Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη (Ολύνθιο) ποταμό να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 17 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

31/3/09

Άσπρου πουλάκι (Ιερισσός)

Άσπρου πουλάκι1

Ν’ ασπρού πουλά, (δις)
ν’ ασπρού πουλάκι, ρούσα μ’, κάθιτι,
ν’ ασπρού πουλάκι κάθιτι
σι πράσινου κλαράκι.
Κι τα φτιρού, (δις)
κι τα φτιρούδια του, ρούσα μ’, τσιμπά,
κι τα φτιρούδια του τσιμπά
κι την αγάπη λέγει,
- Ν’ αγάπη μου, (δις)
ν’ αγάπη μου, ρούσα μ’ καλουκιρ’νή,
ν’ αγάπη μου καλουκιρ’νή
να σ’ είχα του χειμώνα.
Του καλουκαί, (δις)
του καλουκαίρι, ρούσα μ’ για δρουσιά,
του καλουκαίρι για δρουσιά
κι του χειμών’ για ζέστα.
Κι του μισού, (δις)
κι του μισουκαλόκιρου,
κι του μισουκαλόκιρου
για δρουσιρό αέρα.
Κασσαντρινού, (δις)
Κασσαντρινούδις, ρούσα μ’, όμουρφις,
Κασσαντρινούδις όμουρφις
Πουλυγυρ’νες κουπέλις,
κι αυτές οι Ιε, (δις)
κι αυτές οι Ιερισσιώτισις,
κι αυτές οι Ιερισσιώτισις
είνι καψουκαρδούσις.
Δίνουν παρά, (δις)
δίνουν παράδις, ρούσα μ’, κι φλουριά,
δίνουν παράδις κι φλουριά
στου δόλιου του φκιασίδι.
1. Καλοκαιρινό τραγούδι της Ιερισσού.

Η Μανιώ (Γαλάτιστα)

Η Μανιώ1
Νιψές μας κλέψαν τη Μανιώ (δις)
τρεις Τούρκοι Αρβανιτάδις,
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
τρεις Τούρκοι Αρβανιτάδις
αμάν, αμάν για το Θεό.
Την πήραν και την πήγανε (δις)
σι Τούρκουμαχαλάδις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
σι Τούρκουμαχαλάδις
αμάν, δε βγαίνεις να σε δω.
Μανιώ μου το φεσάκι2 σου (δις)
μην το πολυστραβώνεις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
μην το πολυστραβώνεις
αμάν, αμάν για το Θεό.
Τα καρυοφύλλια άναψαν (δις)
κι ως το πρωί γλιτώνεις
αμάν, αμάν γκιουζέλ Μανιώ,
κι ως το πρωί γλιτώνεις
αμάν, δε βγαίνεις να σε δγιω.
1. Δρομικός χορός που χορεύεται την ημέρα των Θεοφανίων κατά τη διάρκεια του "Εθίμου της καμήλας". Σύμφωνα με την ιστορία, όταν Τούρκοι στρατιώτες έκλεψαν μία κοπέλα με το όνομα Μανιώ, από το χωριό, οι Γαλατσάνοι για να πάρουν πίσω το κορίτσι, επινόησαν την καμήλα. Κρύφτηκαν κάτω από ένα ομοίωμα καμήλας, ξεγέλασαν τους Τούρκους και πήραν πίσω την Μανιώ. Την επόμενη μέρα έγινε ο γάμος της Μανιώς και του άντρα που την αγαπούσε και επινόησε την καμήλα, και έτσι του Αη-Γιαννιού γίνεται αναπαράσταση του γάμου τους.
2. Κατ’ άλλους "Μανιώ μου το φακιόλι σου".

Η Κοντούσινα

Η Κοντούσινα1
Το μάθατι τι γίνηκε
τούτου του καλουκαίρι;
Μας πήραν την Κοντούσινα
και πάν’ να την τουρκέψουν.
Τη βάν’ μπροστά, δεν περπατεί,
πίσω και δεν πααίνει,
με τα βουνά όλου λόγιαζε,
με τα βουνά λουγιάζει.
- Πού ‘σαι Κοντούση μ’ να με διείς
πώς πάν’ να με τουρκέψουν;
Του λόγου δεν τουν έσωσι,
τη σεντυχιά δεν πήρε
και να ο Κοντούσης κι έφτασι
και να ο Κοντούσης κι ήρθε,
στα δόντια κράτιει του σπαθί,
στα χέρια του ντουφέκι.
Πικρό γιουρούσι έκαμι
μέσα στους Αρβανίτες
και πήρε την Κοντούσινα
και πήρι την καλή του.
1. Ανέκδοτο τραγούδι που συναντάται σε χειρόγραφο του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1891. Το χειρόγραφο περιέχει δημώδη άσματα “Των περί τον Πολύγυρον ιδία χωρίων”. Το τραγούδι διασώζεται στα "Χρονικά της Χαλκιδικής", Τεύχος 3 - 1962, περιοδική έκδοση της Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής.

Τραγούδια Χαλκιδικής

Από σήμερα και στο εξής, σε τακτά χρονικά διαστήματα θα δημοσιοποιούνται οι στίχοι δημοτικών τραγουδιών από τη Χαλκιδική. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος, κι έτσι τα τραγούδια αυτά θα μας συντροφεύουν για αρκετές εβδομάδες.

29/3/09

Τοπωνύμια Αγίου Προδρόμου

Παρακάτω γίνεται μία προσπάθεια καταγραφής των τοπωνυμίων του χωριού. Σίγουρα δεν είναι ολοκληρωμένη, και μάλλον απαιτείται γνώση της γεωγραφίας της περιοχής για να προσδιορίζει κανείς την θέση των περιοχών αυτών. Μπορεί όμως κανείς να διαβάσει ερμηνείες των ονομάτων αυτών, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Αγγελής: Γύρω από το εξωκλήσι του Άη-Γιώργη.
Άη-Γιώρ’ς: Το εξωκλήσι του Αη-Γιώργη, ΝΑ. του χωριού.
Άη-Κ’στόφορος: Το εξωκλήσι του Αγίου Χριστόφορου.
Άη-Λιας: Το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία.

Η κτητορική πλάκα στο εξωκλήσι του Αγίου ΠροδρόμουΑη-Πρόδρομος: Το εξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Κτίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1852.
Αλωνούδ’: Το ύψωμα πάνω από το γήπεδο του χωριού. Ονομαζόταν έτσι επειδή ήταν ίσιο σαν αλώνι.
Αμπελούδ’: Ίσως υπήρχε κάποιο αμπέλι τα παλιά χρόνια, μία καλλιέργεια που έχει χαθεί από τον Άγιο Πρόδρομο τον τελευταίο μισό αιώνα. Άλλωστε παλαιότερα το χωριό διέθετε και δικό του αποστακτήρα (ιδιοκτησίας της εκκλησίας).
Αντραγασιά (Εντραγωσιά): Κοντά στον Άγιο Χριστόφορο. Αντραγασιά λέγεται το μέρος που μένει ο αγροφύλακας (δραγάτης) για να φυλάει από εκεί τα αμπέλια.
Απλός: Είναι ο δρόμος που κατεβαίνει απ’ τον Άγιο Χριστόφορο, αλλά από την μεριά του χωριού. Ο δρόμος αυτός κατέβαινε “Στου Κολυμπάν’ το μύλο”, ήταν πολύ πετρώδης και από αυτόν οι χωρικοί πήγαιναν παλιά στο πανηγύρι.
Ασπροβόλες: Ερχόμενοι από τη Θεσ/νίκη, η τοποθεσία αυτή βρίσκεται δεξιά. Από το σημείο εκείνο αντικρίζεις το χωριό. Το σημείο είχε πολλές ασπροβόλες πέτρες και μια αγκορτσιά.
Βακοπουλιάνα: Απουλιάνα ονομάζεται το ανοιχτό από βλάστηση επίπεδο μέρος. Βάκα στα βλάχικα είναι η αγελάδα. Ίσως να πρόκειται για ανοιχτό μέρος όπου έβοσκαν αγελάδες.
Βαράδ’(ι): Κατεβαίνοντας το ποτάμι από το “Λαγκαδούδ’”, πριν τον “Βαγγέλη τον βύραγγα” βρίσκεται το “Βαράδι”.
Βαρσάμ’: Το όνομα της τοποθεσίας μάλλον προέρχεται από κάποιον με το όνομα Βαρσάμη. Βρίσκεται πάνω από το “Αλωνούδ’”, στο Βαβδινό το σύνορο.
Βουλιαγμένα: Βρίσκεται δεξιά απ’ το “Καστελούδ’”, δίπλα σε ένα λαγκάδι που κατεβαίνει απ’ τον Αη-Λια, πριν φτάσεις στη “Σμίξη”. Στο σημείο εκείνο βουλιάζει το έδαφος.
Βουρτώπα: Ακολουθώντας την παλιά εθνική οδό, από το εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου προς το "Καμίνι", δεξιά κι αριστερά από τον δρόμο, πέρα από το γεφυράκι είχε ένα άνοιγμα μέσα στο δάσος. Λεγόταν Βουρτώπα.
Βρωμονέρ’: Βρίσκεται παραπάνω απ’ τον Αη-Λια, αριστερά μέσα σε ένα λαγκάδι. Αυτό το λαγκάδι, κατεβαίνοντας προς τα κάτω βγάζει στα “Βουλιαγμένα”. Ονομάστηκε έτσι επειδή στο σημείο εκείνο το ποτάμι κατέβαζε λάσπες.
Γάβριο: Πίσω από τις “Ασπροβόλες”. Εκεί "βγαίνει" το νερό με το οποίο γινόταν η ύδρευση του χωριού παλιότερα. Το γάβριο είναι είδος δέντρου, και μάλλον η περιοχή ήταν γεμάτη από γάβρια.
Γκαβοπουλιάνα: Αριστερά και πίσω από το εξωκλήσι του Αγίου Ραφαήλ. Κάποτε το μέρος ήταν ανοιχτό, αλλά τώρα έχει γεμίσει δέντρα.
Γκουγκ’δάδ’κα: Ο ανατολικός μαχαλάς του χωριού. Ο δυτικός λεγόταν Μητσαράδ'κα. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πως πήρανε οι μαχαλάδες τα συγκεκριμένα ονόματα.
Γουστερίτσα: Γουστέρα είναι η σαύρα.
Δαμασκ’νιά: Βρίσκεται πριν φτάσεις στο “Καστέλ” αριστερά. Ίσως είχε δαμασκηνιές εκεί.
Εκβεστοριά (Ασβεσταριά): Βρίσκεται παραπάνω απ’ “Τ’ Ανοιξιά τον μπαξέ”. Εκεί βρίσκεται το παλιό ασβεστοκάμινο που είχαν οι Δαφνήδες.
Ίσιωμα: Μέρος ίσιο και επίπεδο.
Καζανούδια: Είχε μεγάλες στέρνες που έμοιαζαν με καζάνια. Μέσα σε αυτά έκαναν τα μικρά παιδιά μπάνιο το καλοκαίρι, μια και δεν υπήρχε η πολυτέλεια να πάνε στην θάλασσα.
Καμήλα: Έτσι ονομάζεται η περιοχή στην οποία βρίσκεται ο οικισμός λίγο πιο πέρα από το εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου, πηγαίνοντας απ’ την παλιά εθνική οδό στον Πολύγυρο.

Το καμίνι χιονισμένοΚαμίν’: Το ασβεστοκάμινο της οικογένειας Δαφνή, που διακρίνεται δίπλα στον δρόμο, πηγαίνοντας από Άγιο Πρόδρομο για Πολύγυρο.
Κάμπος: Επάνω από το εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου.
Καπαρούδια: Μέσα στο χωριό, στον ανατολικό μαχαλά. Εκεί είχε όλο κάπαρα, δηλαδή πέτρες. Στο μέρος αυτό υπήρχε παλιά και δημοτική βρύση.
Καρυές: Περνώντας το εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου και πηγαίνοντας για Ζερβοχώρια, αριστερά πάνω στο ύψωμα. Εκεί το λαγκάδι ήταν γεμάτο καρυδιές.
Καστέλ’: Έτσι ονομάζεται το βουνό πίσω απ’ τον Άγιο Χριστόφορο, πιθανόν γιατί έμοιζε με καστέλλι=κάστρο.
Καστελούδ’: Βρίσκεται κάτω απ’ τον Αη-Λια.
Κάτ’να: Πηγαίνοντας για τον Αη-Γιώργη, αριστερά απ’ τον δρόμο. Στο σημείο εκείνο το μέρος ήταν κατηφορικό.

