Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη (Ολύνθιο) ποταμό να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 17 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

1/12/10

Το παλιό προσκυνητάρι στον Αη-Γιώργη

22/11/10

Ο Αστέριος Ν. Μακρής (1914 - 1952)

Στη φωτογραφία διακρίνεται ο Αστέριος Νικ. Μακρής (1914 - 1952) με στολή υπαξιωματικού. Η φωτογραφία παραχωρήθηκε φιλικά από την Νικολέττα-Στέλλα Βαρσαμίδου, εγγονή του εικονιζόμενου.

15/11/10

Κατασκευή οδού Γαλάτιστας - Ρεσετνικίων (1920)

Εφημερίδα: Μακεδονία
Τεύχος: 3040
Ημερομηνία: 24 Ιουλίου 1920
Η κατασκευή της οδού Γαλατίστης - Ρεσιτνικείων καρκινοβατεί. Το μέχρι σήμερον κατασκευασθέν τμήμα δεν υπερβαίνει ούτε φθάνει ίσως τα τρία χιλιόμετρα. Και τούτο διότι ο εργολάβος διαθέτει ελαχίστους εργάτας. Με την βραδύτητα αυτήν αι εργασίαι ημπορούν να παραταθούν επί έτη και όταν κατασκευάζωνται τα τελευταία χιλιόμετρα της οδού αυτής θα έχουν ασφαλώς καταστραφή τα προηγούμενα.
Εξ άλλου δεν ήτο δυνατόν να γίνη η οδός αυτή ολίγον πλατυτέρα ούτως ώστε να διαβαίνουν χωρίς κίνδυνον δύο διασταυρούμενα αυτοκίνητα;

27/10/10

Το Έπος του 40' μέσα από το Αρχείο της ΕΡΤ


(Κάντε κλικ επάνω στον σύνδεσμο για να δείτε το οπτικό ντοκουμέντο)

9/9/10

Πώληση του τσιφλικιού Ρεσιτνικίων στους κατοίκους του (1846)

Στην παρούσα ανάρτηση θα παρουσιάσουμε άλλα δύο πολύ σημαντικά έγγραφα του μεταφραστικού γραφείου του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που φυλάσονται στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χωριό μας. Αναφέρονται στην πώληση του τσιφλικιού Ρεσιτνικίων (σημερινού Αγίου Προδρόμου) από την τελευταία του ιδιοκτήτρια Σαρούλα σε μια επιτροπή Αγιοπροδρομιτών εν έτει 1846.

Τα έγγραφα, τα οποία θα αναλυθούν στη συνέχεια, είναι τα εξής:

11 Ιουνίου 1927.

Ημείς ο Ιεροδικαστής (Ναΐπης) της περιφερείας Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Μετζίτ επιβεβαιούμεν και επικυρούμεν ότι:

