Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
29/4/16
Σήμερα μαύρος ουρανός - Παραλλαγή (Β') Αγ. Προδρόμου
Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερες αναρτήσεις, το πρωί της Μ. Παρασκευής, τα αγόρια του χωριού γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι σε παρέες και έψελναν το "Σήμιρα μαύρους ουρανός", ένα μοιρολόι που εξιστορεί τα Πάθη του Χριστού. Οι στίχοι του έχουν διασωθεί από στόμα σε στόμα, κι από γενιά σε γενιά εδώ και αιώνες. Παραλλαγές του μπορεί να συναντήσει κανείς από τον Πόντο μέχρι την Μεγάλη Ελλάδα, κι από την Κύπρο μέχρι την Ανατολική Ρωμυλία.
Όσον αφορά την παραλλαγή που ψάλλονταν στον Άγιο Πρόδρομο, εκτός από τις προφορικές μαρτυρίες, υπάρχουν και ορισμένες γραπτές. Ο δάσκαλος της Αρναίας Μαυρουδής Παπαθανασίου, με καταγωγή από τον Άγιο Πρόδρομο, το 1968, στο τεύχος 15-16 των "Χρονικών της Χαλκιδικής", καταγράφει μία παραλλαγή του μοιρολογιού. Βλέπε παλαιότερη ανάρτηση εδώ. Παρόμοια παραλλαγή διασώζει και ο Χρήστος Ιωάν. Σαράφης σε χειρόγραφες σημειώσεις του, και στο διήγημα "Ροξ", το οποίο παρουσιάστηκε επίσης σε παλαιότερη ανάρτηση. Βλέπε εδώ.
Σήμερα θα θέλαμε να παρουσιάσουμε και μία δεύτερη παραλλαγή του μοιρολογιού, όπως μας την υπαγόρευσε η κ. Βαγγελιώ Βασ. Βατζόλα, το γένος Μακρή. Το εν λόγω μοιρολόι, της το υπαγόρευσε η μητέρα της πριν πολλά χρόνια και το κατέγραψε ευλαβικά. Το κείμενο περιέχει όπως είναι φυσικό, αρκετά λόγια στοιχεία, προερχόμενα από την εκκλησιαστική μας παράδοση, μπολιασμένα όμως με στοιχεία της τοπικής παράδοσης. Προς το τέλος υπάρχει εντεταγμένο κι ένα κομμάτι από το άσμα "Σημαίνι η Θιος" ή "Της Αγιας Σοφιάς", κάτι το οποίο αποτελούσε σύνηθες φαινόμενο παλαιότερα.
Μετά από κάποιες μικροδιορθώσεις, σας το παρουσιάζουμε προς δόξαν Θεού. Καλή Ανάσταση σε όλους!
Το πρωτότυπο
Η μεταγραφή του κειμένου
Σήμερα
μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα
όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα
έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι
και τα σκυλιά και τρισκαταραμένοι
για
να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο
Κύριος εθέλησε να λάβει περιβόλι
να λάβει
δείπνο μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Η
Μάρθα κι η Μαγδαληνή, και του Λαζάρου η μάνα
και του
Ιακώβου η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα.
Παίρνουνε
το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
το μονοπάτι
του έβγαλε εις των ληστών την πόρτα,
κι η
πόρτα από τον φόβο της, ανοίγει μοναχή της.
Χαλκιά
χαλκιά φκιάσι καρφιά, φκιάσι τρία πειρόνια
κι εκείνος
ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.
Συ
Φαραέ που τα φκιασες πρέπει να μας διδάξεις:
-Τα
δυο βάλτι στα πόδια Του που θάλασσες περνούσε
και τ’
άλλα δυο στα χέρια Του που κόσμον ευλογούσε.
Το
πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του
να τρέξει
αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά Του.
Η
Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσι κι ελιγώθη
σταμνί
νερό της ρίξανε και τριαˬκανάτια μόσχο
και
τρία μοσχολίβανο για να της έρθει ο νους της.
Και
σαν της ήρθε ο λογισμός, και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί
μαχαίρι να σφαγεί, ζητεί γκρεμό να πέσει,
ζητεί
κι αργυροψάλιδο να κόψει τα μαλλιά της.
Εσύ
κερά και αν σφαγείς, σφάγονταιˬόλες οι μάνες
βάλε
κρασί μες στο γυαλί και αφράτο παξιμάδι
και
σα σε μπει παρηγοριά, παρηγοριούνται οι μάνες.
Η
Παναγιά η Δέσποινα, καθόταν μοναχή της
τις προσευχές
της έκανε για τον μονογενή της.
Τηρά
ζερβά, τηρά δεξιά, βλέπει τον Άη-Γιάννη:
-Βρε
Άγιε Γιάννη Πρόδρομε, [μην είδες τον υγιό μου],
μην είδες
τον υγιόκα μου και τον διδάκαλό σου.
-Τον
βλέπεις κείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο
όπου
φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
όπου
φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι.
-Δε
μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου.
-Τι
να σου πω μανούλα μου, διάφορο(;) δεν έχω
κοντά
το Μέγα Σάββατο, κοντά το μεσονύχτι
όταν
λαλίσει ο πετεινός.
Σημαίνει
ο Θιος, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουράνια
σημαίνει
κι η Αγια-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Με
τετρακόσια σήμαντρα, κι εξήντα δυο καμπάνες
κάθε
καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος,
όποιος
το λέει άγιαζι,
κι
όποιος το ματαφκρίζεται παράδεισον θα λάβει
παράδεισο
και λίβανον από τον Άγιο Τάφο.
Ετικέτες
Έγγραφα,
Ήθη και έθιμα,
Λαογραφία,
Μαρτυρίες και βιώματα
19/9/15
Τα ερπιδόρπια...
Εφημερίδα: Φωνή του Βάβδου
Τεύχος: Χρόνος 14ος, Αρ. Φύλ. 68
Ημερομηνία: Δεκέμβριος 2000
______________________________________________________________________
"Δυο γέρ' στουν Αϊ Πρόδρουμου, κουπανούντι μη τα δικανίκια κι βρίζ'ντι (βρίζονται). "Χαϊβάν" ο ένας, "Ζώου" ο άλλος. Ο δάσκαλος ο Μαυρουδής, βλέποντάς τους γέρους να δέρνονται, φωνάζ'.
- Βρε σεις, τι μαλλώνιτι; Τι γίνκι; Θα χουρίστι τα χουράφια;
- Σιγά τ' μοιρασιά, φουνάζ' ου πρώτους. Μπουρείς δάσκαλη να μας πεις, τι είνι τα ερπιδόρπια;
- Ιγώ, λιέου, ότι είνι τα πράσα, τα λάχανα, τα μαρούλια, τα σπανάκια.
- Αυτό του ζώου, λιέει ότι είνι τα κ'κιά, τα ρουβίθια, τα φασόλια, οι φακές.
- Ισύ τι λιές δάσκαλη;
- Ιγώ λιέου, απαντάει ο δάσκαλος, ότι τα επιδόρπια, δεν είνι ούτι του ένα, ούτι του άλλου. Γι' αυτό, σταματήστι τις δικανκιές, να μι βριθείτι στου Σαραφιανό για νοσηλεία.
8/4/09
Οι Χαλκιδικιώτ'κες παροιμίες της εβδομάδας
Σε αυτήν την ανάρτηση θα τοποθετούνται όλες οι προηγούμενες παροιμίες που φιλοξενήθηκαν στην πλευρική ανάρτηση με τίτλο "Η Χαλκιδικιώτ'κη παροιμία της εβδομάδας".
1. Κρύψ' κι χούιαξι κι ιγώ συ βρίσκου
Η παροιμία αναφέρεται σε αυτούς που κάνουν τους δύσκολους, και έμμεσα ζητάνε την βοήθεια των άλλων.
2. Εμ' γαλάτα, εμ' μαλλάτα, εμ' τ' αρνιά θηλ'κά
Λέγεται για κάποιον που είναι πλεονέκτης και τα θέλει όλα δικά του.
3. Κάποιον τον χάρ'ζαν γάδαρο κι τουν κοίταζι στα δόδια
3. Κάποιον τον χάρ'ζαν γάδαρο κι τουν κοίταζι στα δόδια
Λέγεται για κάποιον που ενώ του κάνουνε δώρο κάτι ή του έρχεται κάτι ευχάριστο από εκεί που δεν το περιμένει, εκείνος εξακολουθεί να ψάχνει να βρει ψεγάδι. Υπάρχει αντίστοιχα και τούρκικη παροιμία με παρόμοια έννοια:
Üzümünü ye bağını sorma, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: Μην κοιτάς ποτέ το στόμα ενός αλόγου που σου χάρισαν...
4. Του γ'ρούν' κι τουν σουρλά να του κοψ'ς πάλ' θα σκ'νίσ'
Δηλαδή, το γουρούνι και την μύτη να του κόψεις, πάλι θα σκάψει. Σημασία: ο άνθρωπος δεν αλλάζει συνήθειες, ό,τι και να κάνει.
5. Γριά γαδούρα, κόκκιν' ουψτιά
Αναφέρεται ειρωνικά στις μεγάλες γυναίκες που ντύνονται μοδάτα και φιλάρεσκα.
6. Τα λέει τ' νύφ', να τ' ακούει η πιθιρά
Στην κυριολεξία αναφέρεται σε μια πολύ κλασική όσο και διαχρονική σκηνή, όπου ο άντρας μαλώνει την γυναίκα του, με απώτερο σκοπό να τ' ακούσει η μάνα του (πεθερά) που είναι παρούσα, μια και δεν μπορεί άμεσα να κακιώσει την ίδια.
Μεταφορικά αναφέρεται σε όποιον φωνάζει ή διαμαρτύρεται αόριστα, με σκοπό να ακουστούν τα λεγόμενά του από κάποιον άμεσα εμπλεκόμενο, που παρευρίσκεται στην σκηνή. Κλασική περίπτωση βλάβης... όπως θα έλεγε κι ένας φίλος μου.
7. Χέσ'κι η αγάς από 'κλανι
Μετά συγχωρήσεως όπως έλεγαν κι οι παλιοί! Χρησιμοποιείται όταν κάποιος αναφέρεται σε ένα γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων είναι αυτονόητο και αναμενόμενο. Ο έτερος συνομιλητής του απαντά με την παραπάνω παροιμία. Περίεργη μεν, γραφικότατη δε...
8. Πίσω Γιάνν' τα ξύλα
Η παροιμία αυτή χρησιμοποιείται για να δηλώσει επανάληψη, όταν δηλαδή κάποιος ξεκινάει μια εργασία πάλι από την αρχή. "Φτου κι απ' την αρχή", λοιπόν.
9. Πάνου στου σπυρί, κουκούδ'
Χρησιμοποιείται για κάποιες καταστάσεις (δυσάρεστες συνήθως) που συμβαίνουν η μία μετά την άλλη, όπως λέμε απανωτά. Δεν έφτανε δηλαδή το σπυρί, βγήκε και κουκούδι επάνω του. Συνώνυμη είναι η "Ήτανε στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος".
10. Μι τ'ς πουρδές δε βάφ'ν αυγά
Άλλη μια "χαριτωμένη" παροιμία του τόπου μας. Τα πασχαλινά αυγά για να βαφούν κόκκινα, πρέπει να χρησιμοποιηθεί μπογιά ή άλλα υλικά όπως τσόφλια από κρεμμύδια κτλ. Εάν δεν διαθέσεις και κάποια χρήματα για την αγορά των υλικών, τα αυγά σίγουρα θα μείνουν άβαφα.
Η παροιμία λοιπόν χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τσιγγουνιά κάποιου, που δεν διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα για μια εργασία ή αγορά.
11. Αν δεν κλάψ' του πιδί, δεν του δίν' η μάνα β'ζι
Αν δεν γκρινιάξεις και λίγο, τα αιτήματά σου δεν εισακούγονται. Αυτό μάλλον είναι το νόημα της παραπάνω χαλκιδικιώτικης παροιμίας.
12. Του λουλό, λουλούδια δώσ' τον
Η ερμηνεία αυτής της παροιμίας είναι διττή: α) Δώσε στον κάθε ένα αυτό που του αρμόζει. β) Στον "λωλό", δηλαδή στον τρελό, χαζό, δώσε ό,τι ζητήσει, μια και όπως λέει ο λαός, τρελός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
13. Κ'νιούντι οι βάρκις, κ'νιούντι κι τα κουράδια
Άλλη μία απ' τις "καλές" παροιμίες, η οποία ακούγεται και σπάνια (ε, δεν είναι και η πιο εύηχη). Αναφέρεται σε αυτούς οι οποίοι "δείχνονται" χωρίς λόγο, που φαντάζονται χωρίς να έχουν κάποιο προσόν ή χάρισμα.
14. Μοναχός σου χόρευε, κι όσο θέλεις μπήδα
Δηλαδή, όταν θέλεις να κάνεις κάτι, καλύτερα κάντο μόνος σου, και μην στηρίζεσαι στους άλλους.
15. Οι πουλλές μαμές του βγάζ'ν του πιδί στραβό
Όταν μπλέκονται πολλά άτομα με μια ιστορία, τότε το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό.