Το Κελλί. Δεξιά διακρίνεται η Κασσάνδρα και στο κέντρο ο ΧΥΤΑ ΠολυγύρουΤο Μπυργούδ'Το Λας Μπ'γιάδ κάτω απ' τα πλατάνια
Κελλί: Το βουνό που βρίσκεται πέρα απ’ το “Αλωνούδ’”, πίσω από το “Βαρσάμ’”. Στα λατινικά cella = είδος καμάρας.
Κερασιά: Βρίσκεται στο ύψωμα, πηγαίνοντας για Γεροπλάτανο, δεξιά από την διασταύρωση για τα Σανά. Εκεί είχε κερασιές.
Κερασούδα
Κεχρινιές: Είναι μία πλαγιά, η οποία βρίσκεται πολύ παραπάνω από τα “Καζανούδια”. Πιθανόν στο μέρος εκείνο να καλλιεργούνταν κεχρί.
Κλήμα: Βρίσκεται αριστερά από το εξωκλήσι του Αγ. Προδρόμου, πηγαίνοντας για Γεροπλάτανο. Είναι ένα ίσιωμα στο οποίο πριν το 1940 υπήρχαν αμπέλια. Το κλίμα μάλιστα της περιοχής είναι πιο ήπιο σε σχέση με το κλίμα του χωριού.
Κλώσμα: Ήταν κοντά στον “Αη-Γιώρ’”. Κλώσμα σημαίνει στροφή.
Κόκκινος όχτος: Αυτός το λαγκάδι (όχτος) βρίσκεται δίπλα από τον χωματόδρομο που συνεχίζει για Γαλάτιστα, πηγαίνοντας για τον Άη-Λια. Το σημείο εκείνο διαθέτει άφθονο κοκκινόχωμα, δίνοντας έτσι και το όνομα του τοπωνυμίου.
Κολοκοτρώνια: Βρίσκεται στο δρόμο για το “Καστελούδ’”. Εκεί είχε πολλές κοτρώνες, στις οποίες καθόταν ο κόσμος για να ξαποστάσει.
Κομματούδια: Εκεί τα κτήματα ήταν μοιρασμένα σε πολλά μερίδια. Έτσι κάθε ιδιοκτήτης είχε κι από ένα μικρό κομμάτι.
Κουρί: Αριστερά απ’ το λαγκάδι που κατεβαίνει μέχρι κάτω από το γήπεδο ποδοσφαίρου. Στο σημείο εκείνο υπήρχε μία βρύση. Παλιά εκεί είχε μεγάλο δάσος (κουρί) με τεράστια δέντρα. Από εκεί έκοβαν οι χωρικοί μακρόστενα ξύλα (αγριντιές) και τα χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή των σκεπών. Αργότερα το δάσος ξυλεύτηκε και ανοίχτηκαν χωράφια.
Κουσόρια: Βρίσκεται στο λάκκο πίσω από τις “Καρυές”. Στα τούρκικα kusor ονομάζεται το μέρος που ξερνάει (νερό). Επίσης κουσιόρια ονομάζονταν τα κοφίνια.
Κούφια πέτρα: Βρισκόταν μπροστά από το “Καστέλ’”. Στο σημείο εκείνο υπήρχε μία κούφια πέτρα, κάτω από την οποία έμπαιναν οι βοσκοί για να προφυλαχθούν από την βροχή.
Κρανιά: Πηγαίνοντας για Πολύγυρο, στη μέση και αριστερά από την μεγάλη ευθεία βρισκόταν η “Κρανιά”. Μέσα στο λαγκάδι είχε πολλές κρανιές.
Κώλος καϊτσ’κιώτ’κος & κώλος αγιοπροδρομίτ'κος: Όπως κατεβαίνει το ποτάμι και φτάνει στα σύνορα με την περιοχή Παλαιοκάστρου (Καϊτζίκι), το ποτάμι κάνει δύο στροφές, με αποτέλεσμα ένας λόφος από τον Άγιο Πρόδρομο να "μπαίνει" σε καϊτσκιώτ’κη περιοχή, και ένας άλλος καϊτσκιώτ’κος σε δικό μας σύνορο. Εξού και το χαριτωμένο όνομα...
Κωστοπουλιάνα: Ανηφορίζοντας από την “Σμίξη”, λίγο πριν το “Καστελλούδ’”. Προέρχεται από το Κώστας + απουλιάνα.
Λαγκαδούδ’: Στην ανατολική έξοδο του χωριού, παίρνοντας τον δρόμο που πάει για τα Ζερβοχώρια, κάτω από τη γέφυρα και εκατέρωθεν του ποταμού βρίσκεται το Λαγκαδούδ'. Στο σημείο εκείνο υπάρχει πηγή, του οποίου το νερό έχει ιαματικές ιδιότητες.
Λάκκες: Πίσω απ’ το βουνό “Νέυφτο” στα Β. του χωριού, υπήρχε η συγκεκριμένη τοποθεσία, το όνομα της οποίας οφείλεται στις πολλές λάκκες = βαθουλώματα που υπήρχαν εκεί.
Λας Μπ’γιάδ’: Δύο χιλιόμετρα περίπου Δ. του χωριού, ακολουθώντας την πορεία του ποταμού, κάτω από τα πλατάνια είχε ένα πηγάδι, μία γούρνα, που έβγαζε ολοένα νερό, το οποίο ήταν πόσιμο. Πιθανόν να προέρχεται από το Λάσπ'(η) + πηγάδι.
Λομπάρδες: Ήταν ένα στενόμακρο μέρος, με λίγα χωράφια, πηγαίνοντας για τον Αη-λια δεξιά. Εκεί είχε ένα δρομάκι από το οποίο ανέβαινε παλιά ο κόσμος στο εξωκλήσι. Λουμπάρδες λέγονταν παλιά τα κανόνια.
Μάκλιση: Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το γήπεδο ποδοσφαίρου. Πιθανόν να προέρχεται από την τουρκική λέξη meclis = μάζωξη, συμβούλιο.
Μεσιό Ραχώνι: Αριστερά από το “Καστέλλ’”, το μεσαίο από τα τρία ραχώνια που κατεβαίνει μέχρι τον καϊτσ’κιώτ’κο το λάκκο.
Μητσαράδ’κα: Ο δυτικός μαχαλάς του χωριού. Ο ανατολικός λεγόταν "Γκουγκδάδ'κα".
Μνιάντο
Μουρσί: Ο λόφος που βρίσκεται αριστερά του χωματόδρομου που βγάζει στο “Κελλί”, ΝΔ του χωριού.
Μούστος
Μούτας: Η βρύση κάτω από τα καφενεία του χωριού. Σύμφωνα με παράδοση που διασώζεται, τη βρύση την κατασκεύασε ένας Τούρκος που τον έλεγαν Μούτα. Το πιθανότερο όμως είναι να προέρχεται από τις βλάχικες λέξεις "άπα μούτα" που σημαίνει αμίλητο νερό. Διασώζονται μάλιστα και σε χωριά της Θεσσαλίας και της Ηπείρου τοπωνύμια με το ίδιο όνομα, όπως η "Βρύση Μούτα" στο χωριό Βλαχάβα της Καλαμπάκας στα Τρίκαλα.
Μπαμπακιά
Μπάμπλην
Μπαντίνα: Μπαντίνα στα σλαβικά σημαίνει πλαγιά. Μπαντίνες λέγονταν οι πλαγιές, τα ανοίγματα δίπλα από το ποτάμι.
Μπάρα: Μπάρα λεγόταν το μέρος όπου μάζευε πολύ νερό, ώστε να λιμνάζει. Βρίσκεται πιο πάνω από τις “Κεχρινιές”.
Μπήλος: Βρίσκεται πάνω απ’ τον Άη-Λια στο σύνορο με τα Δουμπιά, αριστερά από το “Σημείο”.
Μπλαγκούνια: Παραπάνω και δεξιά από τις “Καρυές”, πάνω απ’ το “Χασάν’” και μέσα στο λαγκάδι.
Μπουκουβίκια: Στα σλαβικά bukovik σημαίνει οξιά. Το μέρος ήταν γεμάτο από τέτοια δέντρα.
Μπρούτσος: Το ύψωμα απέναντι από το δημοτικό σχολείο.
Μπυργούδ’: Ο λόφος πάνω από το εξωκλήσι του Αγ. Προδρόμου. Ο λόφος πιθανότατα στην φαντασία των κατοίκων μοιάζει με μικρό πύργο.
Νέυφτος: Έτσι ονομάζεται το βουνό που βρίσκεται στα βόρεια του χωριού.
Νταραλάν’: Βρισκόταν στο λάκκο δίπλα στις “Κεχρινιές”, κοντά στα σύνορα με τα κτήματα που ανήκουν στην Γαλάτιστα (γαλατσιάν'κο σύνορο). Στα τούρκικα daralan σημαίνει στένωμα.

Το βουνό Νέυφτος χιονισμένο

Άποψη του γαλανού του βύραγκα

Το Πετροχώραφο. Στο βάθος το βαβδινό το σύνορο

Ο Βαγγέλ’ς ο βύραγγας: Βύραγγες λέγονταν οι φυσικές δεξαμενές νερού που δημιουργούνταν μέσα στο ποτάμι. Ίσως να προέρχεται από την λέξη φαράγγι-βαράγγι-βυράγγι-βύραγγας. Ο πρώτος μεγάλος βύραγγας που συναντάει κανείς κατεβαίνοντας το ποτάμι μετά το χωριό ονομαζόταν έτσι. Εκεί λέγεται ότι πνίγηκε κάποιος Βαγγέλης.
Ο γαλανός ο βύραγγας: Ο τρίτος μεγάλος βύραγγας κατεβαίνοντας το ποτάμι. Ονομάστηκε έτσι, γιατί το χρώμα από τα βράχια είναι γαλανό.
Ο Γιοβάν'ς ο βύραγγας: Ο τέταρτος βύραγγας κατεβαίνοντας το ποτάμι.
Ο Διαμαντής ο βύραγγας: Ο πέμπτος βύραγγας κατεβαίνοντας το ποτάμι.
Ο πάν’ ο μύλος: Εκεί που τελειώνει το "Λαγκαδούδ'”, αρχίζει ο “Πάν’ ο μύλος”. Εκεί υπήρχε παλιός νερόμυλος. Ήταν ο πρώτος που συναντούσε κανείς κατεβαίνοντας το ποτάμι.
Ο στρόγγυλος ο βύραγγας: Ο δεύτερος βύραγγας κατεβαίνοντας το ποτάμι.
Οξιά: Βρίσκεται κοντά στο γαλατσιάν’κο το σύνορο, Δ. του χωριού.
Ουζουνάδ’κα αλώνια: Ο λόφος που βρίσκεται στα Δ. του χωριού, πίσω από τα Ουζουνάδ’κα (επίθ. Ουζούνης) τα σπίτια.
Παλαιμπ’γιάδα: Βρισκόταν στο ραχώνι ανάμεσα στο "Κελλί" και στο "Πετροχώραφο". Ήταν ένα μέρος μέσα στο ρέμα, το οποίο ανάβλυζε νερό. Προέρχεται απ' το παλαιό + πηγάδι.
Παλιάμπελα: Βρίσκεται ΒΑ. από το εξωκλήσι του Αγίου Ραφαήλ. Παλιά υπήρχαν αρκετοί αμπελώνες εκεί.
Παλιόμ’λος: Κάτω από το εξωκλήσι του Αγίου προδρόμου υπήρχε κάποτε ένας πολύ παλιός νερόμυλος. Διακρίνονται ακόμη τα πέτρινα ντουβάρια του. Στο σημείο εκείνο αργότερα είχε χτιστεί ο μύλος του Μαυρογιάννη (Μαυρογιαννάδ'κος), ο οποίος πρέπει να δούλευε μέχρι το 1940.
Παλιούρ’: Δεξιά πριν την “Σμίξ’”, δίπλα στον δρόμο είχε χωράφια. Εκεί ήταν γεμάτο παλιουριές, δηλαδή ακανθώδεις θάμνους, τους οποίους παλιότερα χρησιμοποιούσαν για το φράξιμο των μαντριών.
Πασπαλίτσα: Βρισκόταν παραπάνω από τα “Καζανούδια”, στα Δ. του χωριού, δίπλα από το ποτάμι. Το μέρος ήταν γεμάτο πλατάνια.
Πετροχώραφο: Η τοποθεσία αυτή βρισκόταν στα Ν. του χωριού, ανεβαίνοντας για το “Κελλί”. Το χωράφι αυτό είχε πολλές πέτρες και ανήκε στον μπάρμπα Σαραφιανό (Φανό) Βατζόλα.
Πουρναρούδ’: Το ύψωμα πάνω και αριστερά απ’ την “Καμήλα”.
Ράι τούμπα: Κατεβαίνοντας απ’ τον Άγιο Χριστόφορο από το δρόμο που βγάζει στην μεγάλη την ευθεία, στο ύψωμα ήταν η “Ράι τούμπα”. Προέρχεται είτε από τούρκικο όνομα, είτε από το ράχη + τούμπα.
Σαμάρ’: Παρακάτω από το εξωκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου, έχει ένα ύψωμα που λέγεται “Σαμάρ’”, λόγω της ομοιότητάς του με σαμάρι αλόγου.
Σαραφάδ’κα αλώνια: Η τοποθεσία βρίσκεται επάνω από το νέο εξωκλήσι της Αγίας Άννας. Εκεί ήταν τα αλώνια που είχαν οι Σαραφάδες (επίθ. Σαράφης).
Σημείο: Είναι η κορυφή του βουνού Νέυφτου, πάνω απ’ τον Αη-Λια, το σύνορο μεταξύ Δουμπιών, Σανών και Αγ, Προδρόμου.
Σκλίτσα: Η τοποθεσία βρίσκεται λίγο πιο πάνω απ’ τον Άγιο Χριστόφορο. Ονομαζόταν έτσι γιατί εκεί τα χωράφια ήταν “σκλιτσώδη”, δηλαδή δεν ήταν αφράτα.
Σμέντσα: Ανεβαίνοντας για τον Άη-Λια δεξιά, το μέρος ονομάζεται "Σμέντσα". Στην τοποθεσία αυτή υπάρχει μία τρύπα, ενα σπήλαιο. Σύμφωνα με έναν θρύλο, οι κάτοικοι του Αγίου Προδρόμου θέλοντας να μάθουν πόσο μεγάλο είναι το σπήλαιο, έβαλαν μέσα μία γάτα, η οποία μετά από μερικές μέρες εμφανίστηκε στο Ζαγκλιβέρι!!! Το σπήλαιο όντως είναι μεγάλο, και την δεκαετία μάλιστα του 60' εξερευνήθηκε ένα μικρό κομμάτι του από τον "Τουριστικό Σπηλαιολογικό Όμιλο" Θεσσαλονίκης. Στην εξερεύνηση βοήθησαν και παιδιά από το χωριό.
Σμίξη: Εκεί συναντιούνταν (έσμιγαν) πολλά ποτάμια. Στο σημείο εκείνο, ένα ποτάμι έρχεται από την περιοχή του Βάβδου (Βαβδινό), κι ένα απ' τα Δουμπιά (Δουμπιώτ’κο). Αριστερά στο ύψωμα είναι το “Καστελλούδ’”.
Σοφιά: Παίρνοντας τον χωμάτινο δρόμο στην ΒΔ. έξοδο του χωριού και μετά από 1 km. υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι του Αη-Λια. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ήταν η "Σοφιά".
Στενή λάκκα: Αριστερά απ’ τον Άη-Λια, κατεβαίνοντας για “Λομπάρδες” υπάρχει ο ομώνυμος λάκκος, ο οποίος πήρε το όνομά του λόγω της στενότητάς του.
Τ’ Ανοιξιά ο μπαξές: Βρίσκεται ΒΑ. από το εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου. Πρόκειται για μία στενή λωρίδα μέσα στο λαγκάδι, στην οποία βρισκόταν μια στέρνα και ένας μπαξές με πολλά δέντρα. Εκεί είχε καλύβα ο μπαρμπα-Θανάσης ο Ανοιξούδης και το μέρος ήταν περιφραγμένο.
Τ’ απουπέρα τ’ Αλώνια
Τ’ Βερβάτ’ η πέτρα: Βρίσκεται στα ΝΔ. του χωριού, παρακάτω απ’ το “Βαρσάμ’”. Εκεί είχαν χωράφια οι Μπερμπατάδες (επίθ. Βερβάτης).
Τ’ κ’τσού το μαντρί: Ήταν Σαραφάδ’κο (επίθ. Σαράφης) μαντρί. Πήρε το όνομά του από τον Δημήτριο Αθ. Σαράφη, πρώτο ξάδερφο του προπάππου μου Δημητρίου Γ. Σαράφη, ο οποίος είχε το παρατσούκλι "κ'τσός" (κουτσός).
Τ’ Κανάκ’ η λάκα: Δυτικά απ’ το βουνό Νέυφτος, πηγαίνοντας για τη “Σμέντσα” υπήρχε ένας λάκκος με το συγκεκριμένο όνομα. Δεν είναι γνωστό όμως ποιός ήταν ο Κανάκης.
Τ’ Καρά η μπαξές: Στα Ν. του χωριού, πίσω απ’ το “Κελλί”, βαθιά προς τα κάτω, κοντά στο “Λουζίκ’” βρισκόταν αυτός ο μπαξές. Το μέρος ήταν ζεστό και μέσα στον μπαξέ είχε ροδιές και ελιές. Μάλλον ανήκε στην οικογένεια των Καράδων (επίθ. Καράς).

