ουδέν άλλο είσιν ή συκοφάνται.
Λιαρίγκοβη τη 28 7βρίου 1881.
ΑΣΚΗΤΗΣ

Δολοφονία στρατιωτών στον Βάβδο

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 605
Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 1881
"Αλγεινόν συμβάν έλαβε χώραν εσχάτως εν τω χωρίω Βάβδω. Δύω αγροφύλακες εν νυκτί αγρυπνούντες, είδον δύω στρατιώτας προς αυτούς ερχομένους˙ προσκληθέντες οι στρατιώται όπως απομακρυνθώσι εκώφευον, οι δε αγροφύλακες κενώσαντες τα όπλα των, έρριψαν τον μεν ένα άπνουν τον δ’ έτερον ημιθανή. Το τοιούτον γεγονός είτε εκ συμπτώσεως λαβών χώραν, είτε εκ προθέσεως τα μάλιστα ανησύχησε το χωρίον."

Τρομοκρατία και δολοφονίες κατοίκων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 592
Ημερομηνία: 13 Αυγούστου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Σανών της Χαλκιδικής:
Πολλάς πολλάκις διατριβάς ανέγνωμεν εν τω “Ανατολικώ Αστέρι” εκ Βιτωλίων περί των περίφημων και περιβοήτων ανά τα μέρη εκείνα Πολιάκων, οίτινες ως τύρρανοι δια της μαχαίρας επιβάλλουσιν εαυτούς τοις δυστυχέσι χωρικοίς, ηλεεινολογούμεν δε και ωκτείρομεν τους ταλαιπώρους εκείνους, μη ειδότες ότι εμέλλομεν να υποστώμεν την αυτήν τύχην και ημείς αυτοί.
Ισούφ τις εκ Θεσσαλονίκης, άνθρωπος ημιάγριος, εμφωλεύσας εν τω χωρίω ημών παρά τοις συμπολίταις ημών οθωμανοίς, μέχρι τινός εμπορεύετο τα ζώα των πέριξ χωρίων μετά τινός συγχωρίου ημών Σεφακή καλουμένου. Κατά το παρελθόν δε έτος παρέστη συνοδευόμενος υπό του μεχτάρη των οθωμανών ζητών να επιβληθή ημίν ως Πολιάκος και αγροφύλαξ υπεσχεσόμενος να φυλλάτη ημάς τε και τα κτήματα ημών, ως ίδια εαυτού, αποποιηθέντων ημών τούτο, παρεκάλεσεν ημάς ο ειρημένος μεχτάρης, επειδή άπαντες οι συμπολίται ημών οθωμανοί τυγχάνουσιν αγράμματοι, να συντάξωμεν συμβόλαιον τι, δι’ ου προσελάμβανον αυτοί τούτον ως αγροφύλακα, και σφραγίσωμεν συνάμα τούτο δια της ημετέρας κοινής σφραγίδος, άτε εκείνων και τοιαύτης στερουμένων˙ συντάξαντες δε τοιούτον εν όλη ημών τη αθωότητι και σφραγίσαντες εδώσαμεν αυτό και ούτω ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού ο περίφημος Ισούφ, όστις καθ’ όλον το διάστημα του έτους τούτου διεδραμάτισε φοβερόν πρόσωπον περιερχόμενος πολλά και διάφορα μέρη, αλλά καλυπτόμενος υπό την αμφιλαρή σκιάν του ρηθέντος μεχτάρη Δεμήρ Αλή.
Ήδη δε άμα ο καιρός των αλωνίων επέστη, παρέστη ούτος ως Πολιάκος [χωροφύλακας] ουχί των οθωμανών, αλλά των χριστιανών, ζητών το πεκτσιλίκι δια της μαχαίρας του παρά των χριστιανών. Ελθών δε κατά τύχην εις το χωρίον ημών Σιακήρ τις όμπασης εκ Πολυγήρου, ίνα εισπράξη καθυστερουμένους φόρους των αιγοπροβάτων, ανέλαβε συνάμα, εν αγνοία ημών και άνευ ουδεμίας διαταγής, και την είσπραξιν του πεκτσιλικίου του Ισούφ, μετακαλεσάμενος δε ημάς ο αυτόκλητος ούτος εισπράκτωρ και δικαστής εζήτησε πάραυτα, δυνάμει του ανά χείρας συμβολαίου του Ισούφ χρήματα. Επειδή δε απεφηνάμεθα ότι ούτος συνεφωνήθη υπό των οθωμανών δια τα κτήματα αυτών και μόνων, ως αυτό τούτο το συμβόλαιον δηλοί, ουδεμίαν φέρον υπογραφήν ημών, ο ατίθασος ούτος αλβανός εξετραχηλίσθη εις βαναυσοτάτας καθ’ ημών ύβρεις και φοβεράς απειλάς ην μη αποτίσωμεν το δίκαιον του πεκτσή παραλαβών δε τρεις ζαπτιέδες , ους μεθ’ εαυτού έφερε, τον Πολιάκον Ισούφ και τον μεχτάρην Δεμιρλήν μετέβει εις την οικίαν του συγχωρίου ημών προκρίτου Δήμου Χαϋδευτού περί τας δύο της νυκτός και συλλαβών τούτον έρριψε κάτω και δια του υποδήματος κρούων εγκατέλιπε τον δυστυχή ημιθανή, ενσπείρας ούτω τον τρόμον εν όλω τω χωρίω.
Την επομένην δε, τελουμένης της εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου ημών, συνήλθομεν κατά καθήκον εις την εκκλησίαν, αλλ’ ενώ εισέτι ετελείτο η θεία ιερουργία, αίφνης είδομεν την θύραν της εκκλησίας καταληφθείσαν υπό του Σιακήρ όμπαση και της συντροφίας˙ της ιερουργίας δε περατωθείσης, ουδείς ετόλμα να εξέλθη έξω, διότι ο Σιακήρ ούτος κρατών την ην έφερε μάχαιραν εις χείρας ηπείλει ότι δι’ αυτής πάντες έμελλον να διέλθωσιν, αν δεν υπέσχοντο την απότισιν του πολιακού φόρου˙ τη μαχαίρα δε υπείκοντες, ταις απειλές και βαναυσοτάταις ύβρεσι, συνηνέταμεν και ούτως αφέθημεν ελεύθεροι ίνα έκαστος οίκαδε απέλθη, και αμ’ έπος αμ’ έργον, παραλαβών τους σάκκους αυτός ούτος ο Σιακήρ και τον [κούτλον;] εις χείρας εισώρμητον εις τας οικίας και εκ των λαφύρων έδιδεν εις τον αγαπητόν του Ισούφ˙ θελήσαντες δε να εισέλθωσιν εις την οικίαν γυναικός τινός δεν εγένοντο δεκτοί, του ανδρός αυτής απόντος, αλλά δια την απόφασιν ταύτην εδάρη και αυτή, και μετά ταύτα [] και μη επλήρωσε τον σάκκον του Ισούφ.