16. Φουβούμαν κι φουβέρ'ζα
Χρησιμοποιείται κυρίως για τους θρασύδειλους, οι οποίοι ενώ "το παίζουν άνετοι", κατά βάθος φοβούνται πολύ περισσότερο.
17. Γαδούρ' που σι γκρέμ'σι, ξανακαβάλα του
Δηλαδή, οι δοκιμασμένες λύσεις είναι πάντα και οι καλύτερες, άσχετα εάν έχουν και μερικά ελαττώματα.
18. Να σι κάψου Γιάνν', να σ' αλοίψου λάδ' να γιάν'
Αναφέρεται σε αυτούς οι οποίοι ενώ έχουν βλάψει κάποιον, με τα λόγια ή τις πράξεις τους, προσπαθούν μετά -συνήθως μάταια- να επανορθώσουν.
19. Έχ' κι η Μανώλ'ς καΐκ'
Όταν κάποιος αποκτάει κάτι, το οποίο φαντάζει στα μάτια των άλλων εξωπραγματικό, χρησιμοποιείται η παραπάνω παροιμία. Έχει δηλαδή χαρακτήρα υποτιμητικό ή περιπαικτικό.
20. Εμ τάξ'μου, εμ φκιάσ'μου;
Μια και βρισκόμαστε σε περίοδο εκλογών, είπα να βάλω και μία σχετική παροιμία (έκφραση). Όταν κάποιος παραπονιέται για κάτι του οποίου του έχει υποσχεθεί κάποιος άλλος, ο υποσχόμενος απαντάει με αυτήν την παροιμία. Δηλαδή, δεν φτάνει η υπόσχεση, χρειάζεται και η πραγματοποίηση; Επίκαιρο, δεν βρίσκετε;
21. Ποιά μαρ' είχαν καβάλα, γιατί ιγώ ζύμουνα;
Τα παλιά εκείνα χρόνια, όταν έπιαναν καμιά γυναίκα για μοιχεία (έστω και με την υποψία), την ανέβαζαν επάνω σε ένα γαϊδούρι και την περιέφεραν στο χωριό! Για τους άντρες φυσικά ούτε συζήτηση.
Ήταν μία γυναίκα λοιπόν, την οποία την έπιασαν και αφού την ανέβασαν στο γαϊδούρι, την περιέφεραν στους κεντρικούς δρόμους του χωριού της. Αυτή, μόλις ξεμπέρδεψε από αυτή την ιστορία, πήγε γρήγορα στο σπίτι της, πήρε αλεύρι από το σακκί, το έριξε πάνω στα ρούχα της και βγήκε στην γειτονιά της, ρωτώντας τις γειτόνισσες "Ποιά μαρ' είχαν καβάλα, γιατί ιγώ ζύμουνα", προσπαθώντας να κρύψει το "παραστράτημά" της.
Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται για αυτούς οι οποίοι ενώ ξέρουν τα σφάλματα και τα ελαττώματά τους, προσπαθούν να τα κρύψουν εντέχνως ή να τα ρίξουν σε άλλους.
22. Τ'ς χαραές κρυών' τα γιουφτούδια
Η συγκεκριμένη παροιμία λέγεται από κάποιον ο οποίος θέλει να τονίσει ότι είναι προσεκτικός, παρακολουθεί τις εξελίξεις και έχει τον έλεγχο των πραγμάτων. Συνώνυμη της η έκφραση: "Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά".
23. Έχ' κι η αλ'πού 'πού πίσου μια τρυπούδα
Η συγκεκριμένη παροιμία χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσει ένα γεγονός, το οποίο συνήθως υπερτονίζεται. Είναι δηλαδή συνώνυμη με την έκφραση "Σιγά τα ωά". Άλλες φορές λέγεται και "Έχ' κι η αλ'πού στου γκώλου μια τρυπούδα"...
24. Μ'κρό κώλου δεν έδειρις, τρανό μη ντου καταπιάνισι
Ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται στην παιδική του ηλικία, και κατά συνέπεια δεν μπορεί ν' αλλάξει εύκολα μεγαλώνοντας, κυρίως όσον αφορά τις κακιές του συνήθειες. Αν δεν μαλώσεις κάποιον μικρό - το ξύλο είναι άκρως αντιπαιδαγωγικό μέτρο, έτσι δεν είναι; - όταν μεγαλώσει, όσο και να τον μαλώσεις δεν αλλάζει τίποτε.
25. Η νηστ'κός κουμμάτια 'νειρεύιτι
Ο καθένας ονειρεύεται και αποζητάει αυτά τα στοιχεία που του λείπουν.
26. Πότ' ο Γιάννης δε μπορεί, πότ' ο κώλος τον πονεί
Όταν κάποιος βαριέται να κάνει κάτι, βρίσκει πάντα δικαιολογίες για να ξεφεύγει τη δέσμευση.
27. Μας χρουστούσαν, μας πήραν κι του βόδ'
Λέγεται για αυτούς οι οποίοι είναι αχάριστοι και δεν εκτιμούν τίποτε.
28. Να κραίν'ς κι να μουλών'ς
Είναι συνετό να ξέρεις να φέρεσαι ανάλογα με τις περιστάσεις. Καλό είναι να μιλάς, αλλά μερικές φορές η σιωπή είναι προτιμότερη.
29. Ακόμ' δεν τουν είδαμι, Γιάνν' τουν είπαμι
Η παροιμία αυτή χρησιμοποιείται για αυτούς οι οποίοι βγάζουν γρήγορα συμπεράσματα, προδικάζουν θα λέγαμε κάποιες καταστάσεις.
30. Απλώνω τα πουδάρια μέχρ' ικεί που φτάν' του πάπλουμα
Η έκφραση αυτή λέγεται για να δηλώσει ότι πρέπει κάποιος να έχει μέτρο και να φτάνει μέχρι εκεί που "τον παίρνει" και μπορεί, ανάλογα των δυνατοτήτων του.
31. Μπίτ'σι η γάμους, μάστι τα χλιάρια
Τέλειωσε ο γάμος, μαζέψτε τα κουτάλια. Η έκφραση χρησιμοποιείται όταν κάτι έχει φτάσει στην ώρα του να τελειώσει και πρέπει οι παρευρισκόμενοι να αποχωρήσουν.
32. Είνι στραβό του σαμάρ' κι χτυπάου του γαδούρ'
Πολλές φορές ξεσπάμε σε κάποιον άλλο από αυτόν που μας φταίει.
33. Κι η καλύβα θα καεί, κι τα πουντίκια διάβουλους θα τα πάρ'
Παλιά παροιμία από το Βάβδο, όπως καταγράφεται σε βιβλίο του 1915. Η παροιμία αναφέρεται στους ανθρώπους που κάνουν κακό στους άλλους, χωρίς να σκέφτονται ότι οι πράξεις τους θα βλάψουν και τους ίδιους.
27/3/09
Λεξικό... Αγίου Προδρόμου
Ναι κυρίες και κύριοι, το αγιοπροδρομίτ'κο λεξικό είναι γεγονός! Οι περισσότερες λέξεις του βέβαια είναι κοινές σε όλη σχεδόν την Χαλκιδική, αλλά εδώ έγινε μία προσπάθεια να καταγραφούν αυτές που χρησιμοποιούνται στον Άγιο Πρόδρομο. Ο κατάλογος σίγουρα είναι ελλειπής, αλλά εύχομαι αργότερα να πλαισιωθεί και με νέες λέξεις που θα προστεθούν από εσάς τους αναγνώστες. Καλή ανάγνωση!!!
Βραχυγραφίες
ουσ. = ουσιαστικό
επίθ. = επίθετο
ρ. = ρήμα
αντων. = αντωνυμία
μτχ. = μετοχή
σύνδ. = σύνδεσμος
επίρ. = επίρρημα
επίρ. ποσ. = ποσοτικό επίρρημα
επίρ. τοπ. = τοπικό επίρρημα
επίρ. τροπ. = τροπικό επίρρημα
αντων. = αντωνυμία
αντων. δεικτ. = δεικτική αντωνυμία
αντων. αόρ. = αόριστη αντωνυμία
μτφ. = μεταφορικά
π.χ. = παραδείγματος χάριν
ξ.λ. = ξένη λέξη
αρβ. = αρβανίτικη
βλάχ. = βλάχικη
σλάβ. = σλάβικη
βουλγ. = βουλγαρική
τούρ. = τούρκικη
αράβ. = αράβικη
λατ. = λατινική
ιταλ. = ιταλική
Α
άβνταλος (ο) (επίθ.) = επιπόλαιος, τσαπατσούλης.
αγιάζ’ (το) (ουσ.) = η υγρασία.
αγκλέφαρους (ο) (ουσ.) = το μέτωπο. Προέρχεται πιθανότατα από τη λέξη βλέφαρο.
αγκουρτσιά (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = άγρια απιδιά, του γένους pyrus saliciformia.
αδερφουμοίρ’ (το) (ουσ.) = το μερίδιο κάθε αδερφού από την πατρική περιουσία, π.χ. «Αυτά τα χουραφούδια είνι όλα αδερφουμοίρια».
αδοκάνα (η) (ουσ.) = χοντρές κυρτές σανίδες, ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες κατά διαστήματα είχαν επάνω τους σφηνωμένες μακριές και κοφτερές πέτρες. Οι αδοκάνες ζεύονταν σε ένα ζευγάρι βοδιών (ή αλόγων, όσοι διέθεταν την "πολυτέλεια") και περνώντας επάνω από τα στάχυα που ήταν απλωμένα στο αλώνι, έκοβαν τον καρπό.
άβνταλος (ο) (επίθ.) = επιπόλαιος, τσαπατσούλης.
αγιάζ’ (το) (ουσ.) = η υγρασία.
αγκλέφαρους (ο) (ουσ.) = το μέτωπο. Προέρχεται πιθανότατα από τη λέξη βλέφαρο.
αγκουρτσιά (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = άγρια απιδιά, του γένους pyrus saliciformia.
αδερφουμοίρ’ (το) (ουσ.) = το μερίδιο κάθε αδερφού από την πατρική περιουσία, π.χ. «Αυτά τα χουραφούδια είνι όλα αδερφουμοίρια».
αδοκάνα (η) (ουσ.) = χοντρές κυρτές σανίδες, ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες κατά διαστήματα είχαν επάνω τους σφηνωμένες μακριές και κοφτερές πέτρες. Οι αδοκάνες ζεύονταν σε ένα ζευγάρι βοδιών (ή αλόγων, όσοι διέθεταν την "πολυτέλεια") και περνώντας επάνω από τα στάχυα που ήταν απλωμένα στο αλώνι, έκοβαν τον καρπό.
αϊ-γιάνν'ς (ο) (ουσ.) = είδος αναρριχιτικού φυτού (Clematis flammula), με ασπροκίτρινα άνθη. Κατά το έθιμο των "Φωτχιών" την ημέρα του Αϊ-Γιαννιού, φτιάχνονταν στεφάνια από αυτό το φυτό και φοριούνταν στο κεφάλι.
ακ’λουθώ (ρ.) = ακολουθώ, π.χ. «Ακ’λούθα μι κι θα διεις».
ακουμάνταρτος (ο) (επίθ.) = που δεν μπορείς να τον διευθύνεις.
αλαφράδα (η) (ουσ.) = ανοησία, βλακεία, π.χ. «Μη λες αλαφράδες, γίνε γνωστ’κός καμιά φορά».
αλαφροπάμπορο (το) (επίθ.) = μτφ. ο μωρός, ο χαζός.
αλιπαρές (οι) (ουσ.) = είδος ψαριών για πάστωμα.
αλουγάς (ο) (ουσ.) = το άλογο.
ανάκαρα (τα) (ουσ.) = σωματική δύναμη, αντοχή, π.χ. «Δεν έχ’ ανάκαρα να
πάει στο χωράφ’».
ανάμ’ (το) (ουσ.) = η ανάμνηση, αξιοσημείωτο γεγονός μτφ. ευτράπελο γεγονός, π.χ. «Εψές στου παναΐρ μέθ’σε κι το ‘φκιασε τ’ ανάμ’».
ανετάζω (ρ.) = υπόσχομαι για κάτι πολλές φορές χωρίς να το πραγματοποιώ, π.χ. «Μο’ λόια! Όλο μ’ ανετάζ’ να μι παντρηυτεί, μα κατίπουτα!».
ανικατώνω (ρ.) = ανακατεύω, π.χ. «Τα (α)νικάτουσες τα χαρτιά;» μτφ. μπερδεύω.
αντέτ’ (το) (ουσ.) = το έθιμο, π.χ. «Θα φάου λίγου φασουλάδα μο’ για τ’ αντέτ’».
αντραγασιά (η) (ουσ.) = το μέρος που μένει ο αγροφύλακας για να φυλάει από εκεί τα αμπέλια.
αντραπαλεύ’μαι (ρ.) = πιάνομαι στα χέρια, παλεύω, π.χ. «Ήταν δυο κι αντραπαλεύ’νταν στα καφινεία. Έπεσι πουλύ δικανίκ’».
απολνώ (ρ.) = σχολάω, τελειώνω, π.χ. «Η εκκλησιά απόλκε».
απορρίχνω (ρ.) = αποβάλλω, κάνω έκτρωση, π.χ. «Η κατσίκα απόρρ’ξε».
απουκρέβω (ρ.) = κάνω αποχή από το κρέας κατά την διάρκεια της Αποκριάς.