Η εκ των κατοίκων της πόλεως Θεσσαλονίκης συνοικίας Μάλτας γνωστής ταυτότητος Σαρούλα κόρη Τζιώρτζη χριστιανή το δόγμα, δια του νομίμου πληρεξουσίου αυτής, συζύγου κυρίου Γκούχα Αληζέ Φήλιξ, προστατευομένου ξένου υπηκόου, πιστοποιουμένης της πληρεξουσιότητος αυτού δια των μαρτυρικών καταθέσεων του χότζα Κεμάλ υιού [] και Μάρκου Ιωάννου και εξουσιοδοτημένου όπως βεβαιώση την ενώπιον του ιεροδικαστηρίου ημών δήλωσιν και ομολογίαν πωλήσεως και οι εκ των κατοίκων του τσιφλικίου Ρεσετνίκι των εν τη περιφερεία του τμήματος Παζαρούδας κειμένου, Ιωάννης υιός Εμμανουήλ, Δημήτριος υιός Ευθυμίου, Ζαχαρίας υιός Αυγερινού, Σταύρος υιός Ναούμη, Κωνσταντίνος υιός Μόσχου και Παπαγιάννης υιός Μαυρουδή παρόντος και του πληρεξουσίου αυτών κυρίου Πρασακάκη Εμμανουήλ προστατευομένου ξένου υπηκόου έχοντος νόμιμον εξουσιοδότησιν της δηλώσεως της αποδοχής της αγοράς, εμφανισθέντες ενώπιον εμού εις το Ιεροδικαστήριον εδήλωσαν και ωμολόγησαν ότι η ως ανωτέρω ρηθείσα Σαρούλα, έχουσα δυνάμει ιερών επισήμων τίτλων υπό την άμεσον κατοχήν και κυριότητα αυτής, δύο διακεκριμένας οικίας (Πεϊζίκ) και κάτωθι αυτών δύο σταύλους (αχούρια) και ωρισμένης εκτάσεως αυλήν, πεντήκοντα πέντε αγροτικά οικήματα, μίαν αχυρώνα, ένα υδρόμυλον και χιλίας διακοσίας ρίζας συκομωρέας κειμένας εντός της περιφερείας του ως ανωτέρω μνημονευομένου τσιφλικίου, ελεύθερα παντός βάρους και υποχρεώσεως, πωλεί ταύτα συνεταιρικώς και εξίσου εις τους ανωτέρω ειρημένους αγοραστάς αντί αξίας γροσίων τριάκοντα έξ χιλιάδων, οι δε ρηθέντες αγορασταί εδήλωσαν ότι αποδέχονται την αγοράν των ως ανωτέρω περιγραφομένων οικημάτων και λοιπών κτημάτων, συνάμα δε η ρηθείσα πωλήτρια έχουσα υπό την άμεσον κατοχήν και κυριότητα αυτής τας εντός της περιφερείας των συνόρων του ρηθέντος τσιφλικίου Ρεσετνίκι κειμένας και δυνάμει αδείας του Δημοσίου εξουσιαζομένας γαίας ελευθέρας πάσης υποχρεώσεως πωλεί ταύτας εις τους ως ανωτέρω ειρημένους αγοραστάς αντί τιμήματος γροσίων τριάκοντα έξ χιλιάδων οι δε αγορασταί εδήλωσαν ότι εδέχθησαν την αγοράν και την επ’ ονόματι αυτών μεταγραφήν και εμέτρησαν την αξίαν και το τίμημα των ως ανωτέρω γεγραμμένων οικοδομημάτων, γαιών και λοιπών κτημάτων, ανερχομένων εν συνόλω εις γρόσια εβδομήκοντα δύο χιλιάδας άτινα εμέτρησαν ως ερρέθη σώα και ανελλειπή οι ρηθέντες αγορασταί και παρήλαβεν η ρηθείσα πωλήτρια Σαρούλα, και ούτως απεκδυθείσα η ρηθείσα πωλήτρια Σαρούλα, παντός επί των ανωτέρω περιγραφομένων οικοδομημάτων, κτημάτων και γαιών, δικαιώματος κυριότητος και κατοχής, απεκατέστησε τελείους κυρίους και κατόχους αυτών, τους ειρημένους αγοραστάς, Ιωάννην, Δημήτριον, Ζαχαρίαν, Σταυράκην, Κωνσταντίνον και Παπαγιάννην, οίτινες του λοιπού δικαιούνται να διακατέχωσι, νέμωνται και εξουσιάζουσι το ως ανωτέρω περιγραφόμενον αγρόκτημα (τσιφλίκι) με τα οικοδομήματα και γαίας αυτού. Εφ’ ω συνταχθέν το παρόν έγγραφον και αναγνωσθέν ενώπιον των συμβαλλομένων, πληρεξουσίων αυτών και των παρόντων ως κατωτέρω γεγραμμένων μαρτύρων, επικυρούται νομίμως παρ’ ημών σήμερον την δεκάτην ενάτην μηνός Τζεμάζη ουλ-αχήρ και έτους χιλιοστού διακοσιοστού εξηκοστού δευτέρου ελληνιστί 1846. Οι παρόντες μάρτυρες Μουφτή Ναΐπη Αβδούλ-καδήρ, Γραμματεύς Ναΐμ, Γραμματεύς χασάν χιλμίδ, Γραμματεύς Αλής και Αρχικλητήρ Τσιχατζήμπαση Κασήμ.

ο Ερμηνευτής
Γ. Καζάνης

-----------------------------------------------------------------------------------------------

13/100 – 8 Ιουνίου 1927.

Εντός της περιφέρειας της Διοικήσεως (Σαντζάκι) Θεσσαλονίκης του διαμερίσματος Παζαρούδας, κείμενον και με τα γνωστά σύνορα, συνορευόμενον τσιφλίκι Ρεσετνίκι μαζί με τους περιεχομένους καλλιεργησίμους και μη καλλιεργησίμους αγρούς, χειμερινήν βοσκήν (Κισλά), θερινήν βοσκήν (Γιαζλά), λιβάδια (τσαΐρια) και λοιπήν ακαλλιέργητον έκτασιν, η κάτοχος και ιδιοκτήτρια του τσιφλικίου τούτου Σαρούλα, κόρη Τζώρτζη, χριστιανή στο δόγμα και κάτοικος Θεσσαλονίκης, συνοικία Μάλτα, αντιπροσωπευόμενη νομίμως δια του συζύγου αυτής, κυρίου Γκούλα Αλιζέ Φήλιξ, προστατευομένου ξένου υπηκόου, επιβεβαιουμένης της πληρεξουσιότητος αυτού δια των μαρτυρικών καταθέσεων του χότζα Κεμάλ, υιού Μαρκάτου, και του Μάρκου Ιωάννου, οικεία βουλήσει επώλησε και παρεχώρησεν εις τους, Ιωάννην υιόν Εμμανουήλ, Δημήτριον υιόν Ευθυμίου, Ζάχαρην υιόν Αυγερινού, Σταύρον υιόν Ναούμη, Κωνσταντίνον υιόν Μόσχου και Παπαγιάννην υιόν Μαυρουδή, υπηκόους οθωμανούς κατοίκους του ειρημένου τσιφλικίου, αντί τριάκοντα έξ χιλιάδων γροσίων, οι δε ρηθέντες αγορασταί απεδέχθησαν την αγοράν και κατέβαλλον το τίμημα, ως αποδεικνύεται εκ του προσαχθέντος επισήμου ιεροδικαστικού εγγράφου (Χοτζέτι σεριέ). Συνωδά δε τω σχετικώ αυτοκρατορικώ διατάγματι οι ειρημένοι αγορασταί κατέβαλον εις το δημόσιον ταμείον Θεσσαλονίκης και το νόμιμον δικαίωμα μεταγραφής τρία τοις %. Όθεν το ειρημένον τσιφλίκι μαζί με τους αγρούς και ακαλλιέργηταις γαίαις, χειμερινήν βοσκήν (Κισλά), θερινήν βοσκή (Γιαζλά) και λιβάδια (τσαΐρια) νεμόμενοι και εξουσιάζοντες συνεταιρικώς θα έχουσι την υποχρέωσιν να καταβάλωσιν εις το Δημόσιον Ταμείον τον ετήσιον φόρον δεκάτης και λοιπούς νομίμους φόρους. Όπως δε οι ρηθέντες αγορασταί ακωλύτως νέμονται και εξουσιάζουσι το ειρημένον τσιφλίκι με τας ως ανωτέρω περιγραφομένας εκτάσεις, εγράφη και δίδοται εις χείρας αυτών ο παρών τίτλος ιδιοκτησίας ακινήτου (ταπουναμέ) τη 7 μηνός Ραμαζάν 1262=1846.