Ιδών τέλος ο μη σπείρας, μηδέ θερίσας Ισούφ, εις διάστημα ημισείας ημέρας, τη αρωγή και καλή θελήσει του αυτοκλήτου εισπράκτορος και δικαστού Σιακήρ όμπαση, συνέλεξε τοσαύτα γεννήματα εκ των ιδρώτων των πτωχών χριστιανών, όσα ουδείς εξ’ ημών, οίτινες ολόκληρον έτος ειργάσθημεν. Της σκανδαλωδεστάτης και παρανομωτάτης ταύτης πράξεως γνωσθείσης τω αρχιερεί ημών αγίω Αρδαμερίου, έσπευσε πάραυτα ούτος δι’ επανειλημένων τακριρίων να καταγγείλη ταύρην τω εισαγγελεί Πολυγύρου Ιμπραήμ εφέντη και ζητήση την τιμωρίαν του τε Σιακήρ όμπαση και λοιπών συμφώνως τω νόμω δια την παραβίασιν του ασύλου της Ιεράς ημών εκκλησίας και των άλλων εκνόμων και εκθέσμων πράξεων, ας αυτοβούλως και αυθαιρέτως ενήργησεν ο όμπασης. Αλλά ο ως μη ώφειλεν εισαγγελεύς ούτος Ιμπραήμ εφέντης, άνθρωπος πάντη αναλφάβητος και αδαέστατος των υψηλών αυτού καθηκόντων, ου μόνον εις τιμωρίαν κατά των κακουργησάντων δεν προέβη, αλλά και τα τακρίρια εισέτι κατακρατεί, μη παραπέμψας αυτά εις το ποινικόν τμήμα.
Την βεβήλωσιν της ιεράς ημών εκκλησίας και την αδιαφορίαν του ονόματι τούτου εισαγγελέως, μη ανεχόμενος ο αρχιερεύς ημών προτίθεται, καθ’ α επληροφορήθημεν, να καταγγείλη το τε γεγονός και αυτόν τούτον εις την εισαγγελίαν Θεσσαλονίκης, ήνπερ παρακαλούμεν ίνα ρίψη βλέμμα τι επί της διαγωγής του εισαγγελέως Πολυγύρου, όστις ένεκα της ανικανότητος, ακαταλληλότητος και της αγραμματοσύνης αυτού, αφίνει να νήπωνται σπουδαίαι υποθέσεις πιστών υπηκόων της σεβαστής ημών κυβερνήσεως, οι δε ζαπτιέδες να διαπράττωσιν ό,τι έκαστος βούληται. Και τέλος υφίσταται απόλυτος ανάγκη ίνα ο Ιμπραήμ εφέντης [όταν θάττον] άντικατασταθή δι’ άλλου ειδότος την υψηλήν αυτού αποστολήν˙ δεν αμφιβάλλομεν δε πεπειθότες εις τα φιλοδίκαια αισθήματα του γενικού εισαγγελέως Θεσσαλονίκης ότι ληφθήσονται υπ’ όψει τα γραφόμενα ημών.
Ο αυτός Σιακήρ όμπασης, καθ’ α επληροφορήθημεν, επιστρέφων εκ Σιανών ίνα μη διανύση τεσσάρων ωρών διάστημα, και μεταβή εις Πολύγυρον, διότι αν μετέβαινεν έπρεπε να φάγη εξ’ ιδίων του, κατέλυσεν εν Καϊτζικίω, επειδή δε δείπνον τω σπαχή τούτω προσέφερεν ο προεστώς Χριστόδουλος τις και γάλα, ενόμισεν ο ευγενής Αλβανός προσβολήν τούτο, και δια τούτο εκμανής δεν ήργησε να δείρη και τούτον δια να μάθη να προσφέρη άλλοτε αντί λιτού φαγητού πίτα και κότα τα αγαπητά τοις αλβανοίς. Ιδέτω πας τις τίνα υφίστανται οι δυστυχείς χωρικοί υπ’ αυτών των οργάνων της Κυβερνήσεως, ήτις μισθοί αυτά αδράς δια την ησυχίαν των υπηκόων αυτής, και κρινέτω κατά πόσον συνάδουσι τοις νόμοις και τω δικαίω ταύτα, και εν τοσούτω ο εισαγγελεύς Πολυγύρου, επειδή κατηγγέλθη ζαπτιές εκώφευσε και ηδιαφόρησε.
Μεταβάντες δε και οι Σαννιώται να καταγγείλωσι παρά τω εισαγγελεί τα κακουργήματα του Σιακήρ, δεν ηδυνήθησαν να εύρωσι [κιατίπην;] ίνα συντάξη αυτοίς αναφοράν, πάντων των γραμματέων αποποιουμένων. Ο αυτός ο Σιακήρ σταλέν δια την είσπραξιν και εις το χωρίον Λουζίκι τε αυτά και ότι χείρω διέπραξεν, αλλ’ όταν ζαπτιέδες δια την είσπραξιν εξαποστέλλονται, προς τι οι εισπράκτορες; Και εν τούτοις ο το νιζάμι ειδώς κατά βάθος εισαγγελεύς Πολυγύρου Ιμπράμ εφέντης τούτους όλο εν εξαποστέλλει.
Έτερον δυστύχημα συνέβη ημίν κατ’ αυτάς. Οθωμανός τις συλλαβών κοράσιον οκταετές, θυγατέρα του συγχωρίου ημών Σαραφιανού, ενώ τούτο έβοσκε τους βόας ου μακράν του χωρίου, διεκόρευσεν αυτό εγκαταλιπών το δυστυχές τούτο πλάσμα ημιθανές. Τοιαύτη η κατάστασις ημών, αλλά τι να ζητήσωμεν την θεραπείαν των κακών τούτων, εις τον εισαγγελέα Πολυγύρου; Αλλ’ ούτος άμα είδε τους Σαννιώτας μεταβάντες εις Πολύγυρον να καταγγείλωσι τον Σιακήρ, εις αρρήτους εξετραχηλίσθη ύβρεις κατ’ αυτών, διότι εζήτησαν να εφαρμοσθή κατά των κακουργησάντων η δικαιοσύνη.
Χριστιανός τις εκ του χωρίου Αδάμ, Άγγελος καλούμενος, διατελών ως ζευγός εν τω τσιφλικίω Γερακαρούς, παρέλαβε την θυγατέρα αυτού α μετέβη εις τι παρακείμενον φρέαρ ίνα αντλήση ύδωρ, αλλ’ αιφνής είδε τέσσαρας οπλοφόρους [νέους;] να περικυκλώσωσιν αυτόν, αφού δ’ εκακοποίησαν τον δυστυχή τούτον, απήγαγον την θυγατέρα αυτού εις μέρος άγνωστον, καταμηνύσας δε την απαγωγήν της θυγατρός του εις τον εν Ζαγγλιβερίω αντιπροσώπου του γεν. εισαγγελέως Ιμπράμ εφέντη Δαούτ Τσιαούσην, ουδαμώς εισηκούσθη διότι ο εις των απαγωγέων ετύγχανεν υπηρέτης του Μεμής βέη, κυρίου του τσιφλικίου, ο δε Δαούτ τσιαούσης ενόμισε καθήκον του να χαρισθή μάλλον τω ισχυρώ Μεμής βέη, η υπακούση τω νόμω και ευσπλαχνισθή τον δυστυχή πατέρα, [όστις] μετά δακρύων παρεκάλη αυτόν ίνα λυτρώσι την απαχθείσαν θυγατέρα του. Ο Δαούτ τσιαούσης γνωρίζει βεβαίως την ανικανότητα του κυρίου του και δια τούτο εχαρίσθη τω Μεμής βέη, όστις ηπείλησε τω δυστυχεί πατρί, ότι ήθελε του πιή το αίμα, αν περαιτέρω κατεδίωκε τους απαγωγείς, άρα η απαγωγή συνέβη εν γνώσει του Μεμής βέη. Μετά εβδομάδα δε η νέα επανήλθεν εις το τσιφλίκι νύμφη πλέον, στεφθείσα βία και δυναστεία εν Κλήσαλη υπό του Παπά Παναγιώτου του αξίου τούτου λειτουργού του Υψίστου!"