απουλιάνα (η) (ουσ.) = μεγάλος ανοιχτός χώρος, συνήθως ισόπεδος.
αργάζω (ρ.) = σιτεύω, στεγνώνω. Χρησιμοποιείται συνήθως για τρόφιμα.
άριο (το) (ουσ. ξ.λ.) = είδος βελανιδιάς με ίσιο κορμό, η λεγόμενη επιστημονικά Quelcus Ilex.
ασογάδα (η) (ουσ.) = αχαριστία αισχρολογία.
άσογος (ο) (επίθ.) = ο άσεμνος, ο αισχρός.
ασπροβόλα [πέτρα] (η) (ουσ.) = άσπρη γυαλιστερή πέτρα που κατά το χτύπημα βγάζει σπίθες, η τσακμακόπετρα.
αστοχώ (ρ.) = ξεχνώ, μου διαφεύγει από το μυαλό, π.χ. «Αστό(χ)ησα να πάω επίσκεψ' στην κουμπάρα μ'».
αστρέχα (η) (ουσ.) = το γείσωμα της στέγης μτφ. το σύνορο μεταξύ δύο παρακείμενων σπιτιών.
ασυναίρ(ι)στος (ο) (επίθ.) = μη υπολογίσιμος, αδιάφορος.
άσωτα (επίρ. ποσ.) = ατελείωτα, π.χ. «Φάγαμι άσωτα πάλ’ σήμιρα. Δε μι χουράει του μπινιβρέκ’».
άσωτος (ο) (επίθ.) = που δεν σώνεται, δεν τελειώνει.
αυτού (αντων. δεικτ.) = εκεί.
άφανος (ο) (επίθ.) = ο εξαφανισμένος, ο χαμένος, π.χ. «Ούτι να σας δγιω δεν θέλω. Να γίνιτι άφαν’».
ακουμάνταρτος (ο) (επίθ.) = που δεν μπορείς να τον διευθύνεις.
αλαφράδα (η) (ουσ.) = ανοησία, βλακεία, π.χ. «Μη λες αλαφράδες, γίνε γνωστ’κός καμιά φορά».
αλαφροπάμπορο (το) (επίθ.) = μτφ. ο μωρός, ο χαζός.
αλιπαρές (οι) (ουσ.) = είδος ψαριών για πάστωμα.
αλουγάς (ο) (ουσ.) = το άλογο.
ανάκαρα (τα) (ουσ.) = σωματική δύναμη, αντοχή, π.χ. «Δεν έχ’ ανάκαρα να
πάει στο χωράφ’».
ανάμ’ (το) (ουσ.) = η ανάμνηση, αξιοσημείωτο γεγονός μτφ. ευτράπελο γεγονός, π.χ. «Εψές στου παναΐρ μέθ’σε κι το ‘φκιασε τ’ ανάμ’».
ανετάζω (ρ.) = υπόσχομαι για κάτι πολλές φορές χωρίς να το πραγματοποιώ, π.χ. «Μο’ λόια! Όλο μ’ ανετάζ’ να μι παντρηυτεί, μα κατίπουτα!».
ανικατώνω (ρ.) = ανακατεύω, π.χ. «Τα (α)νικάτουσες τα χαρτιά;» μτφ. μπερδεύω.
αντέτ’ (το) (ουσ.) = το έθιμο, π.χ. «Θα φάου λίγου φασουλάδα μο’ για τ’ αντέτ’».
αντραγασιά (η) (ουσ.) = το μέρος που μένει ο αγροφύλακας για να φυλάει από εκεί τα αμπέλια.
αντραπαλεύ’μαι (ρ.) = πιάνομαι στα χέρια, παλεύω, π.χ. «Ήταν δυο κι αντραπαλεύ’νταν στα καφινεία. Έπεσι πουλύ δικανίκ’».
απολνώ (ρ.) = σχολάω, τελειώνω, π.χ. «Η εκκλησιά απόλκε».
απορρίχνω (ρ.) = αποβάλλω, κάνω έκτρωση, π.χ. «Η κατσίκα απόρρ’ξε».
απουκρέβω (ρ.) = κάνω αποχή από το κρέας κατά την διάρκεια της Αποκριάς.
απουλιάνα (η) (ουσ.) = μεγάλος ανοιχτός χώρος, συνήθως ισόπεδος.
αργάζω (ρ.) = σιτεύω, στεγνώνω. Χρησιμοποιείται συνήθως για τρόφιμα.
άριο (το) (ουσ. ξ.λ.) = είδος βελανιδιάς με ίσιο κορμό, η λεγόμενη επιστημονικά Quelcus Ilex.
ασογάδα (η) (ουσ.) = αχαριστία αισχρολογία.
άσογος (ο) (επίθ.) = ο άσεμνος, ο αισχρός.
ασπροβόλα [πέτρα] (η) (ουσ.) = άσπρη γυαλιστερή πέτρα που κατά το χτύπημα βγάζει σπίθες, η τσακμακόπετρα.
αστοχώ (ρ.) = ξεχνώ, μου διαφεύγει από το μυαλό, π.χ. «Αστό(χ)ησα να πάω επίσκεψ' στην κουμπάρα μ'».
αστρέχα (η) (ουσ.) = το γείσωμα της στέγης μτφ. το σύνορο μεταξύ δύο παρακείμενων σπιτιών.
ασυναίρ(ι)στος (ο) (επίθ.) = μη υπολογίσιμος, αδιάφορος.
άσωτα (επίρ. ποσ.) = ατελείωτα, π.χ. «Φάγαμι άσωτα πάλ’ σήμιρα. Δε μι χουράει του μπινιβρέκ’».
άσωτος (ο) (επίθ.) = που δεν σώνεται, δεν τελειώνει.
αυτού (αντων. δεικτ.) = εκεί.
άφανος (ο) (επίθ.) = ο εξαφανισμένος, ο χαμένος, π.χ. «Ούτι να σας δγιω δεν θέλω. Να γίνιτι άφαν’».
Β
βαζοκοπώ (ρ.) = ηχώ δυνατά.
βαΐζω (ρ.) = πλαγιάζω, γέρνω προς τη μια μεριά μτφ. κοιμάμαι, ξαπλώνω.
βασταγαριά (η) (ουσ.) = ανθεκτικό ξύλινο δίχαλο, που χρησιμοποιούνταν για την φόρτωση ξυλιάς σε σαμάρι.
βατσ’νιά (η) (ουσ.) = το φυτό βάτος ο αγκαθωτός θάμνος.
β’ζούν’ (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, το σπυράκι.
βούζα (η) (ουσ.) = η κοιλιά.
βουρλαίνομαι (ρ.) = τρελαίνομαι μτφ. ζαλίζομαι, π.χ. «Βουρλάθ’κα με τ’ς φωνές σ’».
βουρλαμάρα (η) (ουσ.) = η τρέλα, η χαζομάρα μτφ. η ζαλάδα.
βουρτώπα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = κοίλη και χλοερή τοποθεσία στο βουνό.
βαΐζω (ρ.) = πλαγιάζω, γέρνω προς τη μια μεριά μτφ. κοιμάμαι, ξαπλώνω.
βασταγαριά (η) (ουσ.) = ανθεκτικό ξύλινο δίχαλο, που χρησιμοποιούνταν για την φόρτωση ξυλιάς σε σαμάρι.
βατσ’νιά (η) (ουσ.) = το φυτό βάτος ο αγκαθωτός θάμνος.
β’ζούν’ (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, το σπυράκι.
βούζα (η) (ουσ.) = η κοιλιά.
βουρλαίνομαι (ρ.) = τρελαίνομαι μτφ. ζαλίζομαι, π.χ. «Βουρλάθ’κα με τ’ς φωνές σ’».
βουρλαμάρα (η) (ουσ.) = η τρέλα, η χαζομάρα μτφ. η ζαλάδα.
βουρτώπα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = κοίλη και χλοερή τοποθεσία στο βουνό.
βρακουζών’ (το) (ουσ.) = το κορδόνι που έδεναν το βρακί.
βραντανίζω (ρ.) = φωνάζω μαλώνω διαμαρτύρομαι, μουρμουρίζω.
βραντανίζω (ρ.) = φωνάζω μαλώνω διαμαρτύρομαι, μουρμουρίζω.
βραντάν’σμα (το) (ουσ.) = μουρμουρητό μάλωμα.
βύραγγας (ο) (ουσ.) = φυσική δεξαμενή νερού σε ποτάμι.
βυραγγιάζω (ρ.) = συγκρατώ νερό, λασπώνω, π.χ. «Κάθι φουρά που βρέχ’ του χουράφ’ βυραγγιάζ’». Γ γαδούρα (η) (ουσ.) = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο των κομμένων δέντρων σε καυσόξυλα.
γαλάρια (η) (επίθ.) = που βγάζει γάλα, που αρμέγεται. Αναφέρεται συνήθως στις κατσίκες.
γανιάδα (η) (ουσ.) = η γάνα, λευκό επίχρισμα στη γλώσσα από δυσπεψία μτφ. ταλαιπωρία.
γανιάζω (ρ.) = βγάζω γάνα στη γλώσσα ταλαιπωρούμαι.
γατσιάζω (ρ.) = βραχνιάζω.
γάτσιασμα (το) (ουσ.) = βραχνάδα.
γκαγκάνια (τα) (ουσ.) = τα γαϊδουράγκαθα, ψηλοί ακανθώδεις θάμνοι, με μοβ άνθη.
γκιόνης (ο) (ουσ. ξ.λ. αρβ. gjion) = το νυχτόβιο πουλί κορυδαλλός.
γκιούμ’ (το) (ουσ.) = χάλκινο σκεύος για την αποθήκευση γάλατος.
γκλάβα (η) (ουσ.) = το κεφάλι, π.χ. «Κόβει η γκλάβα τ’».
γκλαβανή (η) (ουσ.) = φωταγωγός, καταπαχτή στη στέγη.
γκούγκ’δας (ο) (ουσ.) = το βαρίδι του κανταριού.
γκουρτζέλι (το) (ουσ.) = το μικρό γουρούνι.
γουστέρα (η) (ουσ.) = η σαύρα.
γραπατσώνω (ρ.) = γρατζουνίζω, χαράζω π.χ. «Πού γραπάτσουσις τα χέρια σ’ κι είνι χάλια;».
γρέκ’ (το) (ουσ.) = μέρος όπου ξαποσταίνουν τα γίδια το καλοκαίρι.
γρέντζω (η) (ουσ.) = η γριά.
γρούμπα (η) (ουσ.) = η ιτιά.
γρουνοπάτσ’ (το) (ουσ.) = το κεφάλι από το γουρούνι μτφ. ο απερίσκεπτος.
γυαλίζομαι (ρ.) = καθρεπτίζομαι. Δ διρμόν’ (το) (ουσ.) = μεγάλο κόσκινο με φαρδιές τρύπες.
δραγάτ(η)ς (ο) (ουσ.) = ο αγροφύλακας.
δρασ’κλίζω ή δρασκελώνω (ρ.) = υπερπηδώ κάτι σκαρφαλώνω.
δρασπέτ’ (το) (επίθ.) = πολύ ξινό. Ε Ζ ζαβλάκωμα (το) (ουσ.) = η ατονία η αποχαύνωση.
ζαβλακωμένος (ο) (μτχ.) = ο ζαλισμένος κοιμισμένος.
ζαβλακώνομαι (ρ.) = ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι.
ζαμάκωμα (το) (ουσ.) = το τρύπωμα.
ζαμακώνω (ρ.) = τρυπώνω, βάζω. Ίσως να προέρχεται από την αρχαία λέξη σάμαξ (είδος βούρλου), το οποίο το έχωναν κατά στιβάδες στα σάγματα.
ζαναέτ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζαρζαβάτια (τα) (ουσ.) = τα οπωροκηπευτικά.
ζαρώνω (ρ.) = κουλουριάζομαι ξαπλώνω ξεκουράζομαι.
ζ’λάπ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζ’λίγω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
ζ’μάκ’ (το) (ουσ.) = μέρος που βγάζει νερό, που νεροκρατάει.
ζ’νύχ’ (το) (ουσ.) = ο σβέρκος η πλάτη.
ζουρζουβίλ(η)ς (ο) (επιθ.) = ο άτακτος, ο σκανδαλιάρης ο υπερκινητικός.
ζουρίζω (ρ.) = εξαναγκάζω, βιάζω, π.χ. «Ζούρ’σε καταΐ να φας».
ζ(υ)γώνω (ρ.) = πλησιάζω, σιμώνω, π.χ. «Μη μι ζ(υ)γώνεις ντηπ». Η Θ θ’κός - θ’κια - θ’κο (αντων.) = δικός
θ’κέλ’ (το) (ουσ.) = το δικέλι, τσάπα με δύο προεξοχές. Ι ικεία (αντων. δεικτ.) = εκεί. Κ καλαμωτή (η) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά καλάμια.
καλιάκα (η) (ουσ.) = το πουλί κάργια.
κάμαρη (η) (ουσ. λατ.) = μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο.
καμπάδ’κος (ο) (επίθ.) = σωματώδης, ογκώδης μεγάλος.
καπίστρ’ (το) (ουσ.) = το χαλινάρι.
καρκάντζελος (ο) (ουσ.) = ο καλικάντζαρος.