Ο Εγγλεζάδ'κος ο μύλοςΤο βουνό ΤζιούκαΟ Τζιτζιρίκος
Τ’ Καταραχιά ο μύλος ή ο Εγγλεζάδ'κος ο μύλος: Νερόμυλος στα Ν. του χωριού, που ανήκε στην οικογένεια Εγγλέζου.
Τ’ Κολυμπάν’ ο μύλος: Ο πρώτος μύλος πάνω από τον “Βαγγέλη τον βύραγκα”, δεξιά όπως κατεβαίνει το ποτάμι στα Ν. του χωριού. Χτίστηκε το 1878, όπως μαρτυρεί η κτητορική πλάκα του.
Τ’ Κουντουρά ο βύραγγας: Ο συγκεκριμένος βύραγγας βρίσκεται πίσω απ’ το σχολείο. Λίγο παραπάνω υπήρχε παλιά δεξαμενή, απ’ την οποία γινόταν η ύδρευση του χωριού.
Τ’ Μανόλη το πλάι: Βρίσκεται Ν. του χωριού, επάνω και δεξιά από τον Άγιο Χριστόφορο. Η λέξη "πλάι" σημαίνει πλαγιά.
Τ’ Μητρησίν’
Τ’ Μητσάρα το μπ’γιαδούδ’: Πηγαίνοντας για τη “Σμίξη” αριστερά. Στην περιοχή υπήρχε παλιά ένα πηγάδι. Λέγεται ότι ο Δ. μαχαλάς του χωριού (Μητσαράδ'κα) πήρε το όνομά του από αυτόν τον "Μητσάρα", ο οποίος όμως δεν γνωρίζουμε ποιός ήταν.
Τ’ Μιχάλ’ τα κ’κιά: Είναι μια στενή λωρίδα, ένα χωράφι, στη δεξιά μεριά απ’ το Νέυφτο, στο ύψωμα. Εκεί είχε σπαρμένα κ'κιά (κουκιά), αλλά δεν γνωρίζουμε ποιός ήταν αυτός ο Μιχάλης.
Τ’ Μοσχόπουλ’ η μπαντίνα: Η συγκεκριμένη πλαγιά βρίσκεται δίπλα στο ποτάμι, στα Ν. του χωριού, τέρμα κάτω στο “Μεσιό το ραχώνι”, στα σύνορα με την περιοχή Παλαιοκάστρου (καϊτσ'κιώτ'κο). Το χωράφι ανήκε στην οικογένεια Μοσχόπουλου.
Τ’ Μπατζέρ’ η κερασιά: Έτσι ονομάζεται το χωράφι μπροστά από τα μνήματα του χωριού, στο οποίο υπήρχε και μια κερασιά. Υπάρχει μάλιστα και η έκφραση "Πάει κι αυτός στ' Μπατζέρ' την κερασιά", που λέγεται όταν κάποιος αποβιώνει.
Τ’ Μπατζόλ’ η λάκα: Πίσω από τον Άγιο Χριστόφορο έχει μια λάκα, δίπλα στο “Τζιτζιρ’κούδ’”. Το μέρος είναι Μπατζολάδ’κο (επίθ. Βατζόλας).
Τ’ Μπερμπάτ’ η πέτρα
Τ’ Ξάφ’ τ’ αμπέλ’: Ήταν ένα μεγάλο αμπέλι μέσα στην “Αντραγασιά”. Εκεί είχε ο Χρυσάφης (Ξάφης) Βατζόλας πολλά στρέμματα φραγμένο αμπέλι.
Τ’ παπά ο μύλος: Ο παλιός διώροφος μύλος που βρίσκεται στο “Λαγκαδούδ”, λίγο πιο πέρα από τα “Αλώνια”. Τα ερείπια διακρίνονται ακόμη και σήμερα. Απ’ την πλευρά του δρόμου είχε μια πέτρα που έγραφε 1949.
Τ’ παπά τα μπ’γιάδια: Βρίσκεται στα ΒΑ. του χωριού, κοντά στις "Καρυές".
Τ’ Παπαγιάνν’ το μπ’γιαδούδ’ ή Παπαγιάννης: Μέσα στο λαγκάδι στην τοποθεσία "Μουρσί" υπάρχει ένα πηγάδι, με το συγκεκριμένο όνομα. εκεί είχαν χωράφια οι "Παπαγιάννηδες". Πρόκειται για παρατσούκλι. Παπαγιάννηδες λέγονται μερικοί Βατζολάδες (επίθ. Βατζόλας).
Τ’ Πέτρ’ τα χωράφια: Βόρεια από τον Άγιο Ραφαήλ, πριν φτάσεις στον “Νέυφτο” βρίσκεται η εν λόγω τοποθεσία. Τα χωράφια ανήκαν στον Πέτρο Αναγνώστου και ήταν πετρώδη.
Τ’ Σαμαρά τσαΐρι: Βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την δασική περιοχή Βάβδου. Στα τούρκικα çayir σημαίνει βοσκότοπος. Στο σημείο εκείνο είχε αχυρώνα ο Σιμών΄ς (επίθ. Σαμαράς).
Τ’ Σαραντ’νού: Στα Ν. του χωριού, στην δεξιά κοίτη του ποταμού, το μέρος ονομάζεται "Τ' Σαραντ'νου". Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στον Άγιο Πρόδρομο, απ' όσο είναι γνωστό, ουδέποτε υπήρξε επίθετο "Σαραντ'νος". Κατά τον 14ο αιώνα (πριν το 1330), ο σκουτέριος (βυζαντινός αξιωματούχος) Θεόδωρος Σαραντηνός διατηρεί κτηματικές εκτάσεις στην δυτική και κεντρική Χαλκιδική, στο λεγόμενο "Κατεπανίκιο Καλαμαρίας". Το βυζαντινό χωριό Ρεσετηνίκια ανήκε στην συγκεκριμένη διοικητική διαίρεση. Ίσως λοιπόν το τοπωνύμιο αυτό να αντλεί το όνομά του, από το όνομα της οικογένειας των Σαραντηνών. Η θεωρία αυτή σίγουρα χρείζει περισσότερης έρευνας.
Τ’ Σταυράι το πλάι: Πηγαίνοντας για τον Πολύγυρο, απέναντι από το “Καμίν’”, βρίσκεται "Τ' Σταυράι το πλάι".
Τ’ Στογιάννη τσ’ λακούδες: Οι λάκκες αυτές βρίσκονταν στο βουνό Νέυφτος. Στογιάννηδες λέγονταν οι Χρυσαφούδηδες (επίθ. Χρυσαφούδης).
Τ’ Σφόλκου η μπαξές
Τζιούκα: Το βουνό πίσω από το “Καμίν’”. Στα ιταλικά zucca σημαίνει κορυφή, ύψωμα. Υπάρχει το ίδιο τοπωνύμιο και σε άλλα χωριά, όπως στο Βάβδο και στο Λιβάδι.
Τζιουκούδ’: Δίπλα απ’ τη “Τζιούκα” και προς την πλευρά του Αγίου Προδρόμου (εξωκλήσι) είναι ένας μικρότερος λόφος, το “Τζιουκούδ’”.
Τζιτζιρ’κούδ’: Η τοποθεσία βρίσκεται ΝΑ. του χωριού, πίσω από τον Άγιο Χριστόφορο, κοντά “Στου Μπατζόλ’ τη λάκα”.
Τζιτζιρίκος: Η βρύση αυτή βρίσκεται στα Δ. του χωριού. Ο τζίτζιρας ήταν μια μεγάλη κουλούρα που φτιαχνόταν με το αλεύρι της πρώτης παραγωγής. Τα ελεύθερα κορίτσια τον πήγαιναν σε μια βρύση, την περνούσαν στο τσουλνάρ’ και έδιναν ένα κομμάτι σε όποιον περνούσε. Στον Άγιο Πρόδρομο όμως δεν διασώζεται καμία τέτοια παράδοση.
Το Μπερμπατάδ’κο ραχών’: Βρίσκεται επάνω από τον “Μούστο”, πιο πέρα από το “Αλωνούδ’”.
Τουρτούρα: Βρίσκεται κάτω από το γήπεδο ποδοσφαίρου. Τουρτούρα στο τοπικό ιδίωμα λέγεται το πουλί δεκαοχτούρα.
Τρύπες: Βρίσκονταν μέσα σ’ ένα λαγκάδι, κάτω από τον Άγιο Χριστόφορο.
Τσιτσιρτιούδ’: Ίσως είναι το ίδιο με το “Τζιτζιρ’κούδ’”.
Τσουλναρούδα: Βρίσκεται επάνω στο βουνό, κοντά στα σύνορα με την περιοχή Βάβδου. Εκεί υπήρχε ένας βράχος, ο οποίος ανάβλυζε νερό.
Φαρδιά στράτα
Χαρίτου: Κάτω από τον Άγιο Χριστόφορο, στο ύψωμα πάνω από την “Ράι τούμπα”. Δεν γνωρίζουμε ποιός ήταν ο Χαρίτος.
Χασάν’: Η ονομασία ίσως προέρχεται από τούρκικο όνομα.
Χοντρό δέντρο

Από την έρευνά μας έχουν διασωθεί 135 τοπωνύμια. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα, τα οποία οφείλουμε να βρούμε και να φέρουμε στο φως. Όποιος γνωρίζει κάτι σχετικό με αυτά που έχουν αναφερθεί ή ακόμη γνωρίζει και άλλα, θα ήταν καλό να επικοινωνήσει μαζί μας, έτσι ώστε να αναρτηθούν και αυτά εδώ και να περάσουν στην ιστορία...

27/3/09

Λεξικό... Αγίου Προδρόμου

Ναι κυρίες και κύριοι, το αγιοπροδρομίτ'κο λεξικό είναι γεγονός! Οι περισσότερες λέξεις του βέβαια είναι κοινές σε όλη σχεδόν την Χαλκιδική, αλλά εδώ έγινε μία προσπάθεια να καταγραφούν αυτές που χρησιμοποιούνται στον Άγιο Πρόδρομο. Ο κατάλογος σίγουρα είναι ελλειπής, αλλά εύχομαι αργότερα να πλαισιωθεί και με νέες λέξεις που θα προστεθούν από εσάς τους αναγνώστες. Καλή ανάγνωση!!!
Βραχυγραφίες
ουσ. = ουσιαστικό
επίθ. = επίθετο
ρ. = ρήμα
αντων. = αντωνυμία
μτχ. = μετοχή
σύνδ. = σύνδεσμος
επίρ. = επίρρημα
επίρ. ποσ. = ποσοτικό επίρρημα
επίρ. τοπ. = τοπικό επίρρημα
επίρ. τροπ. = τροπικό επίρρημα
αντων. = αντωνυμία
αντων. δεικτ. = δεικτική αντωνυμία
αντων. αόρ. = αόριστη αντωνυμία
μτφ. = μεταφορικά
π.χ. = παραδείγματος χάριν
ξ.λ. = ξένη λέξη
αρβ. = αρβανίτικη
βλάχ. = βλάχικη
σλάβ. = σλάβικη
βουλγ. = βουλγαρική
τούρ. = τούρκικη
αράβ. = αράβικη
λατ. = λατινική
ιταλ. = ιταλική
Α