24/3/09

Σχολική στέγη και βιαιοπραγίες εναντίον κατοίκων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 580
Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Ζαγγλιβερίου:
Πάλλει η καρδία ημών ακουόντων πολλαχόθεν, αναγιγνωσκόντων εν ταις εφημερίσι και βλεπόντων την πνευματικήν ανάπτυξιν και πρόοδον εις ην γιγαντιαίοις βήμασι βαίνει η δύσμοιρος πατρίς ημών Μακεδονία μεθ’ όλας τας επιβουλάς και ραδιουργίας των τυχοδιωκτών, ως και πολλαί πέριξ ημών ου μόνον κωμοπόλεις, εις το Ζαγγλιβέριον, αλλά και χωρίδια, πλην βασιλεύει εν τούτοις η ομόνοια και αγάπη, η κρηπίς αυτή της θρησκείας ημών και η βάσις παντός αγαθού και πάσης ηθικής και υλικής ευδαιμονίας˙ εν ημίν δε δυστυχώς ενεσπάρη πατροπαραδότως η επάρατος διαίρεσις και ενεφώλευσον η διχόνοια επενεγκούσα τελείαν καταστροφήν καίτοι δ’ ωθεί ημάς εις παντελή όλεθρον δεν αισθανόμεθα την ανάγκην ν’ ανακύψωμεν και εκ του κατέχοντος ημών βαρουχίου ύπνου εγερθώμεν και τα σχολιακά και κοινά ημών ανορθώσομεν, αλλ’ εμμένομεν εις την καταφθείρουσαν ημάς διχόνοιαν, εις τα βάναυσα και χαμερπή πάθη και εις τας μικροφιλοτιμίας˙ τούτων ένεκα καταληφθέντα τα της κοινότητος ημών υπό μαρασμού φθίνουσιν [ολοθέν] και εις παντελή όλεθρον σπεύδουσι.
Το υφιστάμενον σχολείον ημών ομοιάζει ταις πάλαι ποτέ φυλακαίς ή τοις μυθολογομένοις δολαπίοις. Προ δύο ετών ετέθη μεν ο θεμέλιος λίθος ίνα νέον ανοικοδομήσωμεν, αλλ’ ένθεν η διχόνοια, η μικροφιλοτιμία και η έλλειψις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ένθεν δε και η ανέχεια διατηρεί αυτό εισέτι με μόνον τον θεμέλιον μη εταίρου τινός επιπροστιθεμένου. Και όσον μεν αφορά την ανέχειαν τη συνδρομή και αρωγή πολλών φιλομούσων ίσως υπερενικώμεν τας οικονομικάς δυσχερείας, διότι έχομεν προφανέστατον παράδειγμα το χωρίον Τοπλίκια, όπερ δια του οβολού τούτου και εκείνου και της επιστασίας και ωθήσεως του φιλομούσου αρχιερέως ημών αγ. Αρδαμερίου, ωκοδόμησε κτίριον τοιούτο, οίον εν όλη σχεδόν τη Χαλκιδική δεν υπάρχει˙ έχομεν μεν και ημείς αυτόν τούτον τον μοχλόν προτρέποντα αδιαλείπτως και ενθαρρύνοντα ίνα προβώμεν, διότι και σχέδιον λαμπρόν εσχεδίασεν εν Θεσσαλονίκη, αλλ’ η καλή παρ’ ημών θέλησις και η φιλοτιμία λείπει δυστυχώς, και ενοικεί εν ημίν αγροικία και απαραδειγμάτιστος εις το κακόν επιμονή.
Ως αν μη ήρκουν ταύτα έχομεν και ετέραν πληγήν ανίατον, είναι δ’ αυτή ο παρά τισί συμπολίταις ημών οθωμανοίς υφιστάμενος έτι γενιτσαρισμός και τολμηροτάτη αυθαιρεσία εξασκουμένη εν όλη τη αφοβία και φανατικότητι, δια τούτο αν μη τεθή τέρμα και αι αρμόδιαι αρχαί δεν λάβωσι τα κατάλληλα μέτρα προς περιστολήν των διαπραττόντων τοιαύτα, κινδυνεύουσι τα συμφέροντα ου μόνον ημών, αλλά και της σεβαστής ημών Κυβερνήσεως.
Ενώ δ’ άλλοτε προσήρχοντο εις την αγοράν ημών, ως κεντρικήν, και εκ Θεσσαλονίκης Ιουδαίοι, και εξ Ιγρίτας και απωτέρων άλλων μερών, ήδη ένεκα των διαπραττομένων αρπαγών και καταχρήσεων έπαυσαν και περιοωρίσθη μόνον εις τα πέριξ τα εξ’ απολύτου ανάγκης ερχόμενα χωρία, αλλά και ούτοι προϊόντος του χρόνου αποσυρθήσονται, διότι οι ρηθέντες άμα πράγμα τι, είτε εδώδιμον, είτε άλλο τι αρέσκον αυτοίς παρουσιασθή, ως γύπες επιπέπτουσιν, αρπάζουσιν αυτό και ασυστόλως απέρχονται, ζητουμένης δε της αξίας αμέσως το χέρι επί της μαχαίρας και το στερεότυπον, σιατίρ γκιαούρ εις ενέργειαν˙ αν δε τις ευρεθή ολίγον θαρραλεώτερος και επιμένη ζητών το δίκαιόν του δεν προλαμβάνει ίνα καταμετρήση πόσας ή δια της μάχαιρας ή δια ροπάλου μέλλων να λάβει, ως συνέβη το παρελθόν σάββατον εν μέση αγορά, εν πλήρει μεσσημβρία.