βύραγγας (ο) (ουσ.) = φυσική δεξαμενή νερού σε ποτάμι.
βυραγγιάζω (ρ.) = συγκρατώ νερό, λασπώνω, π.χ. «Κάθι φουρά που βρέχ’ του χουράφ’ βυραγγιάζ’». Γ γαδούρα (η) (ουσ.) = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο των κομμένων δέντρων σε καυσόξυλα.
γαλάρια (η) (επίθ.) = που βγάζει γάλα, που αρμέγεται. Αναφέρεται συνήθως στις κατσίκες.
γανιάδα (η) (ουσ.) = η γάνα, λευκό επίχρισμα στη γλώσσα από δυσπεψία μτφ. ταλαιπωρία.
γανιάζω (ρ.) = βγάζω γάνα στη γλώσσα ταλαιπωρούμαι.
γατσιάζω (ρ.) = βραχνιάζω.
γάτσιασμα (το) (ουσ.) = βραχνάδα.
γκαγκάνια (τα) (ουσ.) = τα γαϊδουράγκαθα, ψηλοί ακανθώδεις θάμνοι, με μοβ άνθη.
γκιόνης (ο) (ουσ. ξ.λ. αρβ. gjion) = το νυχτόβιο πουλί κορυδαλλός.
γκιούμ’ (το) (ουσ.) = χάλκινο σκεύος για την αποθήκευση γάλατος.
γκλάβα (η) (ουσ.) = το κεφάλι, π.χ. «Κόβει η γκλάβα τ’».
γκλαβανή (η) (ουσ.) = φωταγωγός, καταπαχτή στη στέγη.
γκούγκ’δας (ο) (ουσ.) = το βαρίδι του κανταριού.
γκουρτζέλι (το) (ουσ.) = το μικρό γουρούνι.
γουστέρα (η) (ουσ.) = η σαύρα.
γραπατσώνω (ρ.) = γρατζουνίζω, χαράζω π.χ. «Πού γραπάτσουσις τα χέρια σ’ κι είνι χάλια;».
γρέκ’ (το) (ουσ.) = μέρος όπου ξαποσταίνουν τα γίδια το καλοκαίρι.
γρέντζω (η) (ουσ.) = η γριά.
γρούμπα (η) (ουσ.) = η ιτιά.
γρουνοπάτσ’ (το) (ουσ.) = το κεφάλι από το γουρούνι μτφ. ο απερίσκεπτος.
γυαλίζομαι (ρ.) = καθρεπτίζομαι. Δ διρμόν’ (το) (ουσ.) = μεγάλο κόσκινο με φαρδιές τρύπες.
δραγάτ(η)ς (ο) (ουσ.) = ο αγροφύλακας.
δρασ’κλίζω ή δρασκελώνω (ρ.) = υπερπηδώ κάτι σκαρφαλώνω.
δρασπέτ’ (το) (επίθ.) = πολύ ξινό. Ε Ζ ζαβλάκωμα (το) (ουσ.) = η ατονία η αποχαύνωση.
ζαβλακωμένος (ο) (μτχ.) = ο ζαλισμένος κοιμισμένος.
ζαβλακώνομαι (ρ.) = ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι.
ζαμάκωμα (το) (ουσ.) = το τρύπωμα.
ζαμακώνω (ρ.) = τρυπώνω, βάζω. Ίσως να προέρχεται από την αρχαία λέξη σάμαξ (είδος βούρλου), το οποίο το έχωναν κατά στιβάδες στα σάγματα.
ζαναέτ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζαρζαβάτια (τα) (ουσ.) = τα οπωροκηπευτικά.
ζαρώνω (ρ.) = κουλουριάζομαι ξαπλώνω ξεκουράζομαι.
ζ’λάπ’ (το) (ουσ.) = το άγριο ζώο, το αγρίμι.
ζ’λίγω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
ζ’μάκ’ (το) (ουσ.) = μέρος που βγάζει νερό, που νεροκρατάει.
ζ’νύχ’ (το) (ουσ.) = ο σβέρκος η πλάτη.
ζουρζουβίλ(η)ς (ο) (επιθ.) = ο άτακτος, ο σκανδαλιάρης ο υπερκινητικός.
ζουρίζω (ρ.) = εξαναγκάζω, βιάζω, π.χ. «Ζούρ’σε καταΐ να φας».
ζ(υ)γώνω (ρ.) = πλησιάζω, σιμώνω, π.χ. «Μη μι ζ(υ)γώνεις ντηπ». Η Θ θ’κός - θ’κια - θ’κο (αντων.) = δικός
θ’κέλ’ (το) (ουσ.) = το δικέλι, τσάπα με δύο προεξοχές. Ι ικεία (αντων. δεικτ.) = εκεί. Κ καλαμωτή (η) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά καλάμια.
καλιάκα (η) (ουσ.) = το πουλί κάργια.
κάμαρη (η) (ουσ. λατ.) = μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο.
καμπάδ’κος (ο) (επίθ.) = σωματώδης, ογκώδης μεγάλος.
καπίστρ’ (το) (ουσ.) = το χαλινάρι.
καρκάντζελος (ο) (ουσ.) = ο καλικάντζαρος.
καρούτα (η) (ουσ. ξ.λ. αρβ.) = ράμπα την οποία χρησιμοποιούσαν παλαιότερα κατά την κατασκευή των σπιτιών για το πέταμα των μπάζων ανοιχτό ξύλινο βαρέλι για το πότισμα των ζώων.
καρπουζάνος (ο) (επίθ.) = ο απατεώνας.
καρτούδα (η) (ουσ.) = μικρό ποτήρι για νερό.
κάρτσακλα (τα) (ουσ.) = τα πράματα, τα υπάρχοντα.
κασκαρίκα (η) (ουσ.) = αστείο πάθημα.
καστέλλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. λατ. castellum = κάστρο), οχυρή θέση.
καταΐ (επίρ. τοπ.) = κατάχαμα, στο έδαφος.
καταμεσού (επίρ. τοπ.) = στη μέση, π.χ. «Ου γάδαρους στάθ’κι καταμεσού στο δρόμο κι δεν έφευγι».
καταχνιά (η) (ουσ.) = η ομίχλη.
κατίπουτα (αντων. αόρ.) = τίποτα.
κερατζής (ο) (ουσ.) = κυρατζής, αγωγιάτης.
κιοτεύω (ρ.) = δειλιάζω φοβάμαι.
κλαπατσύμπαλα (τα) (ουσ.) = μουσικά όργανα σωρός αντικειμένων που κατά την μετακίνησή τους προκαλούν θόρυβο.
κλαπαυτίκας (ο) (επίθ.) = ο άνθρωπος με μεγάλα αυτιά.
κλαρίζω (ρ.) = κόβω τα κλαδιά.
κληματσίδα (η) (ουσ.) = το κλήμα.
κλίκ’ (το) (ουσ.) = το χριστόψωμο.
κλουκούτ(η)μα (το) (ουσ.) = το ανακάτεμα.
κλουκουτώ (ρ.) = ανακατεύω ή κουνάω ένα κουτί, προκαλώντας θόρυβο.
κλουτσιάζω (ρ.) = νεκρώνομαι, αναισθητοποιούμαι, π.χ. «Τα πόδια μ’ κλούτσιασαν».
κ’μάσ’ (το)(ουσ.) = το κοτέτσι.
κολ’γιά (η) (ουσ.) = συνεταιρισμός.
κορβανάς (ο) (ουσ.) = το σιτηρέσιο.
κουκλώνω (ρ.) = κουκουλώνω, σκεπάζω.
κουμαντέρνω (ρ. ξ.λ. ιταλ.) = κουμαντάρω, βολεύω, π.χ. «Αυτός δεν κουμαντέρνιτι ντιπ».
κουντουρούπα (η) (ουσ.) = το δεκανίκι, η μαγκούρα μακρύ ξύλο.
κουρδουκίλ' (το) (ουσ.) = το παιδικό παιχνίδι τσέρκι, στο οποίο κάποιος κατρακυλάει μία μεταλλική στεφάνη με τη βοήθεια ξύλου.
κουρδουκλάω (ρ.) = κατρακυλάω.
κουρκουτούδα (η) (ουσ.) = σάλτσα από αλεύρι και πολτό ντομάτας. Συνόδευε συνήθως στο τραπέζι ψαρικά, αλλά σε περιόδους ανέχειας τρωγόταν και σκέτη με ψωμί.
κουρνιαχτός (ο) (ουσ.) = η σκόνη, κονιορτός.
κούτ’κας (ο) (ουσ.) = το μέτωπο, το κούτελο το κεφάλι.
κούτ’μανος (ο) (επίθ.) = μεγαλόσωμος, σωματώδης.
κουτρώ (ρ.) = χτυπώ με το κεφάλι, δίνω κουτουλιές.
κραίνω (ρ.) = μιλώ, αποκρίνομαι, π.χ. «Να κραίν’ς κι να μουλών’ς».
κρατούνα (η) (ουσ.) = δοχείο φτιαγμένο από αποξηραμένο κολοκύθι μτφ. κρανίο, κεφάλι.
κρατούνας (ο) (επίθ.) = αυτός που δεν έχει αντίληψη και κρίση.
κρεμανταλάς (ο) (ουσ.) = πολύ ψηλός και άγαρμπος άνθρωπος.
κρεμαντζ’λιέμαι (ρ.) = κρεμιέμαι, αιωρούμαι.
κ’τσούπ (το) (ουσ.) = το κούτσουρο μτφ. κοντόσωμη γυναίκα.
κωλομπαρίνα (η) (ουσ.) = γλυκιά κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλο.
κωλόμπαρος (ο) (επίθ.) = γυμνός, χωρίς ρούχα μτφ. ξεδιάντροπος.
κωλοφωτιά (η) (ουσ.) = η πυγολαμπίδα. Λ
καρπουζάνος (ο) (επίθ.) = ο απατεώνας.
καρτούδα (η) (ουσ.) = μικρό ποτήρι για νερό.
κάρτσακλα (τα) (ουσ.) = τα πράματα, τα υπάρχοντα.
κασκαρίκα (η) (ουσ.) = αστείο πάθημα.
καστέλλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. λατ. castellum = κάστρο), οχυρή θέση.
καταΐ (επίρ. τοπ.) = κατάχαμα, στο έδαφος.
καταμεσού (επίρ. τοπ.) = στη μέση, π.χ. «Ου γάδαρους στάθ’κι καταμεσού στο δρόμο κι δεν έφευγι».
καταχνιά (η) (ουσ.) = η ομίχλη.
κατίπουτα (αντων. αόρ.) = τίποτα.
κερατζής (ο) (ουσ.) = κυρατζής, αγωγιάτης.
κιοτεύω (ρ.) = δειλιάζω φοβάμαι.
κλαπατσύμπαλα (τα) (ουσ.) = μουσικά όργανα σωρός αντικειμένων που κατά την μετακίνησή τους προκαλούν θόρυβο.
κλαπαυτίκας (ο) (επίθ.) = ο άνθρωπος με μεγάλα αυτιά.
κλαρίζω (ρ.) = κόβω τα κλαδιά.
κληματσίδα (η) (ουσ.) = το κλήμα.
κλίκ’ (το) (ουσ.) = το χριστόψωμο.
κλουκούτ(η)μα (το) (ουσ.) = το ανακάτεμα.
κλουκουτώ (ρ.) = ανακατεύω ή κουνάω ένα κουτί, προκαλώντας θόρυβο.
κλουτσιάζω (ρ.) = νεκρώνομαι, αναισθητοποιούμαι, π.χ. «Τα πόδια μ’ κλούτσιασαν».
κ’μάσ’ (το)(ουσ.) = το κοτέτσι.
κολ’γιά (η) (ουσ.) = συνεταιρισμός.
κορβανάς (ο) (ουσ.) = το σιτηρέσιο.
κουκλώνω (ρ.) = κουκουλώνω, σκεπάζω.
κουμαντέρνω (ρ. ξ.λ. ιταλ.) = κουμαντάρω, βολεύω, π.χ. «Αυτός δεν κουμαντέρνιτι ντιπ».
κουντουρούπα (η) (ουσ.) = το δεκανίκι, η μαγκούρα μακρύ ξύλο.
κουρδουκίλ' (το) (ουσ.) = το παιδικό παιχνίδι τσέρκι, στο οποίο κάποιος κατρακυλάει μία μεταλλική στεφάνη με τη βοήθεια ξύλου.
κουρδουκλάω (ρ.) = κατρακυλάω.
κουρκουτούδα (η) (ουσ.) = σάλτσα από αλεύρι και πολτό ντομάτας. Συνόδευε συνήθως στο τραπέζι ψαρικά, αλλά σε περιόδους ανέχειας τρωγόταν και σκέτη με ψωμί.
κουρνιαχτός (ο) (ουσ.) = η σκόνη, κονιορτός.
κούτ’κας (ο) (ουσ.) = το μέτωπο, το κούτελο το κεφάλι.
κούτ’μανος (ο) (επίθ.) = μεγαλόσωμος, σωματώδης.
κουτρώ (ρ.) = χτυπώ με το κεφάλι, δίνω κουτουλιές.
κραίνω (ρ.) = μιλώ, αποκρίνομαι, π.χ. «Να κραίν’ς κι να μουλών’ς».