άβνταλος (ο) (επίθ.) = επιπόλαιος, τσαπατσούλης.
αγιάζ’ (το) (ουσ.) = η υγρασία.
αγκλέφαρους (ο) (ουσ.) = το μέτωπο. Προέρχεται πιθανότατα από τη λέξη βλέφαρο.
αγκουρτσιά (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = άγρια απιδιά, του γένους pyrus saliciformia.
αδερφουμοίρ’ (το) (ουσ.) = το μερίδιο κάθε αδερφού από την πατρική περιουσία, π.χ. «Αυτά τα χουραφούδια είνι όλα αδερφουμοίρια».
αδοκάνα (η) (ουσ.) = χοντρές κυρτές σανίδες, ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες κατά διαστήματα είχαν επάνω τους σφηνωμένες μακριές και κοφτερές πέτρες. Οι αδοκάνες ζεύονταν σε ένα ζευγάρι βοδιών (ή αλόγων, όσοι διέθεταν την "πολυτέλεια") και περνώντας επάνω από τα στάχυα που ήταν απλωμένα στο αλώνι, έκοβαν τον καρπό.
αϊ-γιάνν'ς (ο) (ουσ.) = είδος αναρριχιτικού φυτού (Clematis flammula), με ασπροκίτρινα άνθη. Κατά το έθιμο των "Φωτχιών" την ημέρα του Αϊ-Γιαννιού, φτιάχνονταν στεφάνια από αυτό το φυτό και φοριούνταν στο κεφάλι.
ακ’λουθώ (ρ.) = ακολουθώ, π.χ. «Ακ’λούθα μι κι θα διεις».
ακουμάνταρτος (ο) (επίθ.) = που δεν μπορείς να τον διευθύνεις.
αλαφράδα (η) (ουσ.) = ανοησία, βλακεία, π.χ. «Μη λες αλαφράδες, γίνε γνωστ’κός καμιά φορά».
αλαφροπάμπορο (το) (επίθ.) = μτφ. ο μωρός, ο χαζός.
αλιπαρές (οι) (ουσ.) = είδος ψαριών για πάστωμα.
αλουγάς (ο) (ουσ.) = το άλογο.
ανάκαρα (τα) (ουσ.) = σωματική δύναμη, αντοχή, π.χ. «Δεν έχ’ ανάκαρα να
πάει στο χωράφ’»
.
ανάμ’ (το) (ουσ.) = η ανάμνηση, αξιοσημείωτο γεγονός μτφ. ευτράπελο γεγονός, π.χ. «Εψές στου παναΐρ μέθ’σε κι το ‘φκιασε τ’ ανάμ’».
ανετάζω (ρ.) = υπόσχομαι για κάτι πολλές φορές χωρίς να το πραγματοποιώ, π.χ. «Μο’ λόια! Όλο μ’ ανετάζ’ να μι παντρηυτεί, μα κατίπουτα!».
ανικατώνω (ρ.) = ανακατεύω, π.χ. «Τα (α)νικάτουσες τα χαρτιά;» μτφ. μπερδεύω.
αντέτ’ (το) (ουσ.) = το έθιμο, π.χ. «Θα φάου λίγου φασουλάδα μο’ για τ’ αντέτ’».
αντραγασιά (η) (ουσ.) = το μέρος που μένει ο αγροφύλακας για να φυλάει από εκεί τα αμπέλια.
αντραπαλεύ’μαι (ρ.) = πιάνομαι στα χέρια, παλεύω, π.χ. «Ήταν δυο κι αντραπαλεύ’νταν στα καφινεία. Έπεσι πουλύ δικανίκ’».
απολνώ (ρ.) = σχολάω, τελειώνω, π.χ. «Η εκκλησιά απόλκε».
απορρίχνω (ρ.) = αποβάλλω, κάνω έκτρωση, π.χ. «Η κατσίκα απόρρ’ξε».
απουκρέβω (ρ.) = κάνω αποχή από το κρέας κατά την διάρκεια της Αποκριάς.
απουλιάνα (η) (ουσ.) = μεγάλος ανοιχτός χώρος, συνήθως ισόπεδος.
αργάζω (ρ.) = σιτεύω, στεγνώνω. Χρησιμοποιείται συνήθως για τρόφιμα.
άριο (το) (ουσ. ξ.λ.) = είδος βελανιδιάς με ίσιο κορμό, η λεγόμενη επιστημονικά Quelcus Ilex.
ασογάδα (η) (ουσ.) = αχαριστία αισχρολογία.
άσογος (ο) (επίθ.) = ο άσεμνος, ο αισχρός.
ασπροβόλα [πέτρα] (η) (ουσ.) = άσπρη γυαλιστερή πέτρα που κατά το χτύπημα βγάζει σπίθες, η τσακμακόπετρα.
αστοχώ (ρ.) = ξεχνώ, μου διαφεύγει από το μυαλό, π.χ. «Αστό(χ)ησα να πάω επίσκεψ' στην κουμπάρα μ'».
αστρέχα (η) (ουσ.) = το γείσωμα της στέγης μτφ. το σύνορο μεταξύ δύο παρακείμενων σπιτιών.
ασυναίρ(ι)στος (ο) (επίθ.) = μη υπολογίσιμος, αδιάφορος.
άσωτα (επίρ. ποσ.) = ατελείωτα, π.χ. «Φάγαμι άσωτα πάλ’ σήμιρα. Δε μι χουράει του μπινιβρέκ’».
άσωτος (ο) (επίθ.) = που δεν σώνεται, δεν τελειώνει.
αυτού (αντων. δεικτ.) = εκεί.
άφανος (ο) (επίθ.) = ο εξαφανισμένος, ο χαμένος, π.χ. «Ούτι να σας δγιω δεν θέλω. Να γίνιτι άφαν’».
Β
βαζοκοπώ (ρ.) = ηχώ δυνατά.
βαΐζω (ρ.) = πλαγιάζω, γέρνω προς τη μια μεριά μτφ. κοιμάμαι, ξαπλώνω.
βασταγαριά (η) (ουσ.) = ανθεκτικό ξύλινο δίχαλο, που χρησιμοποιούνταν για την φόρτωση ξυλιάς σε σαμάρι.
βατσ’νιά (η) (ουσ.) = το φυτό βάτος ο αγκαθωτός θάμνος.
β’ζούν’ (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, το σπυράκι.
βούζα (η) (ουσ.) = η κοιλιά.
βουρλαίνομαι (ρ.) = τρελαίνομαι μτφ. ζαλίζομαι, π.χ. «Βουρλάθ’κα με τ’ς φωνές σ’».
βουρλαμάρα (η) (ουσ.) = η τρέλα, η χαζομάρα μτφ. η ζαλάδα.
βουρτώπα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = κοίλη και χλοερή τοποθεσία στο βουνό.
βρακουζών’ (το) (ουσ.) = το κορδόνι που έδεναν το βρακί.
βραντανίζω (ρ.) = φωνάζω μαλώνω διαμαρτύρομαι, μουρμουρίζω.
βραντάν’σμα (το) (ουσ.) = μουρμουρητό μάλωμα.
βύραγγας (ο) (ουσ.) = φυσική δεξαμενή νερού σε ποτάμι.
βυραγγιάζω (ρ.) = συγκρατώ νερό, λασπώνω, π.χ. «Κάθι φουρά που βρέχ’ του χουράφ’ βυραγγιάζ’».
Γ
γαδούρα (η) (ουσ.) = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο των κομμένων δέντρων σε καυσόξυλα.
γαλάρια (η) (επίθ.) = που βγάζει γάλα, που αρμέγεται. Αναφέρεται συνήθως στις κατσίκες.
γανιάδα (η) (ουσ.) = η γάνα, λευκό επίχρισμα στη γλώσσα από δυσπεψία μτφ. ταλαιπωρία.
γανιάζω (ρ.) = βγάζω γάνα στη γλώσσα ταλαιπωρούμαι.
γατσιάζω (ρ.) = βραχνιάζω.
γάτσιασμα (το) (ουσ.) = βραχνάδα.
γκαγκάνια (τα) (ουσ.) = τα γαϊδουράγκαθα, ψηλοί ακανθώδεις θάμνοι, με μοβ άνθη.
γκιόνης (ο) (ουσ. ξ.λ. αρβ. gjion) = το νυχτόβιο πουλί κορυδαλλός.
γκιούμ’ (το) (ουσ.) = χάλκινο σκεύος για την αποθήκευση γάλατος.
γκλάβα (η) (ουσ.) = το κεφάλι, π.χ. «Κόβει η γκλάβα τ’».
γκλαβανή (η) (ουσ.) = φωταγωγός, καταπαχτή στη στέγη.
γκούγκ’δας (ο) (ουσ.) = το βαρίδι του κανταριού.
γκουρτζέλι (το) (ουσ.) = το μικρό γουρούνι.
γουστέρα (η) (ουσ.) = η σαύρα.
γραπατσώνω (ρ.) = γρατζουνίζω, χαράζω π.χ. «Πού γραπάτσουσις τα χέρια σ’ κι είνι χάλια;».
γρέκ’ (το) (ουσ.) = μέρος όπου ξαποσταίνουν τα γίδια το καλοκαίρι.
γρέντζω (η) (ουσ.) = η γριά.
γρούμπα (η) (ουσ.) = η ιτιά.
γρουνοπάτσ’ (το) (ουσ.) = το κεφάλι από το γουρούνι μτφ. ο απερίσκεπτος.
γυαλίζομαι (ρ.) = καθρεπτίζομαι.
Δ
διρμόν’ (το) (ουσ.) = μεγάλο κόσκινο με φαρδιές τρύπες.
δραγάτ(η)ς (ο) (ουσ.) = ο αγροφύλακας.
δρασ’κλίζω ή δρασκελώνω (ρ.) = υπερπηδώ κάτι σκαρφαλώνω.
δρασπέτ’ (το) (επίθ.) = πολύ ξινό.
Ε
Ζ
ζαβλάκωμα (το) (ουσ.) = η ατονία η αποχαύνωση.
ζαβλακωμένος (ο) (μτχ.) = ο ζαλισμένος κοιμισμένος.
ζαβλακώνομαι (ρ.) = ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι.
ζαμάκωμα (το) (ουσ.) = το τρύπωμα.
ζαμακώνω (ρ.) = τρυπώνω, βάζω. Ίσως να προέρχεται από την αρχαία λέξη σάμαξ (είδος βούρλου), το οποίο το έχωναν κατά στιβάδες στα σάγματα.
ζαναέτ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζαρζαβάτια (τα) (ουσ.) = τα οπωροκηπευτικά.
ζαρώνω (ρ.) = κουλουριάζομαι ξαπλώνω ξεκουράζομαι.
ζ’λάπ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζ’λίγω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
ζ’μάκ’ (το) (ουσ.) = μέρος που βγάζει νερό, που νεροκρατάει.
ζ’νύχ’ (το) (ουσ.) = ο σβέρκος η πλάτη.
ζουρζουβίλ(η)ς (ο) (επιθ.) = ο άτακτος, ο σκανδαλιάρης ο υπερκινητικός.
ζουρίζω (ρ.) = εξαναγκάζω, βιάζω, π.χ. «Ζούρ’σε καταΐ να φας».
ζ(υ)γώνω (ρ.) = πλησιάζω, σιμώνω, π.χ. «Μη μι ζ(υ)γώνεις ντηπ».
Η
Θ
θ’κός - θ’κια - θ’κο (αντων.) = δικός
θ’κέλ’ (το) (ουσ.) = το δικέλι, τσάπα με δύο προεξοχές.
Ι
ικεία (αντων. δεικτ.) = εκεί.
Κ
καλαμωτή (η) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά καλάμια.
καλιάκα (η) (ουσ.) = το πουλί κάργια.
κάμαρη (η) (ουσ. λατ.) = μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο.
καμπάδ’κος (ο) (επίθ.) = σωματώδης, ογκώδης μεγάλος.
καπίστρ’ (το) (ουσ.) = το χαλινάρι.
καρκάντζελος (ο) (ουσ.) = ο καλικάντζαρος.
καρούτα (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = ράμπα την οποία χρησιμοποιούσαν παλαιότερα κατά την κατασκευή των σπιτιών για το πέταμα των μπάζων ανοιχτό ξύλινο βαρέλι για το πότισμα των ζώων.
καρπουζάνος (ο) (επίθ.) = ο απατεώνας.
καρτούδα (η) (ουσ.) = μικρό ποτήρι για νερό.
κάρτσακλα (τα) (ουσ.) = τα πράματα, τα υπάρχοντα.
κασκαρίκα (η) (ουσ.) = αστείο πάθημα.
καστέλλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. λατ. castellum = κάστρο), οχυρή θέση.
καταΐ (επίρ. τοπ.) = κατάχαμα, στο έδαφος.
καταμεσού (επίρ. τοπ.) = στη μέση, π.χ. «Ου γάδαρους στάθ’κι καταμεσού στο δρόμο κι δεν έφευγι».
καταχνιά (η) (ουσ.) = η ομίχλη.
κατίπουτα (αντων. αόρ.) = τίποτα.
κερατζής (ο) (ουσ.) = κυρατζής, αγωγιάτης.
κιοτεύω (ρ.) = δειλιάζω φοβάμαι.
κλαπατσύμπαλα (τα) (ουσ.) = μουσικά όργανα σωρός αντικειμένων που κατά την μετακίνησή τους προκαλούν θόρυβο.
κλαπαυτίκας (ο) (επίθ.) = ο άνθρωπος με μεγάλα αυτιά.
κλαρίζω (ρ.) = κόβω τα κλαδιά.
κληματσίδα (η) (ουσ.) = το κλήμα.
κλίκ’ (το) (ουσ.) = το χριστόψωμο.
κλουκούτ(η)μα (το) (ουσ.) = το ανακάτεμα.
κλουκουτώ (ρ.) = ανακατεύω ή κουνάω ένα κουτί, προκαλώντας θόρυβο.
κλουτσιάζω (ρ.) = νεκρώνομαι, αναισθητοποιούμαι, π.χ. «Τα πόδια μ’ κλούτσιασαν».
κ’μάσ’ (το)(ουσ.) = το κοτέτσι.
κολ’γιά (η) (ουσ.) = συνεταιρισμός.
κορβανάς (ο) (ουσ.) = το σιτηρέσιο.
κουκλώνω (ρ.) = κουκουλώνω, σκεπάζω.
κουμαντέρνω (ρ. ξ.λ. ιταλ.) = κουμαντάρω, βολεύω, π.χ. «Αυτός δεν κουμαντέρνιτι ντιπ».
κουντουρούπα (η) (ουσ.) = το δεκανίκι, η μαγκούρα μακρύ ξύλο.
κουρδουκίλ' (το) (ουσ.) = το παιδικό παιχνίδι τσέρκι, στο οποίο κάποιος κατρακυλάει μία μεταλλική στεφάνη με τη βοήθεια ξύλου.
κουρδουκλάω (ρ.) = κατρακυλάω.
κουρκουτούδα (η) (ουσ.) = σάλτσα από αλεύρι και πολτό ντομάτας. Συνόδευε συνήθως στο τραπέζι ψαρικά, αλλά σε περιόδους ανέχειας τρωγόταν και σκέτη με ψωμί.
κουρνιαχτός (ο) (ουσ.) = η σκόνη, κονιορτός.
κούτ’κας (ο) (ουσ.) = το μέτωπο, το κούτελο το κεφάλι.
κούτ’μανος (ο) (επίθ.) = μεγαλόσωμος, σωματώδης.
κουτρώ (ρ.) = χτυπώ με το κεφάλι, δίνω κουτουλιές.
κραίνω (ρ.) = μιλώ, αποκρίνομαι, π.χ. «Να κραίν’ς κι να μουλών’ς».
κρατούνα (η) (ουσ.) = δοχείο φτιαγμένο από αποξηραμένο κολοκύθι μτφ. κρανίο, κεφάλι.
κρατούνας (ο) (επίθ.) = αυτός που δεν έχει αντίληψη και κρίση.
κρεμανταλάς (ο) (ουσ.) = πολύ ψηλός και άγαρμπος άνθρωπος.
κρεμαντζ’λιέμαι (ρ.) = κρεμιέμαι, αιωρούμαι.
κ’τσούπ (το) (ουσ.) = το κούτσουρο μτφ. κοντόσωμη γυναίκα.
κωλομπαρίνα (η) (ουσ.) = γλυκιά κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλο.
κωλόμπαρος (ο) (επίθ.) = γυμνός, χωρίς ρούχα μτφ. ξεδιάντροπος.
κωλοφωτιά (η) (ουσ.) = η πυγολαμπίδα.
Λ
λαμνίζω (ρ.) = βγάζω καπνό.
λάμνισμα (το) (ουσ.) = το κάπνισμα.
λάκκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. laccus = o λάκκος) ο λάκκος.
λαχεύω (ρ.) = ρίχνω λαχνό, π.χ. «Λάχεψαν για να διουν ποιος θα πάρ’ του σπίτ’».
λαχούρ’ (το) (ουσ.) = είδος μαντηλιού, που το έδεναν οι ηλικιωμένες συνήθως γυναίκες στο κεφάλι τους.
λέσ’ (το) (ουσ.) = πτώμα ζώου μτφ. το βρώμικο.
ληστιά (τα) (ουσ.) = είδος λιμνίσιων ψαριών.
λιανίζω (ρ.) = κομματιάζω, τεμαχίζω μτφ. ξεθεώνω, κουράζω.
λιμκιάρ(η)ς -ρω -ρ’κο (ο) (επίθ.) = νηστικός, αχόρταγος μικροκαμωμένος.
λισγάρ’ (το) (ουσ.) = το λισγάρι, το πατόφκυαρο, φτυάρι με προεξοχή στο πίσω μέρος για να πατάει το πόδι.
λόια (τα) (ουσ.) = λόγια, υποσχέσεις, π.χ. «Είσι μο’ λόια κι τίποτα δε κάν’ς».
λότσ’κα (η) (ουσ.) = λακκούβα με νερό, λασπόνερα, π.χ. «Τα γ’ρούνια κυλιούνταν μεσ’ τσ’ λότσ’κες».
λουστριούμαι (ρ. ξ.λ. λατ. lustrum = τελματώδης κοίτη) = κυλίεμαι (για ζώα).
λώλα ή λωλάδα (η) (ουσ.) = τρέλα ανοησία, βλακεία.
λωλαίνω (ρ.) = τρελαίνω ενοχλώ υπερβολικά, π.χ. «Με λώλανες με τα καμώματά σου».
λωλός (ο) (επίθ.) = τρελός, ανόητος.
Μ
μαγρίζω (ρ.) = νιαουρίζω.
μαλάς (ο) (ουσ.) = το μυστρί του οικοδόμου.
μαλιάκατα (επίρ. τροπ.) = ανάκατα, μπερδεμένα.
μανουάλια (τα) (ουσ.) = το εξαπτέρυγα τα κηροπήγια.
μαρούδα (η) (ουσ.) = το ζώο πασχαλίτσα.
μασντραβίτσα (η) (ουσ.) = δερματική πάθηση, παρόμοια με την μυρμηγκιά. Σύμφωνα με την παράδοση, μασντραβίτσα έβγαζε όποιος μετρούσε τα αστέρια του ουρανού. Υπήρχαν μάλιστα και άνθρωποι, που με γιατροσόφια γιάτρευαν την πάθηση. Μια νύχτα με πανσέληνο έπρεπε να τρυπηθεί η μασντραβίτσα, και να τοποθετηθεί πάνω της ένα φυτό με ιαματικές ιδιότητες, το «μασντραβιτσοβότανο».
ματάν’ (το) (ουσ.) = το υπόλειμμα γάλακτος μετά την εξαγωγή του βουτύρου, το αριάνι.
ματσιαλάω (ρ.) = μασουλάω, τρώω αργά.
μέλαγγας (ο) (ουσ.) = κολλώδες χώμα που χρησιμοποιούνταν μαζί με άχυρα για την κατασκευή χειροποίητων τούβλων.
μερεμέτ’ (το) (ουσ.) = η ψιλοδουλειά.
μηλιάδ' (το) (ουσ.) = δέντρο που φύεται στην περιοχή, με ίσιο κορμό. Το επιστημονικό του όνομα είναι Fraxinus ornus.
μίρλα (η) (ουσ.) = η γκρίνια, η μεμψιμοιρία.
μιρλιάζω (ρ.) = γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι.
μισιακός (ο) (επίθ.) = ο μισός, ο ελλιπής συν. μισιάρ’κος.
μουλουμουτώ (ρ.) = μονολογώ, ψιθυρίζω.
μουλώνω (ρ.) = ζαρώνω, λουφάζω, σταματάω να μιλάω, “το βουλώνω”.
μούρτζος (ο) (ουσ.) = κοκκινωπός ο μούργος, σκουρόχρωμο τσομπάνικο σκυλί.
μουσμούλ'ς (ο) (επίθ.) = αυτός που καταπιάνεται με μία εργασία τόσο σχολαστικά, ώστε καθυστερεί να την τελειώσει.
μουχαμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = γλέντι, γιορτή.
μπαϊά (επίρ. ποσ.) = πολύ (με κοροϊδευτική σημασία) π.χ. «-Έφαγα πουλύ σήμιρα. – Ε, μπαϊα!!!».
μπαΐρια (τα) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = τα χαλάσματα.
μπακράτσ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μικρό χάλκινο αγγείο μτφ. τα μπακράτσια = τα υπάρχοντα, π.χ. «Μαζώξτι τα μπακράτσια σας κι δρόμο. Άφαν’!!!».
μπαμπάκ’ (το) (ουσ.) = το βαμβάκι μτφ. χρησιμοποιείται στην έκφραση «όλα είναι μπαμπάκ’», με την έννοια ότι όλα είναι εντάξει.
μπαμπάκους (ο) (επιθ.) = λευκός, σαν το βαμβάκι.
μπαμπαλίζω (ρ.) = τραυλίζω, μπερδεύω τα λόγια μου.
μπαμπαλιάρ(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. αρβ.) = τραυλός, αυτός που χάνει τα λόγια του.
μπαμπάτσ’κος (ο) (επιθ.) = χοντρός, γεμάτος, καλοθρεμμένος.
μπαντίνα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = ισόπεδο μέρος δίπλα σε ποτάμι πλαγιά.
μπάρα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = μέρος που κρατάει νερό, κοίτη.
μπαρμπακάς (ο) (ουσ.) = ο αυλόγυρος, ο περίβολος.