Κηπουρός τις εκ Κιλήσαλη ενώ επώλει μελτζιάνας προσήλθον οι έντιμοι πρωτουργοί εις πάσαν τοιαύτην έκνομον πράξιν Μουσταφάς και Αλής Αμπούσταγα και εκλέξαντες τας καλλιτέρας παρέλαβον αυτάς και απήρχοντο, επειδή δ’ ο δυστυχής κηπουρός εζήτησε το δίκαιόν του, επετέθησαν κατ’ αυτού αμφότεροι οι αδελφοί και έδειραν αυτόν ελεεινά και ταύτα ενώπιον του εκεί σταθμεύοντος Γιανούση Τσιαούση του αντιπροσωπεύοντος το [χακιμάτι] Πολυγύρου. Άλλος έταιρος και χείρων τούτων ο Μουσταφάς Αλτή Παρμάκης, μεταβάς προ τινών ημερών εις το παντοπωλείον του συμπολίτου ημών Δημητρίου Γκιβιζινού έδωκε τω παντοπώλη τούτω πεντάριον τι και απήτει ίνα εξαργυρώση τούτο αντί τριών γροσίων και τριάκοντα παράδων, επειδή δ’ ο παντοπώλης επέμεινεν ότι τούτο κυκλοφορεί τρία γρόσια και είκοσιν, επετέθη αμέσως ο Αλτή Παρμάκης κατά του δυστυχούς τούτου δια ραβδίου˙ μαθών την συμβαίνουσαν σκηνήν και ο συνέταιρος αυτού και ημιάγριος Αλής Αμπούσαγα έσπευσεν ως συναρωγός του Αλτή Παρμάκη. Παρατυχών δε Χρήστος τις Καλαϊτζής εκεί έδραμε προς διάσωσιν του δερομένου δυστυχούς Δημητρίου, αλλ’ οι ρηθέντες στραφέντες και προς τον Χρήστον έδειραν αυτόν ελεεινά, πλην μη κορέσαντες την λύσσαν αυτών εζήτησαν την συνδρομήν και ετέρου συνεταίρου αυτών του περιβοήτου Αλήμ αγά εκ Κομανίτσης και ανέθηκαν αυτώ την τελείαν εξολόθρευσιν του ταλαιπώρου Χρήστου, ανθρώπου οικογενειάρχου και πτωχού κλεισθέντος ήδη ένεκα τούτου εν τη οικία αυτού και μη τολμώντος να εξέλθη εις την εργασίαν του.
Ταύτα και τα παραπλήσια τούτοις είναι συνήθη παρ’ ημίν, οις οι ρηθέντες χρώνται δίκην κτηνών˙ ίσως τις κατηγορήσει ημών επί νωθρότητι ότι ταύτα δεν καταγγέλομεν εις το δικαστήριον˙ καταγγειλάντων πολλάκις τοιαύτα και χείρων η τύχη ημών ου μόνον επί το βέλτιον δεν ετράπη, αλλ’ έτι μάλλον εδεινώθη.
Το παρελθόν έτος εφονεύθησαν συγχρόνως δύο συμπολίται ημών, ο Ανδρέας, γαμβρός των Τριανταφυλλάδων, και ο Δ. Δεληγιάννης υπό του Ααρίφη Ιμπραήμ αγά, καταγγείλαντες δ’ αυτόν οι συγγενείς των φονευθέντων και ζητήσαντες την τιμωρίαν του φονέως, διότι απεδείχθη σαφέστατα ότι ούτος διέπραξε τον φόνον, τι κατώρθωσαν; δίμηνον μόνον φυλάκισιν˙ άμα δ’ εστάλη εκ Πολυγύρου εις Θεσσαλονίκην, η εισαγγελία, άδηλον ημίν πως απελευθέρωσεν αυτόν, ήδη δ’ ωπλισμένος ως αστακός περιφέρεται πνέων εκδίκησιν κατά των κατ’ αυτού μαρτυρησάντων και, Κύριος οίδε, τις έχει την μαύρην μοίραν να υποστή ό,τι ο Ανδρέας και Δεληγιάννης! Του Ααρίφη ως φονέως μη τιμωρηθέντος, τις τολμά να καταγγείλη τον Αλή και Μουσταφάν Αμπούσαγα και τον Αλτή Παρμάκην, οίτινες νιζάμι και κανόνι έχουσι την μάχαιραν, τους δε νόμους και συντάγματα θεωρούν ως ουδέν;
Πεπείσμεθα ότι η σεβαστή ημών Κυβέρνησις η υπέρ της βελτιώσεως της τύχης απάντων αυτής των υπηκόων μεριμνώσα θέλει θέσει τέρμα εις τας καταχρήσεις ταύτας ίνα ούτω περισταλή και το αυθαίρετον των Αμπουσάδων και λοιπών, οίτινες κατέστησαν αι δέκα πληγαί του Φαραώ, πλουτίσαντες δια της αρπαγής και αδικίας, ανάγκη δε και η εισαγγελία Πολυγύρου, ίνα λαμβάνουσα ταύτα υπ’ όψιν προβή εις ανακρίσεις, μη ανεχομένη ίνα τοιαύτα διαπράττωνται εν μέσω ΙΘ’ αιώνι."