κρατούνα (η) (ουσ.) = δοχείο φτιαγμένο από αποξηραμένο κολοκύθι μτφ. κρανίο, κεφάλι.
κρατούνας (ο) (επίθ.) = αυτός που δεν έχει αντίληψη και κρίση.
κρεμανταλάς (ο) (ουσ.) = πολύ ψηλός και άγαρμπος άνθρωπος.
κρεμαντζ’λιέμαι (ρ.) = κρεμιέμαι, αιωρούμαι.
κ’τσούπ (το) (ουσ.) = το κούτσουρο μτφ. κοντόσωμη γυναίκα.
κωλομπαρίνα (η) (ουσ.) = γλυκιά κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλο.
κωλόμπαρος (ο) (επίθ.) = γυμνός, χωρίς ρούχα μτφ. ξεδιάντροπος.
κωλοφωτιά (η) (ουσ.) = η πυγολαμπίδα. Λ
λαμνίζω (ρ.) = βγάζω καπνό.
λάμνισμα (το) (ουσ.) = το κάπνισμα.
λάκκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. laccus = o λάκκος) ο λάκκος.
λαχεύω (ρ.) = ρίχνω λαχνό, π.χ. «Λάχεψαν για να διουν ποιος θα πάρ’ του σπίτ’».
λαχούρ’ (το) (ουσ.) = είδος μαντηλιού, που το έδεναν οι ηλικιωμένες συνήθως γυναίκες στο κεφάλι τους.
λέσ’ (το) (ουσ.) = πτώμα ζώου μτφ. το βρώμικο.
ληστιά (τα) (ουσ.) = είδος λιμνίσιων ψαριών.
λιανίζω (ρ.) = κομματιάζω, τεμαχίζω μτφ. ξεθεώνω, κουράζω.
λιμκιάρ(η)ς -ρω -ρ’κο (ο) (επίθ.) = νηστικός, αχόρταγος μικροκαμωμένος.
λισγάρ’ (το) (ουσ.) = το λισγάρι, το πατόφκυαρο, φτυάρι με προεξοχή στο πίσω μέρος για να πατάει το πόδι.
λόια (τα) (ουσ.) = λόγια, υποσχέσεις, π.χ. «Είσι μο’ λόια κι τίποτα δε κάν’ς».
λότσ’κα (η) (ουσ.) = λακκούβα με νερό, λασπόνερα, π.χ. «Τα γ’ρούνια κυλιούνταν μεσ’ τσ’ λότσ’κες».
λουστριούμαι (ρ. ξ.λ. λατ. lustrum = τελματώδης κοίτη) = κυλίεμαι (για ζώα).
λώλα ή λωλάδα (η) (ουσ.) = τρέλα ανοησία, βλακεία.
λωλαίνω (ρ.) = τρελαίνω ενοχλώ υπερβολικά, π.χ. «Με λώλανες με τα καμώματά σου».
λωλός (ο) (επίθ.) = τρελός, ανόητος.
λάμνισμα (το) (ουσ.) = το κάπνισμα.
λάκκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. laccus = o λάκκος) ο λάκκος.
λαχεύω (ρ.) = ρίχνω λαχνό, π.χ. «Λάχεψαν για να διουν ποιος θα πάρ’ του σπίτ’».
λαχούρ’ (το) (ουσ.) = είδος μαντηλιού, που το έδεναν οι ηλικιωμένες συνήθως γυναίκες στο κεφάλι τους.
λέσ’ (το) (ουσ.) = πτώμα ζώου μτφ. το βρώμικο.
ληστιά (τα) (ουσ.) = είδος λιμνίσιων ψαριών.
λιανίζω (ρ.) = κομματιάζω, τεμαχίζω μτφ. ξεθεώνω, κουράζω.
λιμκιάρ(η)ς -ρω -ρ’κο (ο) (επίθ.) = νηστικός, αχόρταγος μικροκαμωμένος.
λισγάρ’ (το) (ουσ.) = το λισγάρι, το πατόφκυαρο, φτυάρι με προεξοχή στο πίσω μέρος για να πατάει το πόδι.
λόια (τα) (ουσ.) = λόγια, υποσχέσεις, π.χ. «Είσι μο’ λόια κι τίποτα δε κάν’ς».
λότσ’κα (η) (ουσ.) = λακκούβα με νερό, λασπόνερα, π.χ. «Τα γ’ρούνια κυλιούνταν μεσ’ τσ’ λότσ’κες».
λουστριούμαι (ρ. ξ.λ. λατ. lustrum = τελματώδης κοίτη) = κυλίεμαι (για ζώα).
λώλα ή λωλάδα (η) (ουσ.) = τρέλα ανοησία, βλακεία.
λωλαίνω (ρ.) = τρελαίνω ενοχλώ υπερβολικά, π.χ. «Με λώλανες με τα καμώματά σου».
λωλός (ο) (επίθ.) = τρελός, ανόητος.
Μ
μαγρίζω (ρ.) = νιαουρίζω.
μαλάς (ο) (ουσ.) = το μυστρί του οικοδόμου.
μαλιάκατα (επίρ. τροπ.) = ανάκατα, μπερδεμένα.
μανουάλια (τα) (ουσ.) = το εξαπτέρυγα τα κηροπήγια.
μαρούδα (η) (ουσ.) = το ζώο πασχαλίτσα.
μασντραβίτσα (η) (ουσ.) = δερματική πάθηση, παρόμοια με την μυρμηγκιά. Σύμφωνα με την παράδοση, μασντραβίτσα έβγαζε όποιος μετρούσε τα αστέρια του ουρανού. Υπήρχαν μάλιστα και άνθρωποι, που με γιατροσόφια γιάτρευαν την πάθηση. Μια νύχτα με πανσέληνο έπρεπε να τρυπηθεί η μασντραβίτσα, και να τοποθετηθεί πάνω της ένα φυτό με ιαματικές ιδιότητες, το «μασντραβιτσοβότανο».
ματάν’ (το) (ουσ.) = το υπόλειμμα γάλακτος μετά την εξαγωγή του βουτύρου, το αριάνι.
ματσιαλάω (ρ.) = μασουλάω, τρώω αργά.
μέλαγγας (ο) (ουσ.) = κολλώδες χώμα που χρησιμοποιούνταν μαζί με άχυρα για την κατασκευή χειροποίητων τούβλων.
μερεμέτ’ (το) (ουσ.) = η ψιλοδουλειά.
μηλιάδ' (το) (ουσ.) = δέντρο που φύεται στην περιοχή, με ίσιο κορμό. Το επιστημονικό του όνομα είναι Fraxinus ornus.
μαλάς (ο) (ουσ.) = το μυστρί του οικοδόμου.
μαλιάκατα (επίρ. τροπ.) = ανάκατα, μπερδεμένα.
μανουάλια (τα) (ουσ.) = το εξαπτέρυγα τα κηροπήγια.
μαρούδα (η) (ουσ.) = το ζώο πασχαλίτσα.
μασντραβίτσα (η) (ουσ.) = δερματική πάθηση, παρόμοια με την μυρμηγκιά. Σύμφωνα με την παράδοση, μασντραβίτσα έβγαζε όποιος μετρούσε τα αστέρια του ουρανού. Υπήρχαν μάλιστα και άνθρωποι, που με γιατροσόφια γιάτρευαν την πάθηση. Μια νύχτα με πανσέληνο έπρεπε να τρυπηθεί η μασντραβίτσα, και να τοποθετηθεί πάνω της ένα φυτό με ιαματικές ιδιότητες, το «μασντραβιτσοβότανο».
ματάν’ (το) (ουσ.) = το υπόλειμμα γάλακτος μετά την εξαγωγή του βουτύρου, το αριάνι.
ματσιαλάω (ρ.) = μασουλάω, τρώω αργά.
μέλαγγας (ο) (ουσ.) = κολλώδες χώμα που χρησιμοποιούνταν μαζί με άχυρα για την κατασκευή χειροποίητων τούβλων.
μερεμέτ’ (το) (ουσ.) = η ψιλοδουλειά.
μηλιάδ' (το) (ουσ.) = δέντρο που φύεται στην περιοχή, με ίσιο κορμό. Το επιστημονικό του όνομα είναι Fraxinus ornus.
μίρλα (η) (ουσ.) = η γκρίνια, η μεμψιμοιρία.
μιρλιάζω (ρ.) = γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι.
μισιακός (ο) (επίθ.) = ο μισός, ο ελλιπής συν. μισιάρ’κος.
μουλουμουτώ (ρ.) = μονολογώ, ψιθυρίζω.
μουλώνω (ρ.) = ζαρώνω, λουφάζω, σταματάω να μιλάω, “το βουλώνω”.
μούρτζος (ο) (ουσ.) = κοκκινωπός ο μούργος, σκουρόχρωμο τσομπάνικο σκυλί.
μουσμούλ'ς (ο) (επίθ.) = αυτός που καταπιάνεται με μία εργασία τόσο σχολαστικά, ώστε καθυστερεί να την τελειώσει.
μιρλιάζω (ρ.) = γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι.
μισιακός (ο) (επίθ.) = ο μισός, ο ελλιπής συν. μισιάρ’κος.
μουλουμουτώ (ρ.) = μονολογώ, ψιθυρίζω.
μουλώνω (ρ.) = ζαρώνω, λουφάζω, σταματάω να μιλάω, “το βουλώνω”.
μούρτζος (ο) (ουσ.) = κοκκινωπός ο μούργος, σκουρόχρωμο τσομπάνικο σκυλί.
μουσμούλ'ς (ο) (επίθ.) = αυτός που καταπιάνεται με μία εργασία τόσο σχολαστικά, ώστε καθυστερεί να την τελειώσει.
μουχαμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = γλέντι, γιορτή.
μπαϊά (επίρ. ποσ.) = πολύ (με κοροϊδευτική σημασία) π.χ. «-Έφαγα πουλύ σήμιρα. – Ε, μπαϊα!!!».
μπαΐρια (τα) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = τα χαλάσματα.
μπακράτσ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μικρό χάλκινο αγγείο μτφ. τα μπακράτσια = τα υπάρχοντα, π.χ. «Μαζώξτι τα μπακράτσια σας κι δρόμο. Άφαν’!!!».
μπαμπάκ’ (το) (ουσ.) = το βαμβάκι μτφ. χρησιμοποιείται στην έκφραση «όλα είναι μπαμπάκ’», με την έννοια ότι όλα είναι εντάξει.
μπαμπάκους (ο) (επιθ.) = λευκός, σαν το βαμβάκι.
μπαμπαλίζω (ρ.) = τραυλίζω, μπερδεύω τα λόγια μου.
μπαμπαλιάρ(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. αρβ.) = τραυλός, αυτός που χάνει τα λόγια του.
μπαμπάτσ’κος (ο) (επιθ.) = χοντρός, γεμάτος, καλοθρεμμένος.
μπαντίνα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = ισόπεδο μέρος δίπλα σε ποτάμι πλαγιά.
μπάρα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = μέρος που κρατάει νερό, κοίτη.
μπαϊά (επίρ. ποσ.) = πολύ (με κοροϊδευτική σημασία) π.χ. «-Έφαγα πουλύ σήμιρα. – Ε, μπαϊα!!!».
μπαΐρια (τα) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = τα χαλάσματα.
μπακράτσ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μικρό χάλκινο αγγείο μτφ. τα μπακράτσια = τα υπάρχοντα, π.χ. «Μαζώξτι τα μπακράτσια σας κι δρόμο. Άφαν’!!!».
μπαμπάκ’ (το) (ουσ.) = το βαμβάκι μτφ. χρησιμοποιείται στην έκφραση «όλα είναι μπαμπάκ’», με την έννοια ότι όλα είναι εντάξει.
μπαμπάκους (ο) (επιθ.) = λευκός, σαν το βαμβάκι.
μπαμπαλίζω (ρ.) = τραυλίζω, μπερδεύω τα λόγια μου.
μπαμπαλιάρ(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. αρβ.) = τραυλός, αυτός που χάνει τα λόγια του.
μπαμπάτσ’κος (ο) (επιθ.) = χοντρός, γεμάτος, καλοθρεμμένος.
μπαντίνα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = ισόπεδο μέρος δίπλα σε ποτάμι πλαγιά.
μπάρα (η) (ουσ. ξ.λ. σλάβ.) = μέρος που κρατάει νερό, κοίτη.
μπαρμπακάς (ο) (ουσ.) = ο αυλόγυρος, ο περίβολος.
μπασαρντώ (ρ.) = πετυχαίνω, καταφέρνω, π.χ. «Το μπασάρντ΄σες το φαΐ».
μπατάκ’ (το) (επίθ.) = ο σφιχτοχέρης, ο τσιγκούνης.
μπάτζιακας (ο) (ουσ.) = το βατράχι.
μπερντάκ’ (το) (ουσ.) = το δεκανίκι, το ξύλο μτφ. ξυλοδαρμός, π.χ. «Να σου ρίξω ένα μπερντάκ’…».
μπασαρντώ (ρ.) = πετυχαίνω, καταφέρνω, π.χ. «Το μπασάρντ΄σες το φαΐ».
μπατάκ’ (το) (επίθ.) = ο σφιχτοχέρης, ο τσιγκούνης.
μπάτζιακας (ο) (ουσ.) = το βατράχι.