μπασαρντώ (ρ.) = πετυχαίνω, καταφέρνω, π.χ. «Το μπασάρντ΄σες το φαΐ».
μπατάκ’ (το) (επίθ.) = ο σφιχτοχέρης, ο τσιγκούνης.
μπάτζιακας (ο) (ουσ.) = το βατράχι.
μπερντάκ’ (το) (ουσ.) = το δεκανίκι, το ξύλο μτφ. ξυλοδαρμός, π.χ. «Να σου ρίξω ένα μπερντάκ’…».
μπιτώ (ρ. ξ.λ. τούρ.) = τελειώνω, εξαντλούμαι, π.χ. «Το μηνιάτικο μπίτ’σε».
μπλιγούρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πλιγούρι, χοντραλεσμένο σιτάρι.
μπλιγουρένιος (ο) (επίθ.) = ο παρασκευασμένος από πλιγούρι.
μπλοκός (ο) (ουσ.) = φράχτης πλεχτός, κατασκευασμένος από πουρνάρια και κλαδιά.
μπουμπούλα (η) (ουσ.) = ψημένη νιφάδα καλαμποκιού.
μπουμπουνίζω (ρ.) = βροντάω.
μπουμπ(ου)τώ (ρ.) = πυροβολώ, τουφεκώ χτυπώ, επιτίθεμαι, πετάω κάτι εναντίον κάποιου.
μπουμπρέκ’ (το) (ουσ.) = ο όρχις (συνήθως από κάποιο ζώο).
μπουρανί (το) (ουσ.) = είδος βρασμένου φαγητού με άγρια χόρτα.
μπουρμάς (ο) (ουσ.) = η στρόφιγγα.
μπουχτίζω (ρ.) = χορταίνω πολύ μτφ. αηδιάζω, «Του μπούχτ’σα αυτού του φαΐ».
μπρασκιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = τεμπέλης, βαριεστημένος βρομιάρης.
μπρουμ(ου)τώ (ρ.) = πέφτω μπρούμυτα, με το κεφάλι προς τα κάτω σκοντάφτω. Προέρχεται από τα συνθετικά προ+μύτη.
Ν
νικούκουρδα (επίρ. τροπ.) = ανακούρκουδα, οκλαδόν.
νισάφ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το μέτρο, η οικονομία μτφ. έλεος, π.χ. «Νισάφ πια, βαρέθ’κα να σ’ ακούου».
νουμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο ύπνος, π.χ. «Να πάρω ένα νουμπέτ’».
νταβάν' (το) (ουσ.) = Η ξύλινη ψευδοροφή στα παλιά σπίτια.
νταβανός (ο) (ουσ.) = Είδος δίπτερου εντόμου.
νταγγίλα (η) (ουσ.) = η οξύτητα, κυρίως στο λάδι.
νταϊφάς (ο) (ουσ.) = σπιτικό, νοικοκυριό.
νταλακιάζω (ρ.) = φουσκώνω, βαρυστομαχιάζω.
νταρίδια (τα) (ουσ.) = τα προικιά που προσφέρονται από τη νύφη στο σόι του γαμπρού και στον κουμπάρο μετά τον γάμο.
νταρίζω (ρ.) = προσφέρω ως δώρα προικιά.
νταρνταγάν’ (το) (ουσ.) = το μάλωμα, ο σαματάς.
ντέντουμα (το) (ουσ.) = το τέντωμα μτφ. ο ύπνος, π.χ. «Να ρίξου ένα ντέντουμα».
ντερέκ’ (το) (ουσ.) = το υποστύλωμα σπιτιού, το χοντρό ξύλο μτφ. ψηλός, γεροδεμένος άντρας.
ντερλικώνω (ρ.) = τρώω λαίμαργα, κατασπαράζω.
ντιβερλίνγκα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βόλτα.
ντιπ (επίρ. ποσ.) = καθόλου, διόλου.
ντοριάζω (ρ.) = κοιμάμαι (μόνο για ζώα), σταλίζω.
ντουγρού (τοπ. επίρ. ξ.λ. τούρ.) = ίσια, ευθεία.
ντουμπλέκα (η) (ουσ.) = μεγάλο κουδούνι που κρεμούνε οι βοσκοί στα πρόβατα ή στα κατσίκια.
ντουρβάδιασμα (το) (ουσ.) = το γέμισμα του ντουρβά με φαγητά μτφ. ο εφοδιασμός με φαγητό συνήθως κάτι πρόχειρο για το δρόμο.
ντουρβάς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το δισάκι, μάλλινο σακκίδιο χωρικών.
ντουσέκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η στρωματσάδα, στρώμα στρωμένο στο πατωμα.
ντουσμάν(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. τούρ.) = ο εχθρός μτφ. κακός άνθρωπος.
ντραγκωμένος (ο) (μτχ.) = ο πιασμένος.
ντραγκώνομαι (ρ.) = πιάνομαι, κρυολογώ.
ντραμαλασιό (το) (ουσ.) = ο χαμός, π.χ. «Έγινι τρανό ντραμαλασιό, ήρταν κι τα όργανα.».
ντρίστα (η) (ουσ. ξ.λ.) = η νεροτριβή, μέσα στην οποία μαλακώνουν χοντρά μαλλινα ρούχα. Συναντάται σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές γλώσσες (βουλγ. drustelo, βλάχ. dristeala).
ντριστάρ'ς (ο) (ουσ.) = ο χειριστής ή ιδιοκτήτης ντρίστας.
Ξ
ξαμολ’μένος (μτχ.) = ορμώμενος, κινούμενος βιαστικά.
ξαμολώ (ρ.) = ορμώ, κινούμαι βιαστικά.
ξαπολ’νώ (ρ.) = αφήνω ελεύθερα, π.χ. «Τα γίδια ξαπόλ’καν».
ξαπολ’μένος (ο) (μτχ.) = ελεύθερος, χωρίς περιορισμούς, π.χ. «Σας καλόμαθάμε, σας έχουμι ντιπ ξαπολ’μέν’».
ξεκρούζω (ρ.) = ξεσκάζω, ξεδίνω.
ξεπροβοδώ (ρ.) = αποχαιρετώ.
ξιβουτανίζω (ρ.) = καθαρίζω τα αγριόχορτα.
ξιβουτάν’σμα (το) (ουσ.) = το καθάρισμα του χωραφιού από τα αγριόχορτα.
ξώλυτος (ο) (μτχ.) = λυμένος, χωρίς δέσιμο μτφ. ελεύθερος, ανεξάρτητος.
Ο
ούρλιακας (επίθ.) = βλάκας.
ουρλιούμαι (ρ.) = ουρλιάζω.
ορτώνω (ρ.) = μαθαίνω γρήγορα, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, π.χ. «Διαβάζ’ πολύ, αλλά δεν ορτών’ ντηπ».
ούρδα (η) (ουσ.) = η μυτζήθρα.
όχτος (ο) (ουσ.) = κατηφορική όχθη ποταμού.
Π
παραδάγκαλο (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, τα καρούμπαλο, αλλά όχι στο κεφάλι, το οποίο ονομάζεται τσόκανος.
παραμαζεύω ή παραμαζώνω (ρ.) = σκοντάφτω σε κάτι, παρασύρω κατά λάθος κάποιο αντικείμενο.
παραπλαλάω (ρ.) = παραπατώ τρέχοντας.
παρασκάρ’ (το) (ουσ.) = το νυχτερινό βόσκημα κοπαδιού.
παραχώνω (ρ.) = θάβω, καλύπτω με χώμα.
πατσί (το) (ουσ.) = το κεφάλι.
πατσούκας (ο) (επίθ.) = ο κεφάλας.
περδικλιάρ’ς (ο) (επίθ.) = ο ανισόρροπος, ο επιπόλαιος, ο άβνταλος.
περδίκλωμα (το) (ουσ.) = το παραμάζεμα.
περδικλώνω (ρ.) = παραμαζεύω, σκοντάφτω.
περιλαβαίνω (ρ.) = περιέχω μτφ. καταπιάνομαι, π.χ. «Σα σι πιριλάβου μι του σκουπόξ’λου, θα σι πω ιγώ».
πεταρίζω (ρ.) = χτυπώ τα φτερά.
πιπιλιά (η) (ουσ.) = η στάχτη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη παιπάλη.
πιράτ’ (το) (ουσ.) = βαρύς ξύλινος ή σιδερένιος σύρτης που έμπαινε στις παλιές πόρτες για ασφάλεια.
πλακερ(ι)ές (οι) (ουσ.) = Επίπεδες σχιστολιθικές πέτρες, που ύστερα από επεξεργασία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των σκεπών.
πλαλάω (ρ.) = τρέχω.
πλάλημα (το) (ουσ.) = το τρέξιμο.
πλατσουρίζω (ρ.) = κολυμπώ μεσ’ το νερό.
πλατσούρισμα (το) (ουσ.) = το κολύμπι.
πορεύω (ρ.) = ζω, επιβιώνω.
πουρτσάδ’ (το)(ουσ.) = το μικρό αρνί.
πρέκνα (η) (ουσ.) = η ακμή, τα σπυράκια.
πρεκνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο σπυριάρης.
προμ’θεύω (ρ.) = συμβουλεύω, παροτρύνω.
προσάναμμα (το) (ουσ.) = ύλη που χρησιμεύει για το άναμμα της φωτιάς.
προυτσίζω (ρ.) = βατεύω, έρχομαι σε συνουσία (μόνο για ζώα).
προφταίνω (ρ.) = προλαβαίνω, προκάμω.
πρόφταση (η) (ουσ.) = η επάρκεια σε χρόνο.
Ρ
ραγανίζω (ρ.) = ψιθυρίζω γκρινιάζω.
ραχάτ’ (το) (ουσ.) = η ανάπαυλα η τεμπελιά.
ρυπιτίγγος (ο) (επίθ.) = ο φοβητσιάρης.
ροβολάω (ρ.) = κατρακυλώ, πέφτω.
ρόγαλος (ο) (ουσ.) = η αράχνη.
ρ(ου)μάνι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πυκνό δάσος, λόγγος.
Σ
σαβουριάρ(η)ς (ο) (επίθ. ξ.λ.) = άχρηστος, τεμπέλης βρώμικος, κουρελής.
σακατεύομαι (ρ. ξ.λ. τούρ.) = μένω σακάτης, ανάπηρος μτφ. κουράζομαι, π.χ. «Σακατεύ’κα στου χουράφ’ απόψι».
σακατ’λίκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η αναπηρία μτφ. η κούραση.
σαλντώ (ρ.) = πετάω, ξεφορτώνομαι, π.χ. «Θα τα σαλντίξου όλα απού καταΐ κι θα του τ’νάξου για την πόλ’».
σαλταπ’δώ (ρ.) = πηδώ από το ένα μέρος στο άλλο.
σάματι (σύνδ.) = σάμπως.
σβάνα (η) (ουσ.) = πήλινο ανοιχτό δοχείο με χερούλια στις άκρες.
σβαρνιάρ(η)ς (ο) (επιθ ξ.λ. σλάβ.) = αυτός που σέρνει τα πόδια του, βαριεστημένος, τεμπέλης.
σβαρνίζω (ρ. ξ.λ.) = σέρνω, κατρακυλώ κάποιο αντικείμενο.
σδαυλίζω (ρ.) = ανακατεύω τη φωτιά με ξύλο.
σδαύλιστρο (το) (ουσ.) = ξύλο για το ανακάτεμα της φωτιάς.
σικλέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. αράβ.) = η ενόχληση ο πόνος, η δυσφορία.
σκανιάζω (ρ.) = σκάνω, θυμώνω,
σκαπετώ (ρ. ξ.λ. βλάχ. scapitu = καταπίνω) = χάνομαι από το ορατό πεδίο, π.χ. «Τα γίδια σκαπέτ’σαν ‘πού πίσ’ απ’ του β’νό».
σκράμπα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βρώμα, η λέρα το κακάδι πληγής.
σκραμπιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης.
σκρόπιος (ο) (ουσ.) = ο σκόρπιος
σκροποχώρ’ (το) (ουσ.) = το αραιοκατοικημένο χωριό μτφ. δηλώνει την ανοργανωσιά ή διάλυση, π.χ. «Ένας απού δω, άλλος απου ‘κει, ντιπ σκροποχώρ’ έγινάμι».
σ'μά (επίρ. τοπ.) = κοντά.
σ’μαλίζω (ρ.) = κάνω ελαφρύ θόρυβο, π.χ. «Κάτι σ’μαλίζ’ μες στα χουρτάρια».
σμίξ’ (η) (ουσ.) = το σημείο ένωσης δύο ποταμών. Προέρχεται από το αρχαίω ελληνικό συν + μείγνυμι.
σ'νι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί, που χρησιμοποιούνταν για το ψήσιμο πίτας κτλ.
σομπουρεύω (ρ.) = κουτσομπολεύω, σχολιάζω.
σόμπουρο (το) (ουσ.) = το κουτσομπολιό.
σουρλάς (ο) (ουσ.) = η μουσούδα, η μούρη.
σουρτουκεύω (ρ.) = αλητεύω μτφ. κάνω βόλτες.
σουρτούκω (η) (επίθ.) = αλήτισσα μτφ. αυτή που γυρίζει από σπίτι σε σπίτι.
σταλίζω (ρ.) = ξεκουράζομαι (μόνο για ζώα).
στάλισμα (το) (ουσ.) = η ανάπαυση των ζώων, συνήθως σε σκιερό μέρος.
σταυρώνω (ρ.) = συναντώ, πετυχαίνω.
στείρια (η) (επίθ.) = που δεν βγάζει γάλα. Αναφέρεται συνήθως σε κατσίκες.
στενούρα (η) (ουσ.) = το μικρό δρομάκι, το στενό.
στραμπ’λίγομαι (ρ.) = κουνιέμαι μτφ. διαμαρτύρομαι.
συνάμα (επίρ. τροπ.) = συγχρόνως.
συνερίζω (ρ.) = παίρνω για σοβαρά τα λόγια κάποιου και τον κακίζω.
σφραΐδ’ (το) (ουσ.) = η σφραγίδα που χρησιμοποιούνταν για το σφράγισμα των προσφόρων που πήγαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία.
σχολνώ (ρ.) = σταματάω, τελειώνω, π.χ. «Σχόλασι του σχουλείου».
Τ
τάζω (ρ.) = υπόσχομαι, δίνω το λόγο μου.
τάξ’μο (ουσ.) = υπόσχεση, τάξιμο, π.χ. «Εμ τάξ’μο, εμ φκιάσ’μο;».
ταμάχ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πλεονεξία, απληστία.
ταμαχ(κ)ιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο πλεονέκτης, ο άπληστος, ο αχόρταγος.
τανύζω (ρ.) = τεντώνω, απλώνω διάπλατα.
τάν(υ)σμα (ουσ.) = τέντωμα, άπλωμα.
τζαλιάζω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
τζιούκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. zucca = κεφαλή, κορυφή) = μέρος ψηλο, εξογκωμένος λόφος. Η λέξη συναντάται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες και διαλέκτους της βαλκανικής (σέρβ. zuca, αλβ. cukë, βουλγ. cuka, βλάχ. cuka).
τ’λούπα (η) (ουσ.) = μια αγκαλιά λαναρισμένο μαλλί που δένεται στη ρόκα για γνέσιμο μτφ. μεγάλη νιφάδα χιονιού.
τουλπάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = λεπτό βαμβακερό ύφασμα, που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σαν κεφαλόδεσμος φακιόλι, τσεμπέρι.
τρανεύω (ρ.) = μεγαλώνω, γίνομαι τρανός μτφ. ψηλώνω.
τσαγνίζω (ρ.) = γαβγίζω λυπημένα μτφ. γκρινιάζω.
τσάγνισμα (το) (ουσ.) = το γάβγισμα η γκρίνια.
τσάζω (ρ.) = ψάχνω, ζητάω π.χ. «Ούλνοι τσάζ’ν για δ’λειά τη σήμερον ημέρα.».
τσαΐρι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ. çayir = λιβάδι) = το λιβάδι.
τσακμακάω (ρ. ξ.λ. τούρ.) = ανάβω μτφ. παίρνω μπροστά, λειτουργώ.
τσακμακόπετρα (η) (ουσ.) = πέτρα που κατά την κρούση βγάζει σπινθήρες.
τσαλιά (τα) (ουσ.) = ακανθώδεις θάμνοι.
τσαντίλα (η) (ουσ.) = μαντήλι που χρησιμοποιούνταν για το φιλτράρισμα του γάλακτος για την παραγωγή τυριού.
τσασίτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = είδος, ποικιλία, κατηγορία.
τσατάλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πιρούνι, αιχμηρό κυρτό σίδερο, γάντζος.
τσατ’μάς (ο) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά ξύλα.
τσικνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης, αυτός που αναδίδει άσχημη μυρωδιά.
τσίλα (η) (ουσ.) = η ευκοίλια.
τσιμπίδ’ (το) (ουσ.) = η λαβίδα ή τσιμπίδα που ανακατεύουμε τα κάρβουνα.
τσιμπλιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο ακάθαρτος στα μάτια.
τσιουτσούδα (επίρ. ποσ.) = πολύ λίγο, ελάχιστα.
τσιπράγκαλα (τα) (ουσ.) = αντικείμενα μικρής αξίας.
τσ’λιούμαι (ρ.) = με πιάνει κόψιμο, ευκοίλια μτφ. φοβάμαι πολύ.
τσ’νώ (ρ.) = κλωτσώ μτφ. διαμαρτύρομαι.
τσόκανος (ο) (ουσ.) = το καρούμπαλο.
τσουκανίζω (ρ.) = πελεκώ σκαλίζω μτφ. περνώ την ώρα μου.
τσουκάνισμα (το) (ουσ.) = το πελέκημα, το χτύπημα.
τσουλνάρα (η) (ουσ. ξ.λ αρβ.) = η βρύση μτφ. η μεγάλη ροή υγρού, π.χ. «Το αίμα έτρεχε τσουλνάρα».
τσουμπαλάκια (τα) (ουσ.) = οι κωλοτούμπες, το παραπάτημα, π.χ. «Ήπιε πουλύ κι έκανι στου δρόμου τσουμπαλάκια».
τσουμπάν’ς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο βοσκός.
τσουτσούλ(η)ς (ο) (επίθ.) = σχολαστικός.
Υ
Φ
φετισ’νός (ο) (επίθ.) = φετινός.
φιδαρίκα ή φιδαρίκος (η) (ουσ.) = το μεγάλο φίδι.
φιλεύω (ρ.) = ταίζω κάποιον φιλοξενώ.
φουλτάκα (η) (ουσ.) = σπυράκι με πύο, φλεγμονή, π.χ. «Τσάκουσα μια τσουκνίδα κι γιόμωσα φουλτάκις».
φούρκα (η) (ουσ.) = ξύλινο δίχαλο, για τη στερέωση υπερφορτωμένων κλαδιών δέντρων κατά τη διάρκεια της καρποφορίας.
φούρλα (η) (ουσ.) = στροφή γύρος.
φουρλαντώ (ρ.) = πετώ, αποχωρίζομαι, ξεφορτώνομαι.
φουρλάντ’μα (το) (ουσ.) = το πέταμα, το ξεφόρτωμα.
φτουρακάω (ρ.) = χτυπάω τα φτερά δυνατά.
φτουράω (ρ.) = διαρκώ πολύ, βαστώ, επαρκώ τελειώνω μια ενασχόληση γρήγορα, π.χ. «Φτουρούσι η δ’λειά και σχόλασάμι γρήγουρα».
φυσοκοπάω (ρ.) = φυσάω δυνατά, μανιασμένα.
Χ
χαζοπάτσ’ (το) (ουσ.) = μτφ. ο βλάκας, ο χαζός, ο απερίσκεπτος.
χαϊβάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ζώο μτφ. βλάκας, κορόιδο.
χαΐρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = κέρδος, απολαβές, π.χ. «Αυτή η δ’λειά δεν έχ’ χαΐρ’».
χαλιάπα (η) (επίθ.) = πρόστυχη μτφ. αφελής.
χαραή (η) (ουσ.) = χαραυγή, ξημέρωμα, π.χ. «Αυτός σ’κώνεται από τ’ς χαραές κι πααίν’ στου χουράφ’».
χολνάω ή χολιάζω (ρ.) = θυμώνω, οργίζομαι, κρατάω κακία σε κάποιον.
χουνέρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = απάτη πάθημα.
χουχλακάω (ρ.) = κοχλάζω, βράζω.
χουχούτ(η)μα (το) (ουσ.) = η αποδοκιμασία, το μάλωμα.
χουχ(ου)τώ (ρ.) = αποδοκιμάζω, γιουχάρω, φωνάζω δυνατά.
χοχλάκα (η) (ουσ.) = μεγάλη πέτρα, κοτρόνα. Προέρχεται πιθανόν από την αρχαία λέξη κόχλαξ.
χρέμ’ (το) (ουσ.) = είδος μικρού χαλιού.
χρεόστομος (ο) (επίθ.) = αχρειόστομος, αισχρολόγος.
χωλιέρα (η) (ουσ.) = η κακόψυχη γυναίκα, μέγαιρα.
Ψ
ψουριάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = αυτός που έχει ψείρες μτφ. ο τελειομανής.
Ω