Καταπολέμιση της ακρίδας

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 566
Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Πολυγύρου από χρονολογίας 14 Ιουνίου:

Προλαβόντως έγραψα υμίν εκθέτων την εσκεμμένην πορείαν, ην προς καταδίωξιν της ληστείας ετρέπετο ο ενταύθα διαμένων χιλίαρχος Χασάν εφέντης, ήδη δε είμαι εις θέσιν να διαβεβαιώνω υμάς ότι από της ελεύσεως της Α. Ε. του Χελεμή πασσά, η γενική προσδοκία ουδάλως διεψεύσθη˙ η κοινωνία ημών εκαθαρίσθη παντός ληστρικού μιάσματος, οι δε και εν ταις ίδιαις οικίαις περίτρομοι κάτοικοι επεδόθησαν ανέτως εις τας εργασίας των, η εμπιστοσύνη επανήλθε, γενική δε χαρά επικρατεί καθ’ όλην την επαρχίαν. Ελπίζομεν ότι η κατάστασις αυτή θέλει διαρκέσει, η δε ελπίς αυτή ενισχύεται και εκ της αξιεπαίνου δραστηριότητος, ην αναπτύσσει το ενταύθα στρατοδικείον προς ανακάλυψιν των λησταποδόχων.
Ουγ’ ήττον καλάς διαβεβαιώσεις μεταδίδωμε υμίν και περι της εις το διαμέρισμα Κασσάνδρας και μέρη τινά της Καλαμαργιάς προ τινός καιρού αναφανείσης φθοροποιούς ακρίδος. Εις τοσούτον πλήθος κατά τα μέρη μας τουλάχιστον ποτέ δεν εφάνη, αλλά και ποτέ δεν καταδιώχθη μετά τοσαύτης δραστηριότητος και επιμονής. Η επιτυχία του σκοπού οφείλεται εις την πύρρειον θέλησιν ην επεδείξατο ο στρατιωτικός γιούζμπασης Χασάν εφέντης, και η εκ μέρους του Καϊμακάμη αποσταλείσα επιτροπή συγκειμένη εκ των κκ. Αγαπητού Δημητρίου και Χρ. Γαλανού, οίτινες εντός ολίγων ημερών, συντελούντων των τε κατοίκων και των οικονόμων των μετοχίων, κατόρθωσαν να θάψωσι περί τας δέκα χιλιάδας οκάδας ακρίδων, εις ηλικίαν μάλιστα καθ’ ην τρεις και τέσσαρες τοιαύται μόλις εζύγιζον ένα κόκκον."

Παράδοση Αθανασίου Συποτνικιώτου

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 562
Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Λιαριγκόβης από ημερομ. 29 παρελθόντος:
Υπάρχει γνώσσην ότι η εν ταις μέρεσι ταύταις …. προ καιρού ληστεία ανησύχισε τους φιλησύχους κατοίκους και της εργασίας αυτών παρεκώλυσε και βίαν [] ούκ ολίγην προξένησεν˙ εις καταδίωξιν ταύτης απεστάλη κατ’ αρχάς ο ταγματάρχης Χασάν εφένδης, ούτινος τα δραστικά μέτρα παρέστειλεν ταύτην και …. ήρξαντο της εργασίας αυτών….
(Ακολουθεί αναφορά του αποκεφαλισμού των ληστών και η έκθεση των κεφαλών τους σε κοινή θέα).
Και έτερον ευχάριστον επεισόδιον έλαβε χώραν˙ ο εκ Συποτνικίων Αθανάσιος, ο περιβόητος εν τοις μέρεσι ταύταις, ο επί πολλών χρόνων μετελθών τον ληστρικόν βίον, τη συνεργεία του αρχιερέως αγ. Αρδαμερίου Π. Κωνσταντίου ελθών εις Λιαρίγκοβην κατέθηκε την υποταγήν αυτού μετά τεσσάρων οπαδών του εις τους πόδας της Α. εξοχότητος του Σελεμή πασσά, ως και του μεχαλάγη Φεσίτ βέη και του Καϊμακάμη βέη του στρατού εγγυάται την τε καταδίωξιν της ληστείας και την ολοσχερή αυτής εξόντωσιν.
Την Α. εξοχότητα συνοδευομένην υπό του μεχαλάγη και ενός σώματος ιππικού εδέχθησαν μετά μεγίστης ευχαριστήσεως άπαντες οι κάτοικοι των Μαδεμοχωρίων. Οι μαθηταί όλων των σχολείων μετά των διδασκάλων και πλήθος άπειρον άνω της κωμοπόλεως υποδέχθησαν τους δραστήριους τούτους υπαλλήλους της Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως, συνοδευομένους και υπό του αρχιερέως ημών αγ. Πανοσ. Κ. Μελετίου από Ρεσετνικίων. Οι μαθηταί απήγγειλον λογύδριον εκφράσαντες την ευχαρίστησιν αυτών, διότι είδον τον προστάτην αυτών το πλήθος εκέκραξε μετά των μαθητών και διδασκάλων το “Ζήτω ο Σουλτάν Χαμήτ, Ζήτω ο Σελεμή πασσάς” πρωτύτερα δε συνταχθέν υπό του Έλληνος διδασκάλου εφάνη υπό των μαθητών κάτωθεν της οικίας της Α. εξοχότητος, μετά το τέλος του οποίου τρεις των μαθητών ανεβώντες την κλίμακα της οικίας ενεχείρισαν τη Α. εξοχότητα ανθοδέσμην, ην μετ’ ευχαριστήσεως δεξάμενη η Α. εξοχότης εξέφρασε την ευχαρίστησίν της αποτείνοντας και τας πατρικάς αυτής συμβουλάς προς τε τους μαθητάς και λοιπούς, απεδείξατο σαφέστατα την ευαρέσκειαν της και ταύτα εν συνόψει περί τούτων. Περί δε της ληστείας λέγομεν ότι αυτή καταδιώκεται δραστηρίως υπό των Αυτοκρατορικών στρατευμάτων νυχθημερόν τρεχόντων παντού και εσμέν βέβαιοι ότι μετ’ ου πολύ ουδ’ ίχνος αυτής θέλει αναφανή….
Υ.Γ. Ταύτη τη στιγμή και έτερος ληστής Νικόλαος Στάιγκος [] την υποταγήν αυτού υπό τους πόδας της Α. εξοχότητος."