μπερντάκ’ (το) (ουσ.) = το δεκανίκι, το ξύλο μτφ. ξυλοδαρμός, π.χ. «Να σου ρίξω ένα μπερντάκ’…».
μπιτώ (ρ. ξ.λ. τούρ.) = τελειώνω, εξαντλούμαι, π.χ. «Το μηνιάτικο μπίτ’σε».
μπλιγούρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πλιγούρι, χοντραλεσμένο σιτάρι.
μπλιγουρένιος (ο) (επίθ.) = ο παρασκευασμένος από πλιγούρι.
μπλοκός (ο) (ουσ.) = φράχτης πλεχτός, κατασκευασμένος από πουρνάρια και κλαδιά.
μπουμπούλα (η) (ουσ.) = ψημένη νιφάδα καλαμποκιού.
μπουμπουνίζω (ρ.) = βροντάω.
μπουμπ(ου)τώ (ρ.) = πυροβολώ, τουφεκώ χτυπώ, επιτίθεμαι, πετάω κάτι εναντίον κάποιου.
μπουμπρέκ’ (το) (ουσ.) = ο όρχις (συνήθως από κάποιο ζώο).
μπουρανί (το) (ουσ.) = είδος βρασμένου φαγητού με άγρια χόρτα.
μπουρμάς (ο) (ουσ.) = η στρόφιγγα.
μπουχτίζω (ρ.) = χορταίνω πολύ μτφ. αηδιάζω, «Του μπούχτ’σα αυτού του φαΐ».
μπρασκιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = τεμπέλης, βαριεστημένος βρομιάρης.
μπρουμ(ου)τώ (ρ.) = πέφτω μπρούμυτα, με το κεφάλι προς τα κάτω σκοντάφτω. Προέρχεται από τα συνθετικά προ+μύτη.
μπλιγούρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πλιγούρι, χοντραλεσμένο σιτάρι.
μπλιγουρένιος (ο) (επίθ.) = ο παρασκευασμένος από πλιγούρι.
μπλοκός (ο) (ουσ.) = φράχτης πλεχτός, κατασκευασμένος από πουρνάρια και κλαδιά.
μπουμπούλα (η) (ουσ.) = ψημένη νιφάδα καλαμποκιού.
μπουμπουνίζω (ρ.) = βροντάω.
μπουμπ(ου)τώ (ρ.) = πυροβολώ, τουφεκώ χτυπώ, επιτίθεμαι, πετάω κάτι εναντίον κάποιου.
μπουμπρέκ’ (το) (ουσ.) = ο όρχις (συνήθως από κάποιο ζώο).
μπουρανί (το) (ουσ.) = είδος βρασμένου φαγητού με άγρια χόρτα.
μπουρμάς (ο) (ουσ.) = η στρόφιγγα.
μπουχτίζω (ρ.) = χορταίνω πολύ μτφ. αηδιάζω, «Του μπούχτ’σα αυτού του φαΐ».
μπρασκιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = τεμπέλης, βαριεστημένος βρομιάρης.
μπρουμ(ου)τώ (ρ.) = πέφτω μπρούμυτα, με το κεφάλι προς τα κάτω σκοντάφτω. Προέρχεται από τα συνθετικά προ+μύτη.
Ν
νικούκουρδα (επίρ. τροπ.) = ανακούρκουδα, οκλαδόν.
νισάφ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το μέτρο, η οικονομία μτφ. έλεος, π.χ. «Νισάφ πια, βαρέθ’κα να σ’ ακούου».
νουμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο ύπνος, π.χ. «Να πάρω ένα νουμπέτ’».
νταβάν' (το) (ουσ.) = Η ξύλινη ψευδοροφή στα παλιά σπίτια.
νισάφ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το μέτρο, η οικονομία μτφ. έλεος, π.χ. «Νισάφ πια, βαρέθ’κα να σ’ ακούου».
νουμπέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο ύπνος, π.χ. «Να πάρω ένα νουμπέτ’».
νταβάν' (το) (ουσ.) = Η ξύλινη ψευδοροφή στα παλιά σπίτια.
νταβανός (ο) (ουσ.) = Είδος δίπτερου εντόμου.
νταγγίλα (η) (ουσ.) = η οξύτητα, κυρίως στο λάδι.
νταϊφάς (ο) (ουσ.) = σπιτικό, νοικοκυριό.
νταλακιάζω (ρ.) = φουσκώνω, βαρυστομαχιάζω.
νταρίδια (τα) (ουσ.) = τα προικιά που προσφέρονται από τη νύφη στο σόι του γαμπρού και στον κουμπάρο μετά τον γάμο.
νταρίζω (ρ.) = προσφέρω ως δώρα προικιά.
νταρνταγάν’ (το) (ουσ.) = το μάλωμα, ο σαματάς.
ντέντουμα (το) (ουσ.) = το τέντωμα μτφ. ο ύπνος, π.χ. «Να ρίξου ένα ντέντουμα».
ντερέκ’ (το) (ουσ.) = το υποστύλωμα σπιτιού, το χοντρό ξύλο μτφ. ψηλός, γεροδεμένος άντρας.
ντερλικώνω (ρ.) = τρώω λαίμαργα, κατασπαράζω.
ντιβερλίνγκα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βόλτα.
ντιπ (επίρ. ποσ.) = καθόλου, διόλου.
ντοριάζω (ρ.) = κοιμάμαι (μόνο για ζώα), σταλίζω.
ντουγρού (τοπ. επίρ. ξ.λ. τούρ.) = ίσια, ευθεία.
ντουμπλέκα (η) (ουσ.) = μεγάλο κουδούνι που κρεμούνε οι βοσκοί στα πρόβατα ή στα κατσίκια.
ντουρβάδιασμα (το) (ουσ.) = το γέμισμα του ντουρβά με φαγητά μτφ. ο εφοδιασμός με φαγητό συνήθως κάτι πρόχειρο για το δρόμο.
ντουρβάς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το δισάκι, μάλλινο σακκίδιο χωρικών.
ντουσέκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η στρωματσάδα, στρώμα στρωμένο στο πατωμα.
ντουσμάν(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. τούρ.) = ο εχθρός μτφ. κακός άνθρωπος.
ντραγκωμένος (ο) (μτχ.) = ο πιασμένος.
ντραγκώνομαι (ρ.) = πιάνομαι, κρυολογώ.
ντραμαλασιό (το) (ουσ.) = ο χαμός, π.χ. «Έγινι τρανό ντραμαλασιό, ήρταν κι τα όργανα.».
ντρίστα (η) (ουσ. ξ.λ.) = η νεροτριβή, μέσα στην οποία μαλακώνουν χοντρά μαλλινα ρούχα. Συναντάται σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές γλώσσες (βουλγ. drustelo, βλάχ. dristeala).
νταϊφάς (ο) (ουσ.) = σπιτικό, νοικοκυριό.
νταλακιάζω (ρ.) = φουσκώνω, βαρυστομαχιάζω.
νταρίδια (τα) (ουσ.) = τα προικιά που προσφέρονται από τη νύφη στο σόι του γαμπρού και στον κουμπάρο μετά τον γάμο.
νταρίζω (ρ.) = προσφέρω ως δώρα προικιά.
νταρνταγάν’ (το) (ουσ.) = το μάλωμα, ο σαματάς.
ντέντουμα (το) (ουσ.) = το τέντωμα μτφ. ο ύπνος, π.χ. «Να ρίξου ένα ντέντουμα».
ντερέκ’ (το) (ουσ.) = το υποστύλωμα σπιτιού, το χοντρό ξύλο μτφ. ψηλός, γεροδεμένος άντρας.
ντερλικώνω (ρ.) = τρώω λαίμαργα, κατασπαράζω.
ντιβερλίνγκα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βόλτα.
ντιπ (επίρ. ποσ.) = καθόλου, διόλου.
ντοριάζω (ρ.) = κοιμάμαι (μόνο για ζώα), σταλίζω.
ντουγρού (τοπ. επίρ. ξ.λ. τούρ.) = ίσια, ευθεία.
ντουμπλέκα (η) (ουσ.) = μεγάλο κουδούνι που κρεμούνε οι βοσκοί στα πρόβατα ή στα κατσίκια.
ντουρβάδιασμα (το) (ουσ.) = το γέμισμα του ντουρβά με φαγητά μτφ. ο εφοδιασμός με φαγητό συνήθως κάτι πρόχειρο για το δρόμο.
ντουρβάς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το δισάκι, μάλλινο σακκίδιο χωρικών.
ντουσέκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η στρωματσάδα, στρώμα στρωμένο στο πατωμα.
ντουσμάν(η)ς (ο) (επιθ. ξ.λ. τούρ.) = ο εχθρός μτφ. κακός άνθρωπος.
ντραγκωμένος (ο) (μτχ.) = ο πιασμένος.
ντραγκώνομαι (ρ.) = πιάνομαι, κρυολογώ.
ντραμαλασιό (το) (ουσ.) = ο χαμός, π.χ. «Έγινι τρανό ντραμαλασιό, ήρταν κι τα όργανα.».
ντρίστα (η) (ουσ. ξ.λ.) = η νεροτριβή, μέσα στην οποία μαλακώνουν χοντρά μαλλινα ρούχα. Συναντάται σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές γλώσσες (βουλγ. drustelo, βλάχ. dristeala).
ντριστάρ'ς (ο) (ουσ.) = ο χειριστής ή ιδιοκτήτης ντρίστας.
Ξ
ξαμολ’μένος (μτχ.) = ορμώμενος, κινούμενος βιαστικά.
ξαμολώ (ρ.) = ορμώ, κινούμαι βιαστικά.
ξαπολ’νώ (ρ.) = αφήνω ελεύθερα, π.χ. «Τα γίδια ξαπόλ’καν».
ξαπολ’μένος (ο) (μτχ.) = ελεύθερος, χωρίς περιορισμούς, π.χ. «Σας καλόμαθάμε, σας έχουμι ντιπ ξαπολ’μέν’».
ξεκρούζω (ρ.) = ξεσκάζω, ξεδίνω.
ξεπροβοδώ (ρ.) = αποχαιρετώ.
ξιβουτανίζω (ρ.) = καθαρίζω τα αγριόχορτα.
ξιβουτάν’σμα (το) (ουσ.) = το καθάρισμα του χωραφιού από τα αγριόχορτα.
ξώλυτος (ο) (μτχ.) = λυμένος, χωρίς δέσιμο μτφ. ελεύθερος, ανεξάρτητος.
ξαμολώ (ρ.) = ορμώ, κινούμαι βιαστικά.
ξαπολ’νώ (ρ.) = αφήνω ελεύθερα, π.χ. «Τα γίδια ξαπόλ’καν».
ξαπολ’μένος (ο) (μτχ.) = ελεύθερος, χωρίς περιορισμούς, π.χ. «Σας καλόμαθάμε, σας έχουμι ντιπ ξαπολ’μέν’».
ξεκρούζω (ρ.) = ξεσκάζω, ξεδίνω.
ξεπροβοδώ (ρ.) = αποχαιρετώ.
ξιβουτανίζω (ρ.) = καθαρίζω τα αγριόχορτα.
ξιβουτάν’σμα (το) (ουσ.) = το καθάρισμα του χωραφιού από τα αγριόχορτα.
ξώλυτος (ο) (μτχ.) = λυμένος, χωρίς δέσιμο μτφ. ελεύθερος, ανεξάρτητος.
Ο
ούρλιακας (επίθ.) = βλάκας.
ουρλιούμαι (ρ.) = ουρλιάζω.
ορτώνω (ρ.) = μαθαίνω γρήγορα, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, π.χ. «Διαβάζ’ πολύ, αλλά δεν ορτών’ ντηπ».
ούρδα (η) (ουσ.) = η μυτζήθρα.
όχτος (ο) (ουσ.) = κατηφορική όχθη ποταμού.
ουρλιούμαι (ρ.) = ουρλιάζω.
ορτώνω (ρ.) = μαθαίνω γρήγορα, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, π.χ. «Διαβάζ’ πολύ, αλλά δεν ορτών’ ντηπ».
ούρδα (η) (ουσ.) = η μυτζήθρα.
όχτος (ο) (ουσ.) = κατηφορική όχθη ποταμού.
Π
παραδάγκαλο (το) (ουσ.) = το εξόγκωμα, τα καρούμπαλο, αλλά όχι στο κεφάλι, το οποίο ονομάζεται τσόκανος.
παραμαζεύω ή παραμαζώνω (ρ.) = σκοντάφτω σε κάτι, παρασύρω κατά λάθος κάποιο αντικείμενο.
παραπλαλάω (ρ.) = παραπατώ τρέχοντας.
παρασκάρ’ (το) (ουσ.) = το νυχτερινό βόσκημα κοπαδιού.
παραχώνω (ρ.) = θάβω, καλύπτω με χώμα.
πατσί (το) (ουσ.) = το κεφάλι.
πατσούκας (ο) (επίθ.) = ο κεφάλας.
παραπλαλάω (ρ.) = παραπατώ τρέχοντας.
παρασκάρ’ (το) (ουσ.) = το νυχτερινό βόσκημα κοπαδιού.
παραχώνω (ρ.) = θάβω, καλύπτω με χώμα.
πατσί (το) (ουσ.) = το κεφάλι.