26/3/09

Εκπαιδευτική κατάσταση Μαδεμοχωρίων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 611
Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 1881
"Υπάρχει εν Θεσσαλονίκη σύλλογος φιλεκπαιδευτικός, προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων. Του συλλόγου τούτου κατ’ έτος βλέπομεν μνημόσυνα υπέρ των αοιδίμων ευεργετών αυτού, και προσκλητήρια δια συνεδριάσεις. Και περί μεν των μνημοσύνων και των ευεργετών ουδέν λέγομεν, αφού ούτοι δεν βλέπουσι τι γίγνονται τα χρήματά των και προς τίνα σκοπόν δαπανώνται ή και αν δαπανώνται, των συνεδριάσεων όμως δεν μέχρι τούδε είδομεν αποτέλεσμα ή σκοπόν, - ημείς τουλάχιστον οι εν Χαλκιδική, εκτός του ενφωνηθέντος λόγου του δείνα ή δείνα καθηγητού ή διδασκάλου, όστις άλλως τε υπήρξε πλήρης γλαφυρότητος και ευηρέστησε τους πάντας, τους τε ακροασαμένους και τους αναγνόντας αυτόν εν ταις εφημερίσι.
Φροντίζουσι, λέγουν, και αποστέλλουν διδασκάλους εις διάφορα μέρη. Ερωτώμεν Ποία είσι ταύτα; Βεβαίως, θ’ απαντήση τις, είναι χωρία και κωμοπόλεις εις α προστρέχουσιν εκ των πέριξ μερών ελληνόπαιδες. Όχι, δεν έχουσι την καλήν ταύτην τύχην οι ελληνόπαιδες, διότι τα αξιότιμα μέλη του ρηθέντος συλλόγου φροντίζουσι μόνον και πέμπουσι – αν πέμπωσι, διότι ειρήσθω και τούτο, είμεθα ξένοι τοιούτων ειδήσεων, - διδασκάλους και νηπιαγωγούς εις χωρία της άνω Μακεδονίας, αδιαφορούσι εξ’ ολοκλήρου περί των μερών εκείνων, εξ ων πλέον ευάρεστα αναμένοντο αποτελέσματα, και τα όσα διατρέχουσι καθ’ εκάστην τον κίνδυνον να εκβουλγαρισθώσι. Στρέψατε το βλέμμα σας εις τα χωρία της Χαλκιδικής τα καλούμενα Μαδεμοχώρια εάν θέλετε περί της αληθείας των λεγομένων βεβαιωθή ή λάβετε τον κόπον να μας παρακολουθήσητε κατωτέρω και θέλετε εντελώς πεισθή.
Προ δέκα ακριβώς ετών οι κάτοικοι της κωμοπόλεως, αφ’ εις η παρούσα [ενν. Λιαρίγκοβη], επεχείρησαν να ανεγείρωσι σχολείον ελληνικόν και νηπιαγωγείον διότι έβλεπον ότι εκ των πέριξ χωρίων προσέτρεχων νέοι, και το παλαιόν σχολείον ή μάλλον οικία η χρησιμοποιούσα ως σχολείον ήτο ακατάλληλος. Ήρξατο η ανοικοδόμισις, αλλά μόλις φθάσασα εις τι σημείον [εξόστη], δι’ έλλειψιν χρημάτων (Ενταύθα δεν δυνάμεθα να παραλείψομεν ότι σύλλογοι και φιλόμουσοι συνδρομηταί έσπευσαν να προσφέρωσι τον οβολόν των. Αλλ’ ημών και μόνον το κτίριον).
Τότε παρουσιάζεται καλόγηρος τις του Αγ. Όρους, όστις προτείνει εις τους κατοίκους αποτελειώση του σχολείου την ανοικοδόμησιν και να καταβάλη τους μισθούς των απαιτουμένων διδασκάλων, ήρκεν μόνον οι κάτοικοι να παραδεχθώσι μίαν αίτησιν μικράν ην παρ’ αυτών θα εζήτει να διδάσκη δηλαδή εν τη σχολή αυτή και διδάσκαλος της βουλγαρικής, υπό του αυτού επίσης διατηρούμενος. Η αίτησις, ως βλέπατε, ήτο σμικροτάτη, και οι κάτοικοι εκ όλη των τη αφελεία ή αμαθεία, αν θέλητε, ηδύναντο να δεχθώσι και να παραδεχθώσιν. Αλλ’ όχι μόνον οι κάτοικοι είναι Έλληνες, και πλειότερον ίσως τινών επαγγελομένων το τοιούτον, και όχι μόνον δεν εδέχθησαν την γενναίαν, ως θ’ απεκάλει τις τω παρ’ ημίν πεπαιδευμένων, προσφοράν, υπαγορευόμενοι υπό του αισθήματος του εμπνέοντος πάντα [αληθή] έλληνα να περιφρονή παν αντεθνικόν, αλλ’ ουδέν απόσωσιν επί πλέον τον γενναιόδωρον καλόγηρον ηθέλησαν, εκδιώξαντες αυτόν της κωμοπόλεως απειλή κακοποιήσεως. Αν ήθελε και εκ [δευτέρα] ποιήσει λίγον περί τούτου ή μένει εν αυτώ.
Και επειδή ο λόγος περί ρώσσων, κρίνομεν κατάλληλον να παραθέσωμεν ενταύθα ότε οι της μονής του Αγ. Παντελεήμονος, της άλλως “Ρωσσικόν μοναστήριο” καλουμένης, καλόγηροι μετά την απόπειραν, ην έκαμον, όπως αγοράσωσι τον εν Ρεβενικίαις ιερόν ναόν της Παναγίας αντί χιλιάδων λιρών, καθ’ ης αποπείρας εξηγέρθη σύμπασα η Χαλκιδική και ο εν Κων/πόλει επαξίως αντιπροσωπεύων την ελληνικήν δημοσιογραφίαν “Νεολόγος”, μετά την απόπειραν, λέγομεν, ταύτην, εις το τέλος ήτο οικτρά αποτυχία, ήλθον εις έτερον χωρίον της Χαλκιδικής, το Παλαιοχώριον, και ανοικοδόμησαν οικίαν επ’ ονόματι καλογραίας τινός, μετά τον θάνατον της οποίας θα περιέλθη αυτή εις χείρας των ρώσσων καλογήρων. Η οικία αύτη, εν η κατοικεί και επίτροπος των δια… τους καταχθονίους αυτών σκοπούς, είναι αληθές προξενείον, φέρει δε και επιγραφήν ρωσσιστί δι’ ης δηλούται ότι ανήκει αυτή εις την μονήν του Αγ. Παντελεήμονος. Δυστυχής Χαλκιδική!!!.......
Αλλ’ επανελθώμεν εις το προκείμενον. Το σχολείον μετά πολλάς περιπετείας και μετά παρέλευσιν ικανού χρόνου επερατώθη, ή μάλλον ήτο εις κατάστασιν να δεχθή μαθητάς. Αι παραδόσεις ήρξαντο και νηπιαγωγός εκ της υμετέρας πόλεως προσεκλήθη εκ μέρους των κατοίκων. Μέχρι του λήξαντος έτους τα πράγματα ούτως έβαινον. Θέλετε ήδη, αναγνώστα, να μάθητε και την σημερινήν κατάστασιν του Σχολείου; Ελληνοδιδάσκαλος συνεφωνήθη και πάλιν ο επί δεκαετίαν τοιούτως. Συνεδέθησαν δια τοιούτων χρυσών, ούτως ειπείν, δεσμών οι κάτοικοι μετά του διδασκάλου των, ώστε αδύνατον ν’ αποχωρισθώσιν αφ’ εαυτών, αν δεν απέλθη χειρ σωτήριος απομακρύνοντα τον μεν των δε προς όφελος της ελληνικής νεολαίας. Νηπιαγωγός δε, αφού τα πρώτα έτη ήρχετο [] εσχάτως διωρίσθη τοιαύτη….. συγγνώμην, ήθελον να είπω τοιούτος Αριστείδης τις [] νεανίας, πρώην κολτζής των δεκάτων και επιστάτης [] εμπόρου τινός. Και τούτο μεν δεν είναι τι το παράδοξον. Φαντασθήτε όμως πόσον αστείον θα ήτο, αν ηκούητε αίφνης ότι διωρίσθη παρθεναγωγός του δείνα παρθεναγωγείου ο δείνα. Τι ευτυχής παρθεναγωγός θα ήτο εκείνος, [ευρισκόμενος] μάλιστα ως ο ημέτερος νηπιαγωγός εν τω μέσω συλλόγων μεγαλωνύμων!!!
Και ηξεύρετε, κύριοι πόσον απέχει η Λιαρίγκοβη της Θεσσαλονίκης; Δέκα και έξ μόλις ώρας. Αλλ’ ο εκπαιδευτικός σύλλογος είναι μακράν, πολύ μακράν αυτής, εις το έτερον [] ημισφαίριον, διότι ποτέ δεν έπεμψε τινά, όπως ιδή και τε του πλησίον την ελεεινήν κατάστασιν των εδώ σχολείων. Αλλά τι λέγω: Μήπως και μακρόθεν εφρόντισε ποτέ τι; Εζήτησε ποτέ παρά της κοινότητος έκθεσιν περί της καταστάσεως και των αναγκών των σχολείων; Άραγε, ουδέν των ανωτέρω έπραξεν ο ρηθείς σύλλογος, ότε δε προ ετών αξιότιμον τι μέλος αυτού επορεύθη εις Λειβάδιον, δεν έλαβε τον κόπον να περιέλθη και τινά άλλα χωρία, αλλ’ επέστρεψεν αύτοθι εκπληρώσας δήθεν την αποστολήν του. Φαίνεται ότι ο σύλλογος διώρισε πληρεξουσίους του τους εν τω Αγ. Παντελεήμονι διαμένοντας ρώσσους μοναχούς, οίτινες [ουδενός] φείδονται κόπον ή χρημάτων, όπως ελκύσωσι προς εαυτούς τους κατοίκους της Χαλκιδικής.
Προ δύο ετών διένειμον χρήματα, άλευρον και [], άτινα πλοία εκ Ρωσσίας εκόμισαν, λαμβάνοντες αποδείξεις παραλαβής εξ εκάστου χωρίου, όπως παρουσιάσωσιν αυτάς εις το εν Πετρουπόλει Πανσλαυιστικόν κομιτάτον. Και ημείς; Ημείς τι εναντίον τούτων πράττομεν; Ουδέν, αρκούμενοι εις λόγους, λόγους και πάλιν λόγους, και μεγάλα και πομπώδη ονόματα. Επί τη ευκαιρία ταύτη είπωμεν και τινά δημοτική, καίτοι εις υμάς ταύτα εισίν ουδέν αδιάφορα.
Κατά καιρόν περιέρχεται τα χωρία άνθρωπος του Πεληδιέ όπως ιδή τα της καθαριότητος αυτών κ.λ.π. Και διατηρείται μεν τότε επί τινά χρόνον καθαριότης, αλλ’ [] έχομεν πάλιν τα αυτά και πρότερον. Οι περιοδεύοντες του Πεληδιέ διορίζουσιν επιτρόπους εν έκαστω των χωρίων, α επισκέπτονται. Διώρισαν επομένως και εν τη ημετέρα κωμοπόλει τοιούτον Χατζή Γεώργιον τινά. Και περί μεν των πράξεων των ούτω διοριζομένων επιτρόπων ουδέν λέγομεν, καθότι έργον αυτών μετά την αναχώρησιν του Πεληδιέ είναι η αμέλεια˙ έν όμως έτερον είναι άξιον παρατηρήσεως˙ το ότι οι κύριοι ούτοι, μη αρκούμενοι εις την ανεκτή αμέλειάν των, πράττουσιν εκάστοτε έργα ενάντια της πληρεξουσιότητός των.
Ούτω π.χ. ημέραν τινά εν καθαρά μεσημβρία ο άνω ρηθείς Χατζή Γεώργιος και έτερος τις, λαβόντες ανά χείρας πέλεκεις, ως άλλοι ξυλοκόποι, έκοψαν τας προ της βρύσεως υπαρχούσας πλατάνους του δήμου, αίτινες και προς στολισμόν και υγείαν συντείνουσιν ένεκα κομματικών λόγων. Γράφοντας ταύτα δεν αναμένομεν την εκ Πολυγύρου διόρθωσιν και τιμωρίαν των ρηθέντων. Όχι, διότοι αυτοί ούτοι οι κύριου διακηρύττουσι παρρησία ότι δεν φοβούνται ποσώς, καθότι “έχουσιν εκεί φίλους”, αλλ’ όπως επιστήσωμεν την προσοχήν των αύτοθι αρμοδίων προς περιστολήν της θρασύτητος των ανωτέρω κυρίων.
Περαίνοντες την παρούσαν εφιστώμεν την προσοχήν των ενταύθα στρατιωτικών αρχών επί τινών ανθρώπων και συνιστώμεν αυταίς να μη δίδωσι προσοχήν εις αυτούς, οίτινες πλέον ή άπαξ απεδείχθησαν ότι ουδέν άλλο είσιν ή συκοφάνται.
Λιαρίγκοβη τη 28 7βρίου 1881.
ΑΣΚΗΤΗΣ