Ληστρική συμμορία Αθανασίου Συποτνικιώτου

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 561
Ημερομηνία: 29 Μαϊου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Ρεσετνικίων της Κασσάνδρας από χρονόλ. 14 μαΐου τα εξής:
Ευχαρίστως αναγγέλλομεν υμίν ότι η την επαρχίαν προ καιρού λυμαινόμενη ληστρική συμμορία υπό την αρχηγίαν του διαβοήτου Συποτνικιώτου Αθανασίου προσελθούσα κατέθεσε σήμερον τα όπλα ενώπιον της Α. Πανιερότητος του Αγ. Αρδαμερίου, όστις παραλαβών αυτούς εκ του χωρίου Συποτνίκια ωδήγησε προς την Α. Εξοχότητα τον στρατιωτικόν διοικητήν Χιλεμή πασσά διατρίβοντα εν Λαρίγκοβη.
Επαινούντες δικαίως την Α. Εξοχότητα δι όσα προς κατάπαυσιν της ληστείας μετήλθε στρατηγικά και σωτήρια σχέδια, δεν δυνάμεθα να αρνηθώμεν και την ευγνωμοσύνην μας προς την Α. Πανιερότητα τον κ. Κωνστάντιον κατορθώσαντα την προσέλευσιν."

Άρθρα παλαιών εφημερίδων

Από σήμερα και κάθε εβδομάδα, θα αναρτώνται σε αυτό το σημείο άρθρα παλαιών εφημερίδων, που αναφέρονται στον Άγιο Πρόδρομο ή στα γύρω χωριά. Καλή ανάγνωση!

22/3/09

Ήθη και έθιμα, ξεχασμένα και μη...

Πολλά και ενδιαφέροντα τα έθιμα που γίνονταν παλιά στο χωριό μας. Άλλα ξεχασμένα και άλλα που συνεχίζουν μέχρι σήμερά. Σε αυτή την στήλη λοιπόν θα περιγράφονται έθιμα του Αγίου Προδρόμου.

21/3/09

Σύντομη ιστορία του Αγίου Προδρόμου

Άγιος Πρόδρομος

Τι να πει κανείς γι' αυτό το χωριό που όλοι αγαπάμε και λατρεύουμε. Παιδικές μνήμες έρχονται στον νου, τότε που τα πράγματα ήταν πιο ξέγνοιαστα. Τότε που οι γειτονιές γέμιζαν με παιδιά, το ποτάμι ήταν μόνιμο στέκι για σκανταλιές, οι βόλτες στο βουνό, τα ποδήλατα. Ένα χωριό που έχουμε όλοι στην καρδιά μας, είτε μένουμε σ' αυτό είτε όχι.

Ο Άγιος Πρόδρομος είναι ένα χωριό με πλούσια ιστορία. Με μακραίωνο παρελθόν, σταθερό παρόν και σίγουρο μέλλον. Αλλά ας πούμε λίγα πράγματα για την ιστορία του, που στους περισσότερους από εμάς είναι λίγο ως πολύ άγνωστη.

Στην περιοχή του Αγίου Προδρόμου, έχουν επισημανθεί αρκετές θέσεις όπου υπήρχαν μικροί συνοικισμοί κατά την κλασική και ελληνιστική εποχή (Κάμπος, Άη-Λιας, Σαραντηνού, Παλαιμπ’γιάδα, Καστέλλι κ.ά), όπως επίσης έχουν εντοπιστεί τάφοι της ρωμαϊκής εποχής στα όρια της κοινότητας.

Στη συνέχεια, μέχρι και τον 10ο αιώνα, δεν έχουμε καμία πληροφορία για την ύπαρξη οικισμών στην περιοχή. Το 996, εμφανίζεται σε έγγραφο της Ι.Μ. Ιβήρων για πρώτη φορά, το όνομα Ρεσετηνίκια. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, το χωριό αυτό μαζί με άλλα γειτονικά (Βατονεία, Μουσδόλοκας, Κρανέα) καταστράφηκαν από αλλεπάλληλες επιδρομές Βουλγάρων και οι κάτοικοί των χωρίων αυτών εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που ανήκαν στην τότε Μονή Πολυγύρου (η λεγόμενη των Χαβουνίων). Παρόλα αυτά εξακολουθούσαν να έχουν την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους ιδιοκτησίας για τις καλλιέργειες που διέθεταν στα χωριά τους, με την ελπίδα να επιστρέψουν κάποια στιγμή πίσω. Κτηνοτρόφοι και γεωργοί οι περισσότεροι, καλλιεργούσαν εκτάσεις της μονής Πολυγύρου, είχαν όμως την υποχρέωση να δίνουν ένα κομμάτι από την παραγωγή τους στο μοναστήρι, τα γειόμορα και τα νόμιστρα.

Όσον αφορά το όνομα Ρεσετηνίκια, η ετυμολογία της λέξης είναι δύσκολη, όσο και παρακινδυνευμένη. Είτε είναι ελληνικής προέλευσης, με δεύτερο συνθετικό την λέξη “νίκη”, όπως πολλά άλλα τοπωνύμια με παρόμοια ρίζα (Στρατονίκεια, Θεσσαλονίκη), είτε ξενικής, πράγμα σπάνιο αλλά όχι απίθανο, λόγω της εισβολής πολλών φυλών (Βουλγάρων, Σλάβων κτλ) στην περιοχή από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα, και της σύντομης, αλλά όχι αναίμακτης κυριαρχίας τους εδώ. Ίσως δηλαδή προέρχεται από το παλαιοσλαβικό reseto, που σημαίνει κόσκινο και την κατάληξη –nik, που δηλώνει ιδιότητα ή επάγγελμα, resetnik δηλαδή ο κατασκευαστής ή χειριστής κόσκινου, ο κοσκινάς. Υπάρχει επομένως η πιθανότητα να συνδέεται με την παρουσία μαλαματάδων στην περιοχή, οι οποίοι κοσκίνιζαν την άμμο από το ποτάμι για την ανεύρεση προσχωματικού χρυσού και ασημιού, ή το άλεσμα και το κοσκίνισμα αλεύρων στους τοπικούς νερόμυλους.