πατσούκας (ο) (επίθ.) = ο κεφάλας.
περδικλιάρ’ς (ο) (επίθ.) = ο ανισόρροπος, ο επιπόλαιος, ο άβνταλος.
περδίκλωμα (το) (ουσ.) = το παραμάζεμα.
περδικλώνω (ρ.) = παραμαζεύω, σκοντάφτω.
περιλαβαίνω (ρ.) = περιέχω μτφ. καταπιάνομαι, π.χ. «Σα σι πιριλάβου μι του σκουπόξ’λου, θα σι πω ιγώ».
πεταρίζω (ρ.) = χτυπώ τα φτερά.
πιπιλιά (η) (ουσ.) = η στάχτη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη παιπάλη.
πιράτ’ (το) (ουσ.) = βαρύς ξύλινος ή σιδερένιος σύρτης που έμπαινε στις παλιές πόρτες για ασφάλεια.
πλακερ(ι)ές (οι) (ουσ.) = Επίπεδες σχιστολιθικές πέτρες, που ύστερα από επεξεργασία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των σκεπών.
περδίκλωμα (το) (ουσ.) = το παραμάζεμα.
περδικλώνω (ρ.) = παραμαζεύω, σκοντάφτω.
περιλαβαίνω (ρ.) = περιέχω μτφ. καταπιάνομαι, π.χ. «Σα σι πιριλάβου μι του σκουπόξ’λου, θα σι πω ιγώ».
πεταρίζω (ρ.) = χτυπώ τα φτερά.
πιπιλιά (η) (ουσ.) = η στάχτη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη παιπάλη.
πιράτ’ (το) (ουσ.) = βαρύς ξύλινος ή σιδερένιος σύρτης που έμπαινε στις παλιές πόρτες για ασφάλεια.
πλακερ(ι)ές (οι) (ουσ.) = Επίπεδες σχιστολιθικές πέτρες, που ύστερα από επεξεργασία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των σκεπών.
πλαλάω (ρ.) = τρέχω.
πλάλημα (το) (ουσ.) = το τρέξιμο.
πλατσουρίζω (ρ.) = κολυμπώ μεσ’ το νερό.
πλατσούρισμα (το) (ουσ.) = το κολύμπι.
πορεύω (ρ.) = ζω, επιβιώνω.
πουρτσάδ’ (το)(ουσ.) = το μικρό αρνί.
πρέκνα (η) (ουσ.) = η ακμή, τα σπυράκια.
πλάλημα (το) (ουσ.) = το τρέξιμο.
πλατσουρίζω (ρ.) = κολυμπώ μεσ’ το νερό.
πλατσούρισμα (το) (ουσ.) = το κολύμπι.
πορεύω (ρ.) = ζω, επιβιώνω.
πουρτσάδ’ (το)(ουσ.) = το μικρό αρνί.
πρέκνα (η) (ουσ.) = η ακμή, τα σπυράκια.
πρεκνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο σπυριάρης.
προμ’θεύω (ρ.) = συμβουλεύω, παροτρύνω.
προσάναμμα (το) (ουσ.) = ύλη που χρησιμεύει για το άναμμα της φωτιάς.
προυτσίζω (ρ.) = βατεύω, έρχομαι σε συνουσία (μόνο για ζώα).
προφταίνω (ρ.) = προλαβαίνω, προκάμω.
πρόφταση (η) (ουσ.) = η επάρκεια σε χρόνο.
προμ’θεύω (ρ.) = συμβουλεύω, παροτρύνω.
προσάναμμα (το) (ουσ.) = ύλη που χρησιμεύει για το άναμμα της φωτιάς.
προυτσίζω (ρ.) = βατεύω, έρχομαι σε συνουσία (μόνο για ζώα).
προφταίνω (ρ.) = προλαβαίνω, προκάμω.
πρόφταση (η) (ουσ.) = η επάρκεια σε χρόνο.
Ρ
ραγανίζω (ρ.) = ψιθυρίζω γκρινιάζω.
ραχάτ’ (το) (ουσ.) = η ανάπαυλα η τεμπελιά.
ρυπιτίγγος (ο) (επίθ.) = ο φοβητσιάρης.
ροβολάω (ρ.) = κατρακυλώ, πέφτω.
ρόγαλος (ο) (ουσ.) = η αράχνη.
ρ(ου)μάνι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πυκνό δάσος, λόγγος.
ραχάτ’ (το) (ουσ.) = η ανάπαυλα η τεμπελιά.
ρυπιτίγγος (ο) (επίθ.) = ο φοβητσιάρης.
ροβολάω (ρ.) = κατρακυλώ, πέφτω.
ρόγαλος (ο) (ουσ.) = η αράχνη.
ρ(ου)μάνι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πυκνό δάσος, λόγγος.
Σ
σαβουριάρ(η)ς (ο) (επίθ. ξ.λ.) = άχρηστος, τεμπέλης βρώμικος, κουρελής.
σακατεύομαι (ρ. ξ.λ. τούρ.) = μένω σακάτης, ανάπηρος μτφ. κουράζομαι, π.χ. «Σακατεύ’κα στου χουράφ’ απόψι».
σακατ’λίκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η αναπηρία μτφ. η κούραση.
σαλντώ (ρ.) = πετάω, ξεφορτώνομαι, π.χ. «Θα τα σαλντίξου όλα απού καταΐ κι θα του τ’νάξου για την πόλ’».
σαλταπ’δώ (ρ.) = πηδώ από το ένα μέρος στο άλλο.
σάματι (σύνδ.) = σάμπως.
σβάνα (η) (ουσ.) = πήλινο ανοιχτό δοχείο με χερούλια στις άκρες.
σβαρνιάρ(η)ς (ο) (επιθ ξ.λ. σλάβ.) = αυτός που σέρνει τα πόδια του, βαριεστημένος, τεμπέλης.
σβαρνίζω (ρ. ξ.λ.) = σέρνω, κατρακυλώ κάποιο αντικείμενο.
σδαυλίζω (ρ.) = ανακατεύω τη φωτιά με ξύλο.
σδαύλιστρο (το) (ουσ.) = ξύλο για το ανακάτεμα της φωτιάς.
σικλέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. αράβ.) = η ενόχληση ο πόνος, η δυσφορία.
σκανιάζω (ρ.) = σκάνω, θυμώνω,
σκαπετώ (ρ. ξ.λ. βλάχ. scapitu = καταπίνω) = χάνομαι από το ορατό πεδίο, π.χ. «Τα γίδια σκαπέτ’σαν ‘πού πίσ’ απ’ του β’νό».
σκράμπα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βρώμα, η λέρα το κακάδι πληγής.
σκραμπιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης.
σκρόπιος (ο) (ουσ.) = ο σκόρπιος
σκροποχώρ’ (το) (ουσ.) = το αραιοκατοικημένο χωριό μτφ. δηλώνει την ανοργανωσιά ή διάλυση, π.χ. «Ένας απού δω, άλλος απου ‘κει, ντιπ σκροποχώρ’ έγινάμι».
σ'μά (επίρ. τοπ.) = κοντά.
σακατεύομαι (ρ. ξ.λ. τούρ.) = μένω σακάτης, ανάπηρος μτφ. κουράζομαι, π.χ. «Σακατεύ’κα στου χουράφ’ απόψι».
σακατ’λίκ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = η αναπηρία μτφ. η κούραση.
σαλντώ (ρ.) = πετάω, ξεφορτώνομαι, π.χ. «Θα τα σαλντίξου όλα απού καταΐ κι θα του τ’νάξου για την πόλ’».
σαλταπ’δώ (ρ.) = πηδώ από το ένα μέρος στο άλλο.
σάματι (σύνδ.) = σάμπως.
σβάνα (η) (ουσ.) = πήλινο ανοιχτό δοχείο με χερούλια στις άκρες.
σβαρνιάρ(η)ς (ο) (επιθ ξ.λ. σλάβ.) = αυτός που σέρνει τα πόδια του, βαριεστημένος, τεμπέλης.
σβαρνίζω (ρ. ξ.λ.) = σέρνω, κατρακυλώ κάποιο αντικείμενο.
σδαυλίζω (ρ.) = ανακατεύω τη φωτιά με ξύλο.
σδαύλιστρο (το) (ουσ.) = ξύλο για το ανακάτεμα της φωτιάς.
σικλέτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. αράβ.) = η ενόχληση ο πόνος, η δυσφορία.
σκανιάζω (ρ.) = σκάνω, θυμώνω,
σκαπετώ (ρ. ξ.λ. βλάχ. scapitu = καταπίνω) = χάνομαι από το ορατό πεδίο, π.χ. «Τα γίδια σκαπέτ’σαν ‘πού πίσ’ απ’ του β’νό».
σκράμπα (η) (ουσ. ξ.λ. βλάχ.) = η βρώμα, η λέρα το κακάδι πληγής.
σκραμπιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης.
σκρόπιος (ο) (ουσ.) = ο σκόρπιος
σκροποχώρ’ (το) (ουσ.) = το αραιοκατοικημένο χωριό μτφ. δηλώνει την ανοργανωσιά ή διάλυση, π.χ. «Ένας απού δω, άλλος απου ‘κει, ντιπ σκροποχώρ’ έγινάμι».
σ'μά (επίρ. τοπ.) = κοντά.
σ’μαλίζω (ρ.) = κάνω ελαφρύ θόρυβο, π.χ. «Κάτι σ’μαλίζ’ μες στα χουρτάρια».
σμίξ’ (η) (ουσ.) = το σημείο ένωσης δύο ποταμών. Προέρχεται από το αρχαίω ελληνικό συν + μείγνυμι.
σ'νι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί, που χρησιμοποιούνταν για το ψήσιμο πίτας κτλ.
σμίξ’ (η) (ουσ.) = το σημείο ένωσης δύο ποταμών. Προέρχεται από το αρχαίω ελληνικό συν + μείγνυμι.
σ'νι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί, που χρησιμοποιούνταν για το ψήσιμο πίτας κτλ.
σομπουρεύω (ρ.) = κουτσομπολεύω, σχολιάζω.
σόμπουρο (το) (ουσ.) = το κουτσομπολιό.
σουρλάς (ο) (ουσ.) = η μουσούδα, η μούρη.
σουρτουκεύω (ρ.) = αλητεύω μτφ. κάνω βόλτες.
σουρτούκω (η) (επίθ.) = αλήτισσα μτφ. αυτή που γυρίζει από σπίτι σε σπίτι.
σταλίζω (ρ.) = ξεκουράζομαι (μόνο για ζώα).
στάλισμα (το) (ουσ.) = η ανάπαυση των ζώων, συνήθως σε σκιερό μέρος.
σταυρώνω (ρ.) = συναντώ, πετυχαίνω.
σόμπουρο (το) (ουσ.) = το κουτσομπολιό.
σουρλάς (ο) (ουσ.) = η μουσούδα, η μούρη.
σουρτουκεύω (ρ.) = αλητεύω μτφ. κάνω βόλτες.
σουρτούκω (η) (επίθ.) = αλήτισσα μτφ. αυτή που γυρίζει από σπίτι σε σπίτι.
σταλίζω (ρ.) = ξεκουράζομαι (μόνο για ζώα).
στάλισμα (το) (ουσ.) = η ανάπαυση των ζώων, συνήθως σε σκιερό μέρος.
σταυρώνω (ρ.) = συναντώ, πετυχαίνω.
στείρια (η) (επίθ.) = που δεν βγάζει γάλα. Αναφέρεται συνήθως σε κατσίκες.
στενούρα (η) (ουσ.) = το μικρό δρομάκι, το στενό.
στραμπ’λίγομαι (ρ.) = κουνιέμαι μτφ. διαμαρτύρομαι.
συνάμα (επίρ. τροπ.) = συγχρόνως.
συνερίζω (ρ.) = παίρνω για σοβαρά τα λόγια κάποιου και τον κακίζω.
σφραΐδ’ (το) (ουσ.) = η σφραγίδα που χρησιμοποιούνταν για το σφράγισμα των προσφόρων που πήγαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία.
στενούρα (η) (ουσ.) = το μικρό δρομάκι, το στενό.
στραμπ’λίγομαι (ρ.) = κουνιέμαι μτφ. διαμαρτύρομαι.
συνάμα (επίρ. τροπ.) = συγχρόνως.
συνερίζω (ρ.) = παίρνω για σοβαρά τα λόγια κάποιου και τον κακίζω.
σφραΐδ’ (το) (ουσ.) = η σφραγίδα που χρησιμοποιούνταν για το σφράγισμα των προσφόρων που πήγαιναν οι γυναίκες στην εκκλησία.
σχολνώ (ρ.) = σταματάω, τελειώνω, π.χ. «Σχόλασι του σχουλείου».
Τ
τάζω (ρ.) = υπόσχομαι, δίνω το λόγο μου.
τάξ’μο (ουσ.) = υπόσχεση, τάξιμο, π.χ. «Εμ τάξ’μο, εμ φκιάσ’μο;».
ταμάχ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πλεονεξία, απληστία.
ταμαχ(κ)ιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο πλεονέκτης, ο άπληστος, ο αχόρταγος.
τανύζω (ρ.) = τεντώνω, απλώνω διάπλατα.
τάν(υ)σμα (ουσ.) = τέντωμα, άπλωμα.