Τ.Σ. Αβδούλ-ραχμάν Ρασίτ.

Ο ερμηνεύς
Γ. Καζάνης


-----------------------------------------------------------------------------------------------

Πρόκειται λοιπόν για δύο πολύ σημαντικά έγγραφα. Όπως αναφέρεται, η Σαρούλα, κόρη του Τζώρτζη, χριστιανή στο δόγμα, η οποία κατοικούσε στην συνοικία Μάλτα της Θεσσαλονίκης, είχε στην κυριότητά της το τσιφλίκι Ρεσιτνικίων. Αυτό περιελάμβανε τις χειμερινές και θερινές βοσκές των ζώων, τσαΐρια και ακαλλιέργητες εκτάσεις, και εντός του χωριού, δύο διακεκριμένες οικίες με σταύλο στο ισόγειο και αυλή (προφανώς διώροφα σπίτια), 55 αγροτικά οικήματα (ίσως μονώροφα) στα οποία διέμεναν οι κάτοικοι και εργάτες του τσιφλικιού, μία αχυρώνα, ένας υδρόμυλος και 1200 συκομουριές (ασκαμνιές).

Το 1846, πληρεξουσιάζοντος του συζύγου της Γκούλα Αληζέ Φήλιξ, προστατευμένου (ξένου) υπηκόου, αποφασίζει να πουλήσει εξίσου το τσιφλίκι σε 6 κατοίκους του - παρόντος και του πληρεξούσιου αυτών Εμμανουήλ Πρασακάκη – στην τιμή των 72.000 γροσίων. Στο εξής οι κάτοικοι αυτοί μπορούν να νέμονται και εξουσιάζουν την περιοχή αυτή, με την υποχρέωση όμως να καταβάλλουν στην οθωμανική κυβέρνηση τον προβλεπόμενο φόρο της δεκάτης (το 10% της αγροτικής παραγωγής τους) και τους λοιπούς φόρους. Παρόντες στην αγοραπωλησία ήταν και 5 έγκριτοι Οθωμανοί πολίτες.

Στα έγγραφα αυτά, διασώζονται τα ονόματα των συμμετεχόντων στην αγοραπωλησία, η αναζήτηση της ταυτότητας των οποίων είναι μάλλον επιτακτική.

Αγοραστές του τσιφλικιού, όπως είπαμε, ήταν 6 κάτοικοι του τσιφλικιού Ρεσιτνικίων (Αγίου Προδρόμου), οι οποίοι, σύμφωνα με παράδοση που διασώζεται στο χωριό μας, αποτελούσαν επιτροπή όλων των κατοίκων του χωριού και “μιλούσαν” εκ μέρους τους. Πρόκειται μάλλον για τους αζάδες (κοινοτικούς συμβούλους) εκείνης της εποχής. Ο ένας μάλιστα από αυτούς ήταν ο παπάς του χωριού. Πρόκειται για τους Ιωάννη υιό Εμμανουήλ, Δημήτριος υιό Ευθυμίου, Ζαχαρία υιό Αυγερινού, Σταύρο υιός Ναούμη, Κωνσταντίνο υιό Μόσχου και Παπαγιάννη υιό Μαυρουδή. Δυστυχώς, με σιγουριά μπορούμε να ταυτίσουμε μόνο τους δύο. Ο ένας είναι ο Ιωάννης του Μανόλη. Πρόκειται για τον Ιωάννη Εμμ. Βατζιόλα, ο οποίος αναφέρεται και στα οθωμανικά αρχεία του 1873 (ως Γερογιάννης Μανόλη), αλλά και το 1858 ως αντιπρόσωπος της Ι.Μ. Σιμωνόπετρας στα Ρεσετνίκια (ως Ιωάννη του Μανόλη). Όσον αφορά τον Σταύρο του Ναούμη, υπάρχει επίσης μία αναφορά σε έγγραφο της Ι.Μ. Σιμωνόπετρας του 1850 – την οποία έχουμε παρουσιάσει παλαιότερα – για τον πρόεδρο (κοτζάμπαση) του χωριού Σταύρο το 1850. Πρόκειται για τον γενάρχη των οικογενειών Σταυρούδη και Μαυρογιάννη, ο οποίος ήρθε στον Άγιο Πρόδρομο από την Χότσιστα της επαρχίας Κορυτσάς, της Β. Ηπείρου.