Άλλωστε, σε έγγραφο της Ι.Μ. Δοχειαρίου του 1356 γίνεται αναφορά για "μυλοστάσια δώδεκα κρατούντα τον εκείσε ποταμόν άχρι της τούμβης της μεγάλης του Αγίου Μάμαντος". Σε αυτά τα μυλοστάσια προφανώς χτίστηκαν κατά την βυζαντινή εποχή νερόμυλοι, μερικοί από τους οποίους διασώζονται μέχρι και σήμερα. Στα νεότερα χρόνια θα κατασκευασθούν στα σημεία αυτά και άλλοι νερόμυλοι και ντρίστες.

Η περιοχή καταλαμβάνεται από τους Τούρκους στα μέσα του 15ου αιώνα, οι οποίοι αλλάζουν το όνομα του οικισμού σε Residnik ή Resanik. Το χωριό επί τουρκοκρατίας ανήκε στην επαρχία της Παζαρούδας (ναχιγιέ του Παζαργκιάχ΄, της σημερινής Ν. Απολλωνίας). Κατά την πρώτη οθωμανική απογραφή του 1478/79 τα Ρεσετνίκια μαζί με τα Τοπλίκια (σημ. Γεροπλάτανο) έχουν 30 χριστιανικά νοικοκυριά, 2 άγαμους και 2 χήρες, το 1519 έχουν μόνα τους χωρίς τα Τοπλίκια 63 χριστιανικά νοικοκυριά, 16 άγαμους και 4 χήρες, το 1527 φαίνονται 73 νοικοκυριά, 10 άγαμοι, 4 χήρες.

Το 1568 αναφέρεται ο κτηματίας Αχμέτ, γιος του Μεχμέτ, ως κύριος του τσιφλικιού, το οποίο διέθετε 44 νοικοκυριά, 41 άγαμους και 4 χήρες. Ο οικισμός είχε 3 κληρικούς. Στο χωριό καλλιεργούνταν σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη, κεχρί, βρώμη, αμπέλια, λινάρι, κάνναβη, λαχανικά, εκτρέφονταν μελίσσια και χοίροι και υπήρχαν 5 νερόμυλοι. Το 1696 καταβάλλει φόρο κάρβουνου 2160 άσπρα στην Υψηλή Πύλη.

Η επόμενη γνωστή αναφορά που έχουμε προέρχεται από οθωμανικό κώδικα του 1724/25. Οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν στα ταμεία του Οθωμανικού κράτους 5625 ασημένια νομίσματα για την πληρωμή μισθοφόρων στρατιωτών που φιλούσαν τα στενά της Ρεντίνας, για επισκευές, για πολεμική και ειρηνική συνδρομή και για τους ταχυδρομικούς σταθμούς, καθώς και 2 φορτία ξύλα.

Από τα μέσα του 18ου αιώνα, το χωριό ήταν τσιφλίκι του Οθωμανού Τσαούς Ζαδέ, πρώην ειρηνοδίκη Σόφιας, ο οποίος αργότερα το μεταβίβασε στον γιο του Αχμέτ Ρεσίτ. Στα 1804, η Σεριφέ Νεφισέ χανούμ, ιδιοκτήτρια του τσιφλικιού Σανών, διεκδικεί μέρος της κτηματικής περιοχής από τον Αχμέτ Ρεσίτ, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Άγγλος περιηγητής William M. Leake, αναφέρει το χωριό Rezitnikia, περνώντας από την περιοχή το 1807.

Τον Μάιο του 1821 η Χαλκιδική επαναστατεί υπό την αρχηγεία του Εμμανουήλ Παπά. H επανάσταση αποτυγχάνει και οι Τούρκοι εισβάλουν στην Χαλκιδική καταστρέφοντας όλα τα χωριά και σκοτώνοντας πολλούς από τους κατοίκους της. Η ίδια μοίρα επιφυλάσσεται και για τα Ρεσετνίκια. Το χωριό καίγεται ολοσχερώς στα τέλη Ιουνίου, πολλοί άντρες σκοτώνονται, γυναίκες και παιδιά πιάνονται αιχμάλωτοι, και πωλούνται στα σκλαβοπάζαρα ή εξισλαμίζονται. Όσοι γλιτώνουν κρύβονται στα βουνά ή καταφεύγουν στο Άγιον Όρος, στην Κασσάνδρα και την Σιθωνία, κι από κει στις Β. Σποράδες και την Ν. Ελλάδα. Διασώζεται μάλιστα και το όνομα ενός αγωνιστή από τα Ρεσετνίκια, του Στέργιου Αντωνίου, ο οποίος, αφού διέφυγε στην Ν. Ελλάδα, εντάχθηκε μετά το 1829 στον τακτικό στρατό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με τον βαθμό του λοχία.

Σε τουρκικό κατάλογο του 1822 διαβάζουμε ότι τα Ρεσετνίκια μαζί με άλλα χωριά "δυνάμει φιρμανίου” απαλλάσσονται από την υποχρέωση πληρωμής φόρων, μια και το χωριό είχε καεί, η γη δεν είχε καλλιεργηθεί και οι κάτοικοι ήταν ακόμη διασκορπισμένοι. Επίσης από άλλη πηγή εκμαιεύουμε ότι ενώ πριν το 1821 υπήρχαν στο χωριό 24 ζευγάρια αροτρίωνα ζώα για γεωργικές εργασίες, το 1824 όλα είχαν διασκορπιστεί. Πάντως μέσα σε μια δεκαπενταετία μετά το 1821, μέρος των κατοίκων του χωριού πρέπει σιγά-σιγά να είχαν επιστρέψει, όπως και οικογένειες από άλλα μέρη, μετά και την αμνηστία που παραχώρησε η οθωμανική κυβέρνηση.