Δολοφονία στρατιωτών στον Βάβδο

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 605
Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 1881
"Αλγεινόν συμβάν έλαβε χώραν εσχάτως εν τω χωρίω Βάβδω. Δύω αγροφύλακες εν νυκτί αγρυπνούντες, είδον δύω στρατιώτας προς αυτούς ερχομένους˙ προσκληθέντες οι στρατιώται όπως απομακρυνθώσι εκώφευον, οι δε αγροφύλακες κενώσαντες τα όπλα των, έρριψαν τον μεν ένα άπνουν τον δ’ έτερον ημιθανή. Το τοιούτον γεγονός είτε εκ συμπτώσεως λαβών χώραν, είτε εκ προθέσεως τα μάλιστα ανησύχησε το χωρίον."

Τρομοκρατία και δολοφονίες κατοίκων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 592
Ημερομηνία: 13 Αυγούστου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Σανών της Χαλκιδικής:
Πολλάς πολλάκις διατριβάς ανέγνωμεν εν τω “Ανατολικώ Αστέρι” εκ Βιτωλίων περί των περίφημων και περιβοήτων ανά τα μέρη εκείνα Πολιάκων, οίτινες ως τύρρανοι δια της μαχαίρας επιβάλλουσιν εαυτούς τοις δυστυχέσι χωρικοίς, ηλεεινολογούμεν δε και ωκτείρομεν τους ταλαιπώρους εκείνους, μη ειδότες ότι εμέλλομεν να υποστώμεν την αυτήν τύχην και ημείς αυτοί.
Ισούφ τις εκ Θεσσαλονίκης, άνθρωπος ημιάγριος, εμφωλεύσας εν τω χωρίω ημών παρά τοις συμπολίταις ημών οθωμανοίς, μέχρι τινός εμπορεύετο τα ζώα των πέριξ χωρίων μετά τινός συγχωρίου ημών Σεφακή καλουμένου. Κατά το παρελθόν δε έτος παρέστη συνοδευόμενος υπό του μεχτάρη των οθωμανών ζητών να επιβληθή ημίν ως Πολιάκος και αγροφύλαξ υπεσχεσόμενος να φυλλάτη ημάς τε και τα κτήματα ημών, ως ίδια εαυτού, αποποιηθέντων ημών τούτο, παρεκάλεσεν ημάς ο ειρημένος μεχτάρης, επειδή άπαντες οι συμπολίται ημών οθωμανοί τυγχάνουσιν αγράμματοι, να συντάξωμεν συμβόλαιον τι, δι’ ου προσελάμβανον αυτοί τούτον ως αγροφύλακα, και σφραγίσωμεν συνάμα τούτο δια της ημετέρας κοινής σφραγίδος, άτε εκείνων και τοιαύτης στερουμένων˙ συντάξαντες δε τοιούτον εν όλη ημών τη αθωότητι και σφραγίσαντες εδώσαμεν αυτό και ούτω ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού ο περίφημος Ισούφ, όστις καθ’ όλον το διάστημα του έτους τούτου διεδραμάτισε φοβερόν πρόσωπον περιερχόμενος πολλά και διάφορα μέρη, αλλά καλυπτόμενος υπό την αμφιλαρή σκιάν του ρηθέντος μεχτάρη Δεμήρ Αλή.
Ήδη δε άμα ο καιρός των αλωνίων επέστη, παρέστη ούτος ως Πολιάκος [χωροφύλακας] ουχί των οθωμανών, αλλά των χριστιανών, ζητών το πεκτσιλίκι δια της μαχαίρας του παρά των χριστιανών. Ελθών δε κατά τύχην εις το χωρίον ημών Σιακήρ τις όμπασης εκ Πολυγήρου, ίνα εισπράξη καθυστερουμένους φόρους των αιγοπροβάτων, ανέλαβε συνάμα, εν αγνοία ημών και άνευ ουδεμίας διαταγής, και την είσπραξιν του πεκτσιλικίου του Ισούφ, μετακαλεσάμενος δε ημάς ο αυτόκλητος ούτος εισπράκτωρ και δικαστής εζήτησε πάραυτα, δυνάμει του ανά χείρας συμβολαίου του Ισούφ χρήματα. Επειδή δε απεφηνάμεθα ότι ούτος συνεφωνήθη υπό των οθωμανών δια τα κτήματα αυτών και μόνων, ως αυτό τούτο το συμβόλαιον δηλοί, ουδεμίαν φέρον υπογραφήν ημών, ο ατίθασος ούτος αλβανός εξετραχηλίσθη εις βαναυσοτάτας καθ’ ημών ύβρεις και φοβεράς απειλάς ην μη αποτίσωμεν το δίκαιον του πεκτσή παραλαβών δε τρεις ζαπτιέδες , ους μεθ’ εαυτού έφερε, τον Πολιάκον Ισούφ και τον μεχτάρην Δεμιρλήν μετέβει εις την οικίαν του συγχωρίου ημών προκρίτου Δήμου Χαϋδευτού περί τας δύο της νυκτός και συλλαβών τούτον έρριψε κάτω και δια του υποδήματος κρούων εγκατέλιπε τον δυστυχή ημιθανή, ενσπείρας ούτω τον τρόμον εν όλω τω χωρίω.
Την επομένην δε, τελουμένης της εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου ημών, συνήλθομεν κατά καθήκον εις την εκκλησίαν, αλλ’ ενώ εισέτι ετελείτο η θεία ιερουργία, αίφνης είδομεν την θύραν της εκκλησίας καταληφθείσαν υπό του Σιακήρ όμπαση και της συντροφίας˙ της ιερουργίας δε περατωθείσης, ουδείς ετόλμα να εξέλθη έξω, διότι ο Σιακήρ ούτος κρατών την ην έφερε μάχαιραν εις χείρας ηπείλει ότι δι’ αυτής πάντες έμελλον να διέλθωσιν, αν δεν υπέσχοντο την απότισιν του πολιακού φόρου˙ τη μαχαίρα δε υπείκοντες, ταις απειλές και βαναυσοτάταις ύβρεσι, συνηνέταμεν και ούτως αφέθημεν ελεύθεροι ίνα έκαστος οίκαδε απέλθη, και αμ’ έπος αμ’ έργον, παραλαβών τους σάκκους αυτός ούτος ο Σιακήρ και τον [κούτλον;] εις χείρας εισώρμητον εις τας οικίας και εκ των λαφύρων έδιδεν εις τον αγαπητόν του Ισούφ˙ θελήσαντες δε να εισέλθωσιν εις την οικίαν γυναικός τινός δεν εγένοντο δεκτοί, του ανδρός αυτής απόντος, αλλά δια την απόφασιν ταύτην εδάρη και αυτή, και μετά ταύτα [] και μη επλήρωσε τον σάκκον του Ισούφ.
Ιδών τέλος ο μη σπείρας, μηδέ θερίσας Ισούφ, εις διάστημα ημισείας ημέρας, τη αρωγή και καλή θελήσει του αυτοκλήτου εισπράκτορος και δικαστού Σιακήρ όμπαση, συνέλεξε τοσαύτα γεννήματα εκ των ιδρώτων των πτωχών χριστιανών, όσα ουδείς εξ’ ημών, οίτινες ολόκληρον έτος ειργάσθημεν. Της σκανδαλωδεστάτης και παρανομωτάτης ταύτης πράξεως γνωσθείσης τω αρχιερεί ημών αγίω Αρδαμερίου, έσπευσε πάραυτα ούτος δι’ επανειλημένων τακριρίων να καταγγείλη ταύρην τω εισαγγελεί Πολυγύρου Ιμπραήμ εφέντη και ζητήση την τιμωρίαν του τε Σιακήρ όμπαση και λοιπών συμφώνως τω νόμω δια την παραβίασιν του ασύλου της Ιεράς ημών εκκλησίας και των άλλων εκνόμων και εκθέσμων πράξεων, ας αυτοβούλως και αυθαιρέτως ενήργησεν ο όμπασης. Αλλά ο ως μη ώφειλεν εισαγγελεύς ούτος Ιμπραήμ εφέντης, άνθρωπος πάντη αναλφάβητος και αδαέστατος των υψηλών αυτού καθηκόντων, ου μόνον εις τιμωρίαν κατά των κακουργησάντων δεν προέβη, αλλά και τα τακρίρια εισέτι κατακρατεί, μη παραπέμψας αυτά εις το ποινικόν τμήμα.
Την βεβήλωσιν της ιεράς ημών εκκλησίας και την αδιαφορίαν του ονόματι τούτου εισαγγελέως, μη ανεχόμενος ο αρχιερεύς ημών προτίθεται, καθ’ α επληροφορήθημεν, να καταγγείλη το τε γεγονός και αυτόν τούτον εις την εισαγγελίαν Θεσσαλονίκης, ήνπερ παρακαλούμεν ίνα ρίψη βλέμμα τι επί της διαγωγής του εισαγγελέως Πολυγύρου, όστις ένεκα της ανικανότητος, ακαταλληλότητος και της αγραμματοσύνης αυτού, αφίνει να νήπωνται σπουδαίαι υποθέσεις πιστών υπηκόων της σεβαστής ημών κυβερνήσεως, οι δε ζαπτιέδες να διαπράττωσιν ό,τι έκαστος βούληται. Και τέλος υφίσταται απόλυτος ανάγκη ίνα ο Ιμπραήμ εφέντης [όταν θάττον] άντικατασταθή δι’ άλλου ειδότος την υψηλήν αυτού αποστολήν˙ δεν αμφιβάλλομεν δε πεπειθότες εις τα φιλοδίκαια αισθήματα του γενικού εισαγγελέως Θεσσαλονίκης ότι ληφθήσονται υπ’ όψει τα γραφόμενα ημών.
Ο αυτός Σιακήρ όμπασης, καθ’ α επληροφορήθημεν, επιστρέφων εκ Σιανών ίνα μη διανύση τεσσάρων ωρών διάστημα, και μεταβή εις Πολύγυρον, διότι αν μετέβαινεν έπρεπε να φάγη εξ’ ιδίων του, κατέλυσεν εν Καϊτζικίω, επειδή δε δείπνον τω σπαχή τούτω προσέφερεν ο προεστώς Χριστόδουλος τις και γάλα, ενόμισεν ο ευγενής Αλβανός προσβολήν τούτο, και δια τούτο εκμανής δεν ήργησε να δείρη και τούτον δια να μάθη να προσφέρη άλλοτε αντί λιτού φαγητού πίτα και κότα τα αγαπητά τοις αλβανοίς. Ιδέτω πας τις τίνα υφίστανται οι δυστυχείς χωρικοί υπ’ αυτών των οργάνων της Κυβερνήσεως, ήτις μισθοί αυτά αδράς δια την ησυχίαν των υπηκόων αυτής, και κρινέτω κατά πόσον συνάδουσι τοις νόμοις και τω δικαίω ταύτα, και εν τοσούτω ο εισαγγελεύς Πολυγύρου, επειδή κατηγγέλθη ζαπτιές εκώφευσε και ηδιαφόρησε.
Μεταβάντες δε και οι Σαννιώται να καταγγείλωσι παρά τω εισαγγελεί τα κακουργήματα του Σιακήρ, δεν ηδυνήθησαν να εύρωσι [κιατίπην;] ίνα συντάξη αυτοίς αναφοράν, πάντων των γραμματέων αποποιουμένων. Ο αυτός ο Σιακήρ σταλέν δια την είσπραξιν και εις το χωρίον Λουζίκι τε αυτά και ότι χείρω διέπραξεν, αλλ’ όταν ζαπτιέδες δια την είσπραξιν εξαποστέλλονται, προς τι οι εισπράκτορες; Και εν τούτοις ο το νιζάμι ειδώς κατά βάθος εισαγγελεύς Πολυγύρου Ιμπράμ εφέντης τούτους όλο εν εξαποστέλλει.
Έτερον δυστύχημα συνέβη ημίν κατ’ αυτάς. Οθωμανός τις συλλαβών κοράσιον οκταετές, θυγατέρα του συγχωρίου ημών Σαραφιανού, ενώ τούτο έβοσκε τους βόας ου μακράν του χωρίου, διεκόρευσεν αυτό εγκαταλιπών το δυστυχές τούτο πλάσμα ημιθανές. Τοιαύτη η κατάστασις ημών, αλλά τι να ζητήσωμεν την θεραπείαν των κακών τούτων, εις τον εισαγγελέα Πολυγύρου; Αλλ’ ούτος άμα είδε τους Σαννιώτας μεταβάντες εις Πολύγυρον να καταγγείλωσι τον Σιακήρ, εις αρρήτους εξετραχηλίσθη ύβρεις κατ’ αυτών, διότι εζήτησαν να εφαρμοσθή κατά των κακουργησάντων η δικαιοσύνη.
Χριστιανός τις εκ του χωρίου Αδάμ, Άγγελος καλούμενος, διατελών ως ζευγός εν τω τσιφλικίω Γερακαρούς, παρέλαβε την θυγατέρα αυτού α μετέβη εις τι παρακείμενον φρέαρ ίνα αντλήση ύδωρ, αλλ’ αιφνής είδε τέσσαρας οπλοφόρους [νέους;] να περικυκλώσωσιν αυτόν, αφού δ’ εκακοποίησαν τον δυστυχή τούτον, απήγαγον την θυγατέρα αυτού εις μέρος άγνωστον, καταμηνύσας δε την απαγωγήν της θυγατρός του εις τον εν Ζαγγλιβερίω αντιπροσώπου του γεν. εισαγγελέως Ιμπράμ εφέντη Δαούτ Τσιαούσην, ουδαμώς εισηκούσθη διότι ο εις των απαγωγέων ετύγχανεν υπηρέτης του Μεμής βέη, κυρίου του τσιφλικίου, ο δε Δαούτ τσιαούσης ενόμισε καθήκον του να χαρισθή μάλλον τω ισχυρώ Μεμής βέη, η υπακούση τω νόμω και ευσπλαχνισθή τον δυστυχή πατέρα, [όστις] μετά δακρύων παρεκάλη αυτόν ίνα λυτρώσι την απαχθείσαν θυγατέρα του. Ο Δαούτ τσιαούσης γνωρίζει βεβαίως την ανικανότητα του κυρίου του και δια τούτο εχαρίσθη τω Μεμής βέη, όστις ηπείλησε τω δυστυχεί πατρί, ότι ήθελε του πιή το αίμα, αν περαιτέρω κατεδίωκε τους απαγωγείς, άρα η απαγωγή συνέβη εν γνώσει του Μεμής βέη. Μετά εβδομάδα δε η νέα επανήλθεν εις το τσιφλίκι νύμφη πλέον, στεφθείσα βία και δυναστεία εν Κλήσαλη υπό του Παπά Παναγιώτου του αξίου τούτου λειτουργού του Υψίστου!"

24/3/09

Σχολική στέγη και βιαιοπραγίες εναντίον κατοίκων

Εφημερίδα: Φάρος της Μακεδονίας
Τεύχος: 580
Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 1881
"Γράφουσιν ημίν εκ Ζαγγλιβερίου:
Πάλλει η καρδία ημών ακουόντων πολλαχόθεν, αναγιγνωσκόντων εν ταις εφημερίσι και βλεπόντων την πνευματικήν ανάπτυξιν και πρόοδον εις ην γιγαντιαίοις βήμασι βαίνει η δύσμοιρος πατρίς ημών Μακεδονία μεθ’ όλας τας επιβουλάς και ραδιουργίας των τυχοδιωκτών, ως και πολλαί πέριξ ημών ου μόνον κωμοπόλεις, εις το Ζαγγλιβέριον, αλλά και χωρίδια, πλην βασιλεύει εν τούτοις η ομόνοια και αγάπη, η κρηπίς αυτή της θρησκείας ημών και η βάσις παντός αγαθού και πάσης ηθικής και υλικής ευδαιμονίας˙ εν ημίν δε δυστυχώς ενεσπάρη πατροπαραδότως η επάρατος διαίρεσις και ενεφώλευσον η διχόνοια επενεγκούσα τελείαν καταστροφήν καίτοι δ’ ωθεί ημάς εις παντελή όλεθρον δεν αισθανόμεθα την ανάγκην ν’ ανακύψωμεν και εκ του κατέχοντος ημών βαρουχίου ύπνου εγερθώμεν και τα σχολιακά και κοινά ημών ανορθώσομεν, αλλ’ εμμένομεν εις την καταφθείρουσαν ημάς διχόνοιαν, εις τα βάναυσα και χαμερπή πάθη και εις τας μικροφιλοτιμίας˙ τούτων ένεκα καταληφθέντα τα της κοινότητος ημών υπό μαρασμού φθίνουσιν [ολοθέν] και εις παντελή όλεθρον σπεύδουσι.
Το υφιστάμενον σχολείον ημών ομοιάζει ταις πάλαι ποτέ φυλακαίς ή τοις μυθολογομένοις δολαπίοις. Προ δύο ετών ετέθη μεν ο θεμέλιος λίθος ίνα νέον ανοικοδομήσωμεν, αλλ’ ένθεν η διχόνοια, η μικροφιλοτιμία και η έλλειψις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ένθεν δε και η ανέχεια διατηρεί αυτό εισέτι με μόνον τον θεμέλιον μη εταίρου τινός επιπροστιθεμένου. Και όσον μεν αφορά την ανέχειαν τη συνδρομή και αρωγή πολλών φιλομούσων ίσως υπερενικώμεν τας οικονομικάς δυσχερείας, διότι έχομεν προφανέστατον παράδειγμα το χωρίον Τοπλίκια, όπερ δια του οβολού τούτου και εκείνου και της επιστασίας και ωθήσεως του φιλομούσου αρχιερέως ημών αγ. Αρδαμερίου, ωκοδόμησε κτίριον τοιούτο, οίον εν όλη σχεδόν τη Χαλκιδική δεν υπάρχει˙ έχομεν μεν και ημείς αυτόν τούτον τον μοχλόν προτρέποντα αδιαλείπτως και ενθαρρύνοντα ίνα προβώμεν, διότι και σχέδιον λαμπρόν εσχεδίασεν εν Θεσσαλονίκη, αλλ’ η καλή παρ’ ημών θέλησις και η φιλοτιμία λείπει δυστυχώς, και ενοικεί εν ημίν αγροικία και απαραδειγμάτιστος εις το κακόν επιμονή.
Ως αν μη ήρκουν ταύτα έχομεν και ετέραν πληγήν ανίατον, είναι δ’ αυτή ο παρά τισί συμπολίταις ημών οθωμανοίς υφιστάμενος έτι γενιτσαρισμός και τολμηροτάτη αυθαιρεσία εξασκουμένη εν όλη τη αφοβία και φανατικότητι, δια τούτο αν μη τεθή τέρμα και αι αρμόδιαι αρχαί δεν λάβωσι τα κατάλληλα μέτρα προς περιστολήν των διαπραττόντων τοιαύτα, κινδυνεύουσι τα συμφέροντα ου μόνον ημών, αλλά και της σεβαστής ημών Κυβερνήσεως.
Ενώ δ’ άλλοτε προσήρχοντο εις την αγοράν ημών, ως κεντρικήν, και εκ Θεσσαλονίκης Ιουδαίοι, και εξ Ιγρίτας και απωτέρων άλλων μερών, ήδη ένεκα των διαπραττομένων αρπαγών και καταχρήσεων έπαυσαν και περιοωρίσθη μόνον εις τα πέριξ τα εξ’ απολύτου ανάγκης ερχόμενα χωρία, αλλά και ούτοι προϊόντος του χρόνου αποσυρθήσονται, διότι οι ρηθέντες άμα πράγμα τι, είτε εδώδιμον, είτε άλλο τι αρέσκον αυτοίς παρουσιασθή, ως γύπες επιπέπτουσιν, αρπάζουσιν αυτό και ασυστόλως απέρχονται, ζητουμένης δε της αξίας αμέσως το χέρι επί της μαχαίρας και το στερεότυπον, σιατίρ γκιαούρ εις ενέργειαν˙ αν δε τις ευρεθή ολίγον θαρραλεώτερος και επιμένη ζητών το δίκαιόν του δεν προλαμβάνει ίνα καταμετρήση πόσας ή δια της μάχαιρας ή δια ροπάλου μέλλων να λάβει, ως συνέβη το παρελθόν σάββατον εν μέση αγορά, εν πλήρει μεσσημβρία.
Κηπουρός τις εκ Κιλήσαλη ενώ επώλει μελτζιάνας προσήλθον οι έντιμοι πρωτουργοί εις πάσαν τοιαύτην έκνομον πράξιν Μουσταφάς και Αλής Αμπούσταγα και εκλέξαντες τας καλλιτέρας παρέλαβον αυτάς και απήρχοντο, επειδή δ’ ο δυστυχής κηπουρός εζήτησε το δίκαιόν του, επετέθησαν κατ’ αυτού αμφότεροι οι αδελφοί και έδειραν αυτόν ελεεινά και ταύτα ενώπιον του εκεί σταθμεύοντος Γιανούση Τσιαούση του αντιπροσωπεύοντος το [χακιμάτι] Πολυγύρου. Άλλος έταιρος και χείρων τούτων ο Μουσταφάς Αλτή Παρμάκης, μεταβάς προ τινών ημερών εις το παντοπωλείον του συμπολίτου ημών Δημητρίου Γκιβιζινού έδωκε τω παντοπώλη τούτω πεντάριον τι και απήτει ίνα εξαργυρώση τούτο αντί τριών γροσίων και τριάκοντα παράδων, επειδή δ’ ο παντοπώλης επέμεινεν ότι τούτο κυκλοφορεί τρία γρόσια και είκοσιν, επετέθη αμέσως ο Αλτή Παρμάκης κατά του δυστυχούς τούτου δια ραβδίου˙ μαθών την συμβαίνουσαν σκηνήν και ο συνέταιρος αυτού και ημιάγριος Αλής Αμπούσαγα έσπευσεν ως συναρωγός του Αλτή Παρμάκη. Παρατυχών δε Χρήστος τις Καλαϊτζής εκεί έδραμε προς διάσωσιν του δερομένου δυστυχούς Δημητρίου, αλλ’ οι ρηθέντες στραφέντες και προς τον Χρήστον έδειραν αυτόν ελεεινά, πλην μη κορέσαντες την λύσσαν αυτών εζήτησαν την συνδρομήν και ετέρου συνεταίρου αυτών του περιβοήτου Αλήμ αγά εκ Κομανίτσης και ανέθηκαν αυτώ την τελείαν εξολόθρευσιν του ταλαιπώρου Χρήστου, ανθρώπου οικογενειάρχου και πτωχού κλεισθέντος ήδη ένεκα τούτου εν τη οικία αυτού και μη τολμώντος να εξέλθη εις την εργασίαν του.
Ταύτα και τα παραπλήσια τούτοις είναι συνήθη παρ’ ημίν, οις οι ρηθέντες χρώνται δίκην κτηνών˙ ίσως τις κατηγορήσει ημών επί νωθρότητι ότι ταύτα δεν καταγγέλομεν εις το δικαστήριον˙ καταγγειλάντων πολλάκις τοιαύτα και χείρων η τύχη ημών ου μόνον επί το βέλτιον δεν ετράπη, αλλ’ έτι μάλλον εδεινώθη.
Το παρελθόν έτος εφονεύθησαν συγχρόνως δύο συμπολίται ημών, ο Ανδρέας, γαμβρός των Τριανταφυλλάδων, και ο Δ. Δεληγιάννης υπό του Ααρίφη Ιμπραήμ αγά, καταγγείλαντες δ’ αυτόν οι συγγενείς των φονευθέντων και ζητήσαντες την τιμωρίαν του φονέως, διότι απεδείχθη σαφέστατα ότι ούτος διέπραξε τον φόνον, τι κατώρθωσαν; δίμηνον μόνον φυλάκισιν˙ άμα δ’ εστάλη εκ Πολυγύρου εις Θεσσαλονίκην, η εισαγγελία, άδηλον ημίν πως απελευθέρωσεν αυτόν, ήδη δ’ ωπλισμένος ως αστακός περιφέρεται πνέων εκδίκησιν κατά των κατ’ αυτού μαρτυρησάντων και, Κύριος οίδε, τις έχει την μαύρην μοίραν να υποστή ό,τι ο Ανδρέας και Δεληγιάννης! Του Ααρίφη ως φονέως μη τιμωρηθέντος, τις τολμά να καταγγείλη τον Αλή και Μουσταφάν Αμπούσαγα και τον Αλτή Παρμάκην, οίτινες νιζάμι και κανόνι έχουσι την μάχαιραν, τους δε νόμους και συντάγματα θεωρούν ως ουδέν;
Πεπείσμεθα ότι η σεβαστή ημών Κυβέρνησις η υπέρ της βελτιώσεως της τύχης απάντων αυτής των υπηκόων μεριμνώσα θέλει θέσει τέρμα εις τας καταχρήσεις ταύτας ίνα ούτω περισταλή και το αυθαίρετον των Αμπουσάδων και λοιπών, οίτινες κατέστησαν αι δέκα πληγαί του Φαραώ, πλουτίσαντες δια της αρπαγής και αδικίας, ανάγκη δε και η εισαγγελία Πολυγύρου, ίνα λαμβάνουσα ταύτα υπ’ όψιν προβή εις ανακρίσεις, μη ανεχομένη ίνα τοιαύτα διαπράττωνται εν μέσω ΙΘ’ αιώνι."