Για τους υπόλοιπους δυστυχώς μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Ίσως στην συλλογική μνήμη να διασώζονται και τα στοιχεία των υπολοίπων, κάτι το οποίο θα έπρεπε να έρθει στο φως με την προσπάθεια όλων μας. Για οποιεσδήποτε επιπλέον πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.

Όσον αφορά τον πληρεξούσιο των κατοίκων Εμμανουήλ Πρασακάκη, μάλλον πρόκειται για μέλος της γνωστής και έγκριτης οικογένειας Πρασακάκη της Θεσσαλονίκης του 19ου αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταυτότητα της τελευταίας ιδιοκτήτριας του τσιφλικιού Σαρούλας και του συζύγου της Γκούχα Αληζέ Φήλιξ. Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, διέμενε στην Θεσσαλονίκη, στην συνοικία Μάλτα (Malta cedid), δηλαδή στον λεγόμενο Φραγκομαχαλά (όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Φράγκων). Ο πατέρας της ονομαζόταν Τζώρτζης και ήταν χριστιανή (ορθόδοξη) στο δόγμα. Ο άντρας της επίσης ήταν προστατευμένος υπήκοος, δηλαδή δεν ήταν Οθωμανός και είχε την υπηκοότητα μιας εκ των προστάτιδων δυτικών χωρών.

Εκ παραδόσεως το τσιφλίκι ανήκε σε μία Τουρκάλα, ίσως διότι η Σαρούλα ήταν οθωμανικής υπηκοότητας, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ταυτοποίηση της Σαρούλας με συγκεκριμένο άτομο, καθαρίζει το τοπίο. Πρόκειται για την Caroline Sarah Abbott (πιο γνωστή ως Σαρούλα Άββοτ), σύζυγο του Felix Lafont (Φήλιξ Λαφόντ). Αλλά ας αναφέρουμε λίγα λόγια για την οικογένεια Abbott (ή εξελληνισμένα Άββοτ), μιας εκ των πιο ονομαστών λεβαντίνικων οικογενειών της Θεσσαλονίκης.

Ο πρώτος Abbott που εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη είναι ο Άγγλος έμπορος Bartholomew Edward Abbott (1738 - 1817). Αυτός και η γυναίκα του – μια ελληνίδα της Σμύρνης – φτάνουν στην πόλη το 1771. Είχαν πολλά παιδιά, τα οποία γίνονται γνήσιοι Λεβαντίνοι, κάτω από την επιρροή της μητέρας τους. Γύρω στα 1780 ο B.E. Abbott παντρεύεται την Σάρα Ραζή και μαζί κάνουν 3 παιδιά, τα οποία βαφτίζονται χριστιανοί ορθόδοξοι. Ασκεί το επάγγελμα του εμπόρου και ταυτόχρονα του ανατίθεται η θέση του υποπρόξενου της Σουηδίας στην πόλη. Εμπορευόταν καφέ, ζάχαρη, cochineal (ζωική χρωστική), βαμβάκι κ.ά. Αργότερα διατελεί πρόξενος της Αγγλίας και της Σουηδίας, διευθυντής στο προξενείο της Βενετίας, υποπρόξενος της Δανίας. Πεθαίνει στη Θεσσαλονίκη το 1817, αφήνοντας πίσω του τα τρία παιδιά του George (Τζώρτζη) Frederic, Anne (Αννέτα) και Marie (Μαρία Κανέλλα).

Ο George Frederic Abbott γεννήθηκε πριν το 1785 και ασχολείται κι αυτός με εμπορικές δραστηριότητες. Παντρεύεται την Δόμνα Καυταντζόγλου, κόρη του Νάνου Γούτα (Ιωάννη Γεωργίου) Καυταντζόγλου, του πιο δραστήριου και ισχυρού ίσως Έλληνα εμπόρου της Θεσσαλονίκης, και προστάτη των γραμμάτων. Ο πεθερός του μάλιστα του άφησε ως προίκα το υπέρογκο ποσό των 120.000 πιάστρων. Ο G. F. Abbott έκανε ακόμη δύο γάμους μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του, με τις Georgetta Giustiniani (Κοκονέλλα) και την Fundria Aneza. Με την πρώτη σύζυγό του Δόμνα απέκτησε 4 παιδιά: Caroline Sarah, John (Jackie) Nelson, Robert και ακόμη ένα, χωρίς να γνωρίζουμε οτιδήποτε άλλο γι’ αυτό.

Η Sarah (πιο γνωστή ως Σαρούλα) – η οποία και μας αφορά, μια και είναι η ιδιοκτήτρια του τσιφλικιού Ρεσιτνικίων – γεννήθηκε το 1803. Σε ηλικία 16 ετών (1819) παντρεύεται τον Γάλλο Francoise Paul-Honore Felix Lafont (1792 - 1840) – τον πληρεξούσιο όπως αναφέρεται στα έγγραφά μας – ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Gabriel Lafont ως γιατρός της γαλλικής κοινότητας Θεσσαλονίκης. Η Σαρούλα, σύμφωνα με τις διηγήσεις του Γάλλου προξένου της πόλης κατά την ηλικία του γάμου της, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στην Θεσσαλονίκη, και δεν είχε λάβει άλλη εκπαίδευση εκτός από αυτή του Λεβάντε (Ανατολής). Ήταν όμως εξαιρετικά εργατική, απόλυτα ηθική και εξέχοντος χαρακτήρα.

Η Σαρούλα Άββοτ ήταν λοιπόν η ιδιοκτήτρια του τσιφλικιού Ρεσιτνικίων, το οποίο είχε αγοράσει από τον Οθωμανό Αχμέτ Ρεσίτ το 1830, όπως εξάγεται από άλλο έγγραφο του οθωμανικού αρχείου Θεσσαλονίκης. Το 1840 πεθαίνει ο άντρας της Felix Lafont, αφήνοντάς την έγκυο στο 9ο παιδί τους! Το 1845 ξαναπαντρεύεται με ορθόδοξο γάμο – άλλωστε ήταν βαφτισμένη σε ελληνική εκκλησία – τον Charles Goy, κάτοικο Θεσσαλονίκης με καταγωγή από την Γένοβα. Έναν χρόνο αργότερα - σύμφωνα με τα έγγραφά μας – πουλάει το τσιφλίκι στην επιτροπή των Αγιοπροδρομιτών και το χωριό επιστρέφει στα χέρια των κατοίκων του. Μένει μόνο να αναζητηθεί ποιος ήταν ο πληρεξούσιος (ο δεύτερος σύζυγός της Charles Goy;) που υπογράφει στα έγγραφα ως Felix Lafont, μια και αυτός είχε πεθάνει 6 χρόνια πριν!!!

Βιβλιογραφία - Δεσμοί
- Nadia Giraud, "Searching for distant relations, the Abbotts of Salonica", Levantine Heritage
- Εφημερίδα "Ερμής" Θεσσαλονίκης

24/8/10

Φεγγάρι μου που 'σαι ψηλά

Φεγγάρι μου που 'σαι ψηλά

Φεγγάρι μου που 'σαι ψηλά
κι χαμηλά λογιάζεις
μην είδες, μην αλόγιασες.

Μην είδες, μην αλόγιασες
μωρέ, τουν αγαπητικό μου
σι πια ταβέρνα βρίσκεται.

Σι πια ταβέρνα βρίσκεται
σε τι όμορφα τραπέζια
ποιες μαυρομάτες τουν κιρνούν.

Ποιες μαυρομάτες τουν κιρνούν
κι ποιες τουν προστατεύουν
κι ιγώ τον αραθύμισα...

19/8/10

Μεγάλη φωτιά στην Παλαιόχωρα (1932)

Εφημερίδα: Μακεδονία
Τεύχος: 8151
Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 1932
ΑΙ ΧΘΕΣΙΝΑΙ ΔΥΟ ΤΕΡΑΣΤΙΑΙ ΠΥΡΚΑΓΙΑΙ
Η ΜΙΑ ΑΠΕΙΛΕΙ ΕΝ ΧΩΡΙΟΝ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΒΑΒΔΟΣ 21 (Ιδιαίτ. τηλ/μα "Μακεδονίας")
Η από του απογεύματος της παρελθούσης Τρίτης εκραγείσα μεγάλη πυρκαϊά εις το παρά τους πρόποδας του Χολωμόντος δάσος εξακολουθεί. Παρ' όλας τας υπερανθρώπους προσπαθείας τας οποίας κατέβαλον τόσον τα αστυνομικά όργανα όσον και οι χωρικοί δεν κατωρθώθη η κατάσβεσις του πυρός το οποίον ήδη απειλεί το εις ολίγην απόστασιν τούτου κείμενον χωρίον Παλαιοχώρα.
Το πυρ άγνωστον μέχρι της στιγμής πόθεν προελθόν έλαβεν εντός ολίγνω ωρών τεραστίας διαστάσεις. Αι ζημίαι αν και δεν εξηκριβώθησαν μέχρι της στιγμής φαίνεται να είναι σοβαρώταται. Επί τόπου μετέβη ο δασάρχης και ο αστυνόμος του χωρίου Άγιος Πρόδρομος μετ' ισχυράς δυνάμεως χωροφυλάκων οίτινες αγωνίζονται δια την κατάσβεσιν του πυρός.
Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

13/8/10

Δρομολόγιον της ελληνικής χερσονήσου (1903)

Συγγραφέας: Β. Δ. Ζώττος, Μολοττός
Τιτλος βιβλίου: Δρομολόγιον της ελληνικής χερσονήσου - Τεύχος Δ' (Μακεδονία και Σερβία), Τεύχος Ε' (Θράκη και Βουλγαρία), (Αθήνα 1903)
Γλώσσα: Ελληνικά
----------------------------------------------------------------------------------------------
Ο συγγραφέας και περιηγητής, αφού κάνει μία αναλυτική περιγραφή της χερσονήσου του Άθω, την οποία δεν παρουσιάζουμε, μια και το Άγιον Όρος έχει περιγραφεί από πάρα πολλούς περιηγητές, προχωράει στην παράθεση των οικισμών της υπόλοιπης Χαλκιδικής. Παρόλο που η περιγραφή του βρίθει ανακριβιών, εν τούτοις μας δίνει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία για το οικιστικό δίκτυο του νομού στις αρχές του περασμένου αιώνα.
"35. Δερβέν όρους 3 ώρας από Ζωγράφου ως προεγράφη.
36. Ερείπια Σάνης 2 ώρας από Δερβένι όρα το 8 Δρομ.
37. Πραυλίκα 1 ώρα από ερείπια Σάνης όρα το 17.
38. Πυργαδάκια 3 ώρας από Πραύλικα κώμη 200 οίκων Ελλήνων 1200 ψυχών με λιμένα και οδούς μεσογείους δια Καλύβια 4 ώρ. Μελανίτση 2 ώρ. Πολύγυρος 6 ώρ.
39. Άγιος Νικόλαος 4 ώρας από Πυργαδάκια, Μετόχιον του Παντοκράτορος με λιμένα επί του Ισθμού της Σιθωνίας, ήτις έχει όρη δασώδη 8 κώμας και δύω μετόχια συγκοινωνούντα δι' ατραπών επί του όρους.
40. Δύω λιμένες Ερ. αρχ. Διάπορος 2 ώρας από άγιον Νικόλαον. Έχει αντίκρυ νήσον του αγίου Δημητρίου, Ζωοτρόφον 5 λεπτά πλευστί ή δι' ολκάδος.
41. Βουρβοχή 1/2 ώρ. κατωτέρω, λιμήν δι' αλιείαν.
42. Καλαμίτση 2 ώρ. από Βουρβοχή κώμη 1000 ψυχών, με όρμον δι' αλιείαν και ξυλείαν χρήσιμον.
43. Μετόχιον της Μ. Ξηροποτάμου 3 ώρ. από Καλαμίτση.
44. Μετόχιον της Μ. του Αγίου Παύλου 1 ώρ. από μετόχιον.
45. Ερείπια πόλεως αγνώστου 1 ώρ. από το Μετόχιον.
46. Συκιά 1 ώρ. από τα ερείπια, κώμη ευλίμενος 150 οικογ. 1000 ψ. χρ. Ελλήνων ναυτίλων.
47. Σίγγα 1 ώρ. από Συκιά 30 οίκους Ελλήνων. Επί των ερειπίων της πόλεως, εξ ης έλαβε τώνομα ο Σιγγιτικός κόλπος.
48. Δρέπανον ακροτήριον 2 ώρ. από Σίγγα με θέαν μεγάλην, τερπήν και εξαίσιον.
49. Κουφός 1 ώρ. από Δρέπανον με 80 οικογ. Ελλ. επί ασφαλεστάτου λιμένος πλησίον των ερειπίων της πόλεως Τωρώνης αφ' ης έλαβε τόνομα ο Τωρωναϊκός κόλπος και ο λιμήν και η πόλις ανέκαθεν είχε δύω ονόματα Κουφός και Τωρώνης.
50. Τριπόταμος 6 ώρας από Τωρώνης, κώμη αλιέων και ποιμένων οίκων 200, έχουσα άντικρυ την νήσον Κόλφο, η οδός εξερχομένη απαντά αμέσως χείμαρον είτα βαίνει ομαλή, εις
51. Παρθενώνα 2 ώρ. από Τριπόταμον με 30 οίκους γεωργών και ποιμένων. Η οδός ομαλή οποσούν έως
52. Νικήτα 6 ώρ. από Παρθενώνα με 40 Ελλ. οίκους.
53. Δέρνα 1 ώρ. από Νικήτα, επί του Ισθμού, αντίκρυ του Ας. Αγίου Νικολάου 2 ώρ. απέχοντος. Η Σιθωνία ούσα ορεινή, άκαρπος, ξηρά ακαλλιέργητος και άνυδρος, έχει μόνον εις 8 χωρία και 2 Μετόχια ύδατα πόσιμα ως ουδαμού αλλαχού. Έχει όμως άνδρας ηρωικούς εξ ων 500 επιλέκτους δύναται να οπλίση ο Ελευθερωτής έχοντας αξίαν 5,000 άλλων. Επειδή συναναστρεφόμενοι πάντοτε μετά ναυτικών Ελλήνων ποτίζωνται τα νάματα της Ελευθερίας ην δικαίως ποθούσιν αλλά πού η ώρα; πού ο αρχηγός;
54. Ερείπια Σερμύλης 1 1/2 ώρ. από Δέρνα επί λιμένος ασφαλεστάτου επί του Σερμυλίου κόλπου.
55. Ορμυλία 1/2 ώρ. από Σερμύλης, λείψανον της πόλεως ταύτης, καταστραφείσης εκ της Πειρατίας και μετωκισθείσης εις το ενδότερον 200 οικ. παραποταμίως του Παλαιομάννα ποταμού. Μεσογειώτερον 2 ώρ. χωρίον Κρίμανη και έτι δύω ώρ. Ο Πολύγυρος αρχ. Απολλωνία πρωτεύουσα της Σιθωνίας με 16 χάσικα χωριά, 24 εν όλω. Έχει διοικητικάς και Εκκλησιαστικάς αρχάς κλπ. και δύναται να δώση 1000 οπλίτας εις τον ελευθερωτήν.
56. Μόλυβδος 1 ώρ. από Ορμυλίαν με 100 οικογ. επί των ερειπείων της αρχ. πόλεως Μηκυβέρνης, ένθα ο Τωρωνικός κόλπος φαίνεται ως λίμνη, επειδή το στόμιον είνε πολύ μικρόν ως κλειστόν. Έχει οικογενείας 500 2 ώρ. μεσογείως κείται η κώμη Σιλάρη με 300 και 3 ώρ. η Πολύγυρος.
57. Άγιο-Μάμας αρχ. Όλυνθος 1 ώρ. από Μόλυβδον, 1/2 ώ. από Στηλιάρη και 5 από Πολύγυρον, 14 από Θεσσαλονίκης, 20 από Ιερισσού, η από βαρβάρους εις αγρίους και από κατακτητών εις ληστάς περιπεσούσα ατυχής Όλυνθος, η Βασιλίς των 32 Χαλκιδικών πόλεων, η πατρίς του φιλοσόφου Κλεισθένους, ανεψιού του Αριστοτέλους εξ αδελφής κλπ. καταπλακωμένη από 200 δουλικά κτίρια, ευγενών Ελλήνων, διεσπαρμένα εν μέσω των πολυκλαύστων ερειπίων της αρχαίας ευκκλείας της, κείται δε επί πέντε σμικρών λόφων διαρρεομένων εκ τηλαυγών ρευμάτων χυνομένων μετά 1 ώρ. εις την θάλασσαν τον λιμένα της δια καταφύτου οδού, είνε ήδη πρωτεύουσα της Επαρχίας Κασσάνδρας και του Μητροπολίτου Κασσανδρίας και Καϊμεκάμη και κακώς ετοποθέτησαν οι Έλληνες γεωγράφοι αξιωματικοί εις τον πίνακα του επιτελείου του 1878 και κακώς ωνόμασαν Άγιον Μάρκον, σημειώσαντες και Μοναστήριον, ανύπαρκτον του Αγίου Μάρκου. Η ιστορική αυτή πόλις άποπτος ούσα έκτε Θεσσαλονίκης και Κασσάνδρας, έκειτο εις θέσιν τερπνοτάτην, ολίγιστα διασώζουσα των λαμπρών ερειπίων της, άτινα καθ' εκάστην καταστρέφει η αξίνη του γεωργού, φαίνωνται τεμάχια στύλων, θεμέλια ναών, επιτύμβιοι λίθοι ενεπίγραφοι, πύργος μετοχίου ωχυρομένος υπό των τούρκων, χρήσιμος ως Διοικητήριον κλπ.
58. Πόρτα ή Πίνακα 2 ώρ. από Άγιον Μάμαν επί του αυχένος του Ισθμού 5 σταδίων πλάτους διακοπτομένου δια τάφρου 7,000 μήκους πληρουμένης οσημέραι. Έχει 100 οίκους και δύο αρχ. Ερείπια της Κασσάνδρας Ας. και της Ποτίδαιας, Δς. ιστορικών πόλεων, της μεν κτισθείσης υπό Κορινθίων επί παραλίας του Αιγαίου, της δε κατωκισθείσης και από τα λείψανα της Ολύνθου, υπό Κασσάνδρου. Σώζεται ακόμη το τείχος του παλαιού περιτειχίσματος, ωχυρομένου δια πύργων υπερτερούντων τα τείχη 4 μ. Μετά την καταστροφήν ταύτης ο Κάσσανδρος έκτισε την Κασσανδρείαν επί του Τορωναίου κόλπου, 1 ώρ. Ας.
59. Παλήνη καλή θυγάτηρ Σίθωνος βασιλέως της Θράκης όστις προσεκάλει εις μονομαχίαν πάντα βασιλόπαιδα όστις ήθελε να λάβη την κόρη του εις γάμον· οι δύω τελευταίοι μνηστήρες ο Δαρίας και ο Κλείτος ήλθον να μονομαχείσωσιν αλλ' ο Σίθων ήτο γέρων ήδη και επρότεινε εις αυτούς να μονομαχήσουν συναλλήλοις και ο νικητής να λάβη την Παλήνην και ο Δαρίας ήτο νικητής αλλ' η Παλήνη ηγάπα τον Κλείτον όστις εδωροδόκησε τον ηνίοχον του Δαρία να δολοφονήση αυτόν επειδή έμελλον να εξέλθωσιν εφ' αρμάτων, ου την ανατροπήν ευκόλυνε ο ηνίοχος και εφονεύθη ο Δαρίας. Ο Σίθων μαθών την επιβολήν ηθέλησε να τους καύση ζώντας και τους δύω αλλά σημεία τινά εν τω Ουρανώ έπεισαν αυτόν να παραιτηθή της τιμωρίας και ενύμφευσεν αυτούς· μεταξύ των μνηστήρων ήτο και ο βασιλλεύς της Ανθεμυσίας Μέροψ και της Μυγδονίας Περιφήτης.
60. Βάλτα 2 ώρ. από Πόρτα με 200 οικογέν. εν μέσω των μετοχίων της Σιμοπέτρας, του Σταυρονικήτα, του Καρακάλα και Αγίου Παύλου, εντός εξαιρέτων κήπων και καταφύτων γαιών, καταβρεχομένων υπό αφθόνων υδάτων, ήτις επικρατεί καθόλην την Παλήνην, ένθα πλείστα μετόχεια των Μονών του αγίου όρους υπάρχουσι, μεταξύ των 12 κωμών, το θέρος μάλιστα ο περιηγητής βλέπει μετά θαυμασμού την αφθονίαν των Δημητριακών θεριζομένων υπό νεανίδων Ελληνίδων, Σλαβίδων και Αθιγγανίδων, κατερχομένων εκ των ορεινών χωρίων του μικρού Ορβήλου 10 ημερών δρόμον προς θερισμόν, διασκεδαζούσας μετά των συγγενών των εν ήχοις αυλών και ασκών, κάιδας χωρεύουσαι καθ' εσπέρας και κοιμώμεναι εν υπέθρω, εργαζόμεναι προς συγκομηδήν των καρπών της γης εις τας αποθήκας των Μετοχίων... Και τις δύναται ν' αρνηθή την αγιωσύνην των καλογήρων τούτων; Και όμως εγώ πιστεύω ότι υπάρχουσιν άγιοι· και ενθυμίζω το ρητόν "on y soit qui mal pense" Μηδείς έσω φαύλα φρονών... Οδός ευθεία.
61. Κρομύδι 1 ώρ. από Βάλτα 50 οικογ. και Φανόν 1 ώρ. Δς. εις το ακρωτήριον Άγιος Γεώργιος, ον ουδόλως εσημείωσαν εις τον χάρτην του επιτελείου του 1878. Έχει όρμον εις ον εισέρχωνται τα πλοία εν καιρώ νυκτός οδηγούμενα υπό του φανού, η οδός ομαλή έως
62. Φούρκα 1 ώρ. από Κρομύδι με 50 οικογ. η οδός κατάρρυτος και κατάφυτος μέχρι κώμης.
63. Καλάνδρας 1 ώρ. από Φούρκα και 1/4 από της θαλάσσης, κείται εις τας ΒΔς. υπορείας λόφου με 100 οικογ. και τα μετόχια Χιλινδαρίου και των Ιβήρων· η οδός ομαλή· έως
64. Ερίπεια Μένδης 1 ώρ. από Καλάνδρα και πλησίον κείται το ακρωτήριον Κασσάνδρα με φανόν μέγαν, εις την είσοδον του Θερμαϊκού, έχει θέαν τερπνήν άντικρυ του Πηλίου, Ολύμπου και Πιερείων ορέων.
65. Ποσείδιον 2 ώρ. από τα ερείπεια 50 οικογ. Ελλ.
66. Κασσανδρινό χωρίον με 70 οικογ. γνησίας Κασανδρινάς 2 ωρ. από Ποσείδιον η οδός ομαλή έως
67. Τσάπρο 1 1/2 ώρ. από Κασανδρινό 40 οικογ. Χρ.
68. Αγία Παρασκευή 2 ώρ. από Τσάπρο, 60 οικογ. Ελληνικάς.
69. Ακρωτήριον Παλλιούρη 2 ώρας από Αγίαν Παρασκευήν.
70. Παλλιούρη χωρίον 3 ώρ. από Αγία Παρασκευή 100 ψ.
71. Καψοχώρι 2 ώρ. από Παλλιούρη επίνειον με 80 οικογενείας Χρ.
72. Πολυχρόνι 2 ώρ. από Πολυχρόνι όρμος με 80 οικογ.
73. Παζαράκι 2 ώρ. από Πολυχρόνη, όρμος 80 οικογ.
74. Άθητος 2 ώρ. από Παζαράκι με 2 όρμους 99 οικ,
75. Ξηροπόταμο 1/2 ώρ. από Άθητον, όρμος με 30 οικογενείας Χρ. Ελλ.
76. Μετόχι του Αγίου Παύλου 2 ώρ. από Ξηροπόταμο.
77. Πινάκα 1 ώρ. από Μετόχι Αγίου Παύλου.
78. Μετόχι Δοχειαρίου 1 ώρ. από Πινάκα.
79. Μετόχι Βατοπεδίου 1 ώρ. από Μ. Δοχειάριον.
80. Ερείπια Κασσάνδρας 1 ώρ. από Μετόχιον Βατοπεδίου.
81. Μετόχιον αγίου Διονυσίου 8 ώρ. ερείπια Κασσάνδρας και Ποτιδαίας επίσης με 20 οικογ. γεωργών Ελλ.
82. Σουφουλάρη 1 ώρ. από Μετόχιον του Αγίου Διονυσίου 50 οικογ. Ελλ. με δάσσος ελαιοδένδρων και πηγή ψυχρού ύδατος και καθαρωτάτου, αμπελοκήπους και λοιπά.
83. Καρυά 2 1/2 ώρ. από Σουφαλάρη με 40 οικίας λιθοκτίστους στερεάς ως φρούρια είτα το
84. Μετόχιον του αγίου Παύλου 2 ώρ. από Καρυά, η οδός προσκολάτε εις τας υπορείας του Βερτίσκου ή Δισσώρου εις έδαφος ανώμαλον, αφίνουσα εκατέροθεν χωρία με 3 και 5 οικίας 10 και περισσοτέρας, οίον το Τσουμπάτι, με 15 οικίας, η οδός φθάνει εις οροπέδιον του όρους Χορτιάτη και βαίνει εις
85. Σέδες 2 ώρ. από Μετ. αγίου Παύλου με 30 οικίας.
86. Καπτσιλέρ 1 ώρ. από Σέδες με 80 οικίας Χρ.
87. Θεσσαλονίκη 