Στα 1830, ο Αχμέτ Ρεσίτ πωλεί το τσιφλίκι Ρεσιτνικίων στην χριστιανή Σαρούλα Άμποτ, κάτοικο Θεσσαλονίκης, σύζυγο του Γάλλου γιατρού Φήλιξ Λαφόν, και εγγονή του Έλληνα εμπόρου Νάνου Καυταντζόγλου. Αυτή με την σειρά της, το 1846, πωλεί το τσιφλίκι σε εξαμελή επιτροπή κατοίκων του χωριού. Εκείνη την εποχή, το χωριό διέθετε δύο “διακεκριμένες” οικίες με στάβλο στο ισόγειο και αυλή (προφανώς διώροφα σπίτια), 55 αγροτικά οικήματα (ίσως μονώροφα) στα οποία διέμεναν οι κάτοικοι και εργάτες του τσιφλικιού, μία αχυρώνα και έναν υδρόμυλο. Στον οικισμό επίσης περιλαμβάνονταν χειμερινές και θερινές βοσκές ζώων, τσαΐρια και ακαλλιέργητες εκτάσεις και 1200 συκομουριές.

Μέχρι το 1850 το χωριό πρέπει να είχε αποκτήσει ξανά συμπαγή πληθυσμό. Λίγο πριν το έτος 1840, ο Νικολαϊδης που περνάει από την περιοχή, μαρτυρεί ότι στο χωριό διέμεναν 60 οικογένειες. Απόδειξη αποτελούν επίσης οι κτητορικές πλάκες της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μέσα στο χωριό (κτίστηκε το 1851) και του Αγίου Προδρόμου (το εξωκλήσι κτίστηκε το 1852). Το χωριό αναπτύσσει σχέσεις με τα αγιορείτικα μοναστήρια, νοικιάζοντας στα κοπάδια τους εκτάσεις για βοσκή. Το 1869 ο Νικόλαος Χρυσανθίδης από την Κων/πολη, πραγματοποιώντας ένα ταξίδι στη Χαλκιδική, καταγράφει ότι τα Ρεσετνίκια είχαν 70 περίπου σπίτια. Στην δεκαετία 1880-1890, από αρκετές πλέον πηγές, ενημερωνόμαστε ότι στο χωριό διέμεναν 100-110 οικογένειες, υπήρχαν 2 εκκλησίες (μαζί με τον Άγ. Γεώργιο), μαγαζιά, χάνια, νερόμυλοι. Ήδη από το 1876 υπήρχε γραμματοδιδασκαλείο με έναν δάσκαλο, το οποίο πριν το 1884-86 γίνεται δημοτικό με 60-70 παιδιά.

Κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904 - 1908) αρκετοί Αγιοπροδρομίτες υπήρξαν πράκτορες ή υποστηρικτές του αγώνα, περιθάλποντας αρκετούς αγωνιστές. Μερικοί από αυτούς, οι οποίοι αναφέρονται σε σημειώσεις και κατάστιχα μακεδονομάχων είναι οι Δημήτριος Παπαοικονόμου (Οικονόμου), Αστέριος Παπαστερίου (Γραμμένος), Κων/νος Πακάλης (Βακάλης), Εμμανουήλ Μπατζιάλας (Βατζόλας), Νικόλαος Γεωργίου (Κοκκώνης ή Βατζόλας), Δημητράκης Αβράμης (Αβραμίδης).

Τον Οκτώβριο του 1912, λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, διάφορα ελληνικά σώματα δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Στα Ρεσετνίκια μάλιστα στις 20 Οκτωβρίου, λαμβάνουν χώρα και αψιμαχίες. Ελληνικό σώμα 40 ατόμων υπό την αρχηγεία του καπετάν Γιάννη Ράμναλη, ενισχυμένο και από κατοίκους των γύρω χωριών περικυκλώνει το χωριό, καθώς στο λεγόμενο βακούφικο χάνι διανυκτέρευαν γύρω στους 50 επίστρατους Τούρκους από τα χωριά της Καλαμαριάς. Το πρωί αρχίζει το τουφεκίδι και αφού οι Έλληνες βάζουν φωτιά στο χάνι, οι Τούρκοι αναγκάζονται να βγουν έξω το απόγευμα. Μάλιστα λέγεται ότι γλίτωσε μόνον ένας ή κατ' άλλους πέντε. Στις 26 Οκτωβρίου ελευθερώνεται η Θεσσαλονίκη. Ένα όνειρο αιώνων γίνεται πραγματικότητα.

Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς, συστήνεται η Κοινότητα Γαλατίστης, με έδρα την Γαλάτιστα και συνοικισμούς τον Γαλαρινό, τα Ρεσετνίκια και την Αγία Αναστασία. Η Χαλκιδική ανήκε στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά από λίγα χρόνια συστήνεται από το ελληνικό κράτος μία επιτροπή με σκοπό να αλλάξει τα "βάρβαρα και κακόφωνα ονόματα" των χωριών. Έτσι το 1918, το όνομα του χωριού μας αλλάζει αυθαίρετα σε Άγιος Πέτρος! Ύστερα από αντιδράσεις και διαμαρτυρίες των κατοίκων, το 1928 το χωριό ονομάζεται Άγιος Πρόδρομος.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, και στη συνέχεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, πολλοί Αγιοπροδρομίτες πολεμούν στα μέτωπα των μαχών, και αρκετοί από αυτούς δεν γυρίζουν πίσω. Ακολουθεί μία περίοδος ανάπτυξης για το χωριό κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Στη συνέχεια ξεσπάει ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, με την εκστρατεία στην Αλβανία και έπειτα με την τριπλή κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα. Ο ηρωισμός των Αγιοπροδρομιτών, όπως και όλων των άλλων Χαλκιδικιωτών, είναι αξιοσημείωτος. Στη συνέχεια ακολουθεί ο Εμφύλιος, ένας αδελφοκτόνος πόλεμος, ο οποίος θα αφήσει βαθιά τα σημάδια του στους κατοίκους και την Ελλάδα.

Τα επόμενα χρόνια, η φτώχεια και η ανεργία θα οδηγήσουν πολλούς κατοίκους του χωριού στην Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, με την ελπίδα κάποια στιγμή να γυρίσουν πίσω. Όσοι πάλι παραμένουν, θα εργαστούν σκληρά, με κόπους και αγώνες, για να ζήσουν τις οικογένειές τους και να αναστήσουν το χωριό. Έτσι, ο Άγιος Πρόδρομος φτάνει στις μέρες μας να είναι ένα δυναμικό χωριό, με φιλήσυχους και εργατικούς κατοίκους, με διάθεση για δημιουργία και προκοπή.