τάξ’μο (ουσ.) = υπόσχεση, τάξιμο, π.χ. «Εμ τάξ’μο, εμ φκιάσ’μο;».
ταμάχ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = πλεονεξία, απληστία.
ταμαχ(κ)ιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο πλεονέκτης, ο άπληστος, ο αχόρταγος.
τανύζω (ρ.) = τεντώνω, απλώνω διάπλατα.
τάν(υ)σμα (ουσ.) = τέντωμα, άπλωμα.
τζαλιάζω (ρ.) = ζουλώ, πατάω.
τζιούκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. zucca = κεφαλή, κορυφή) = μέρος ψηλο, εξογκωμένος λόφος. Η λέξη συναντάται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες και διαλέκτους της βαλκανικής (σέρβ. zuca, αλβ. cukë, βουλγ. cuka, βλάχ. cuka).
τ’λούπα (η) (ουσ.) = μια αγκαλιά λαναρισμένο μαλλί που δένεται στη ρόκα για γνέσιμο μτφ. μεγάλη νιφάδα χιονιού.
τουλπάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = λεπτό βαμβακερό ύφασμα, που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σαν κεφαλόδεσμος φακιόλι, τσεμπέρι.
τρανεύω (ρ.) = μεγαλώνω, γίνομαι τρανός μτφ. ψηλώνω.
τσαγνίζω (ρ.) = γαβγίζω λυπημένα μτφ. γκρινιάζω.
τσάγνισμα (το) (ουσ.) = το γάβγισμα η γκρίνια.
τσάζω (ρ.) = ψάχνω, ζητάω π.χ. «Ούλνοι τσάζ’ν για δ’λειά τη σήμερον ημέρα.».
τσαΐρι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ. çayir = λιβάδι) = το λιβάδι.
τσακμακάω (ρ. ξ.λ. τούρ.) = ανάβω μτφ. παίρνω μπροστά, λειτουργώ.
τσακμακόπετρα (η) (ουσ.) = πέτρα που κατά την κρούση βγάζει σπινθήρες.
τσαλιά (τα) (ουσ.) = ακανθώδεις θάμνοι.
τσαντίλα (η) (ουσ.) = μαντήλι που χρησιμοποιούνταν για το φιλτράρισμα του γάλακτος για την παραγωγή τυριού.
τσασίτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = είδος, ποικιλία, κατηγορία.
τσατάλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πιρούνι, αιχμηρό κυρτό σίδερο, γάντζος.
τσατ’μάς (ο) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά ξύλα.
τσικνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης, αυτός που αναδίδει άσχημη μυρωδιά.
τσίλα (η) (ουσ.) = η ευκοίλια.
τσιμπίδ’ (το) (ουσ.) = η λαβίδα ή τσιμπίδα που ανακατεύουμε τα κάρβουνα.
τσιμπλιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο ακάθαρτος στα μάτια.
τσιουτσούδα (επίρ. ποσ.) = πολύ λίγο, ελάχιστα.
τσιπράγκαλα (τα) (ουσ.) = αντικείμενα μικρής αξίας.
τσ’λιούμαι (ρ.) = με πιάνει κόψιμο, ευκοίλια μτφ. φοβάμαι πολύ.
τσ’νώ (ρ.) = κλωτσώ μτφ. διαμαρτύρομαι.
τσόκανος (ο) (ουσ.) = το καρούμπαλο.
τζιούκα (η) (ουσ. ξ.λ. λατ. zucca = κεφαλή, κορυφή) = μέρος ψηλο, εξογκωμένος λόφος. Η λέξη συναντάται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες και διαλέκτους της βαλκανικής (σέρβ. zuca, αλβ. cukë, βουλγ. cuka, βλάχ. cuka).
τ’λούπα (η) (ουσ.) = μια αγκαλιά λαναρισμένο μαλλί που δένεται στη ρόκα για γνέσιμο μτφ. μεγάλη νιφάδα χιονιού.
τουλπάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = λεπτό βαμβακερό ύφασμα, που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σαν κεφαλόδεσμος φακιόλι, τσεμπέρι.
τρανεύω (ρ.) = μεγαλώνω, γίνομαι τρανός μτφ. ψηλώνω.
τσαγνίζω (ρ.) = γαβγίζω λυπημένα μτφ. γκρινιάζω.
τσάγνισμα (το) (ουσ.) = το γάβγισμα η γκρίνια.
τσάζω (ρ.) = ψάχνω, ζητάω π.χ. «Ούλνοι τσάζ’ν για δ’λειά τη σήμερον ημέρα.».
τσαΐρι (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ. çayir = λιβάδι) = το λιβάδι.
τσακμακάω (ρ. ξ.λ. τούρ.) = ανάβω μτφ. παίρνω μπροστά, λειτουργώ.
τσακμακόπετρα (η) (ουσ.) = πέτρα που κατά την κρούση βγάζει σπινθήρες.
τσαλιά (τα) (ουσ.) = ακανθώδεις θάμνοι.
τσαντίλα (η) (ουσ.) = μαντήλι που χρησιμοποιούνταν για το φιλτράρισμα του γάλακτος για την παραγωγή τυριού.
τσασίτ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = είδος, ποικιλία, κατηγορία.
τσατάλ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = το πιρούνι, αιχμηρό κυρτό σίδερο, γάντζος.
τσατ’μάς (ο) (ουσ.) = εσωτερικό ντουβάρι σπιτιού, φτιαγμένο από πλεχτά ξύλα.
τσικνιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = βρομιάρης, αυτός που αναδίδει άσχημη μυρωδιά.
τσίλα (η) (ουσ.) = η ευκοίλια.
τσιμπίδ’ (το) (ουσ.) = η λαβίδα ή τσιμπίδα που ανακατεύουμε τα κάρβουνα.
τσιμπλιάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = ο ακάθαρτος στα μάτια.
τσιουτσούδα (επίρ. ποσ.) = πολύ λίγο, ελάχιστα.
τσιπράγκαλα (τα) (ουσ.) = αντικείμενα μικρής αξίας.
τσ’λιούμαι (ρ.) = με πιάνει κόψιμο, ευκοίλια μτφ. φοβάμαι πολύ.
τσ’νώ (ρ.) = κλωτσώ μτφ. διαμαρτύρομαι.
τσόκανος (ο) (ουσ.) = το καρούμπαλο.
τσουκανίζω (ρ.) = πελεκώ σκαλίζω μτφ. περνώ την ώρα μου.
τσουκάνισμα (το) (ουσ.) = το πελέκημα, το χτύπημα.
τσουλνάρα (η) (ουσ. ξ.λ αρβ.) = η βρύση μτφ. η μεγάλη ροή υγρού, π.χ. «Το αίμα έτρεχε τσουλνάρα».
τσουμπαλάκια (τα) (ουσ.) = οι κωλοτούμπες, το παραπάτημα, π.χ. «Ήπιε πουλύ κι έκανι στου δρόμου τσουμπαλάκια».
τσουμπάν’ς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο βοσκός.
τσουτσούλ(η)ς (ο) (επίθ.) = σχολαστικός.
τσουκάνισμα (το) (ουσ.) = το πελέκημα, το χτύπημα.
τσουλνάρα (η) (ουσ. ξ.λ αρβ.) = η βρύση μτφ. η μεγάλη ροή υγρού, π.χ. «Το αίμα έτρεχε τσουλνάρα».
τσουμπαλάκια (τα) (ουσ.) = οι κωλοτούμπες, το παραπάτημα, π.χ. «Ήπιε πουλύ κι έκανι στου δρόμου τσουμπαλάκια».
τσουμπάν’ς (ο) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ο βοσκός.
τσουτσούλ(η)ς (ο) (επίθ.) = σχολαστικός.
Υ
Φ
φετισ’νός (ο) (επίθ.) = φετινός.
φιδαρίκα ή φιδαρίκος (η) (ουσ.) = το μεγάλο φίδι.
φιδαρίκα ή φιδαρίκος (η) (ουσ.) = το μεγάλο φίδι.
φιλεύω (ρ.) = ταίζω κάποιον φιλοξενώ.
φουλτάκα (η) (ουσ.) = σπυράκι με πύο, φλεγμονή, π.χ. «Τσάκουσα μια τσουκνίδα κι γιόμωσα φουλτάκις».
φούρκα (η) (ουσ.) = ξύλινο δίχαλο, για τη στερέωση υπερφορτωμένων κλαδιών δέντρων κατά τη διάρκεια της καρποφορίας.
φούρλα (η) (ουσ.) = στροφή γύρος.
φουρλαντώ (ρ.) = πετώ, αποχωρίζομαι, ξεφορτώνομαι.
φουρλάντ’μα (το) (ουσ.) = το πέταμα, το ξεφόρτωμα.
φτουρακάω (ρ.) = χτυπάω τα φτερά δυνατά.
φτουράω (ρ.) = διαρκώ πολύ, βαστώ, επαρκώ τελειώνω μια ενασχόληση γρήγορα, π.χ. «Φτουρούσι η δ’λειά και σχόλασάμι γρήγουρα».
φυσοκοπάω (ρ.) = φυσάω δυνατά, μανιασμένα.
φουλτάκα (η) (ουσ.) = σπυράκι με πύο, φλεγμονή, π.χ. «Τσάκουσα μια τσουκνίδα κι γιόμωσα φουλτάκις».
φούρκα (η) (ουσ.) = ξύλινο δίχαλο, για τη στερέωση υπερφορτωμένων κλαδιών δέντρων κατά τη διάρκεια της καρποφορίας.
φούρλα (η) (ουσ.) = στροφή γύρος.
φουρλαντώ (ρ.) = πετώ, αποχωρίζομαι, ξεφορτώνομαι.
φουρλάντ’μα (το) (ουσ.) = το πέταμα, το ξεφόρτωμα.
φτουρακάω (ρ.) = χτυπάω τα φτερά δυνατά.
φτουράω (ρ.) = διαρκώ πολύ, βαστώ, επαρκώ τελειώνω μια ενασχόληση γρήγορα, π.χ. «Φτουρούσι η δ’λειά και σχόλασάμι γρήγουρα».
φυσοκοπάω (ρ.) = φυσάω δυνατά, μανιασμένα.
Χ
χαζοπάτσ’ (το) (ουσ.) = μτφ. ο βλάκας, ο χαζός, ο απερίσκεπτος.
χαϊβάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ζώο μτφ. βλάκας, κορόιδο.
χαΐρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = κέρδος, απολαβές, π.χ. «Αυτή η δ’λειά δεν έχ’ χαΐρ’».
χαλιάπα (η) (επίθ.) = πρόστυχη μτφ. αφελής.
χαραή (η) (ουσ.) = χαραυγή, ξημέρωμα, π.χ. «Αυτός σ’κώνεται από τ’ς χαραές κι πααίν’ στου χουράφ’».
χολνάω ή χολιάζω (ρ.) = θυμώνω, οργίζομαι, κρατάω κακία σε κάποιον.
χουνέρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = απάτη πάθημα.
χουχλακάω (ρ.) = κοχλάζω, βράζω.
χουχούτ(η)μα (το) (ουσ.) = η αποδοκιμασία, το μάλωμα.
χουχ(ου)τώ (ρ.) = αποδοκιμάζω, γιουχάρω, φωνάζω δυνατά.
χοχλάκα (η) (ουσ.) = μεγάλη πέτρα, κοτρόνα. Προέρχεται πιθανόν από την αρχαία λέξη κόχλαξ.
χρέμ’ (το) (ουσ.) = είδος μικρού χαλιού.
χρεόστομος (ο) (επίθ.) = αχρειόστομος, αισχρολόγος.
χωλιέρα (η) (ουσ.) = η κακόψυχη γυναίκα, μέγαιρα.
χαϊβάν’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = ζώο μτφ. βλάκας, κορόιδο.
χαΐρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = κέρδος, απολαβές, π.χ. «Αυτή η δ’λειά δεν έχ’ χαΐρ’».
χαλιάπα (η) (επίθ.) = πρόστυχη μτφ. αφελής.
χαραή (η) (ουσ.) = χαραυγή, ξημέρωμα, π.χ. «Αυτός σ’κώνεται από τ’ς χαραές κι πααίν’ στου χουράφ’».
χολνάω ή χολιάζω (ρ.) = θυμώνω, οργίζομαι, κρατάω κακία σε κάποιον.
χουνέρ’ (το) (ουσ. ξ.λ. τούρ.) = απάτη πάθημα.
χουχλακάω (ρ.) = κοχλάζω, βράζω.
χουχούτ(η)μα (το) (ουσ.) = η αποδοκιμασία, το μάλωμα.
χουχ(ου)τώ (ρ.) = αποδοκιμάζω, γιουχάρω, φωνάζω δυνατά.
χοχλάκα (η) (ουσ.) = μεγάλη πέτρα, κοτρόνα. Προέρχεται πιθανόν από την αρχαία λέξη κόχλαξ.
χρέμ’ (το) (ουσ.) = είδος μικρού χαλιού.
χρεόστομος (ο) (επίθ.) = αχρειόστομος, αισχρολόγος.
χωλιέρα (η) (ουσ.) = η κακόψυχη γυναίκα, μέγαιρα.
Ψ
ψουριάρ(η)ς (ο) (επίθ.) = αυτός που έχει ψείρες μτφ. ο τελειομανής.
Ω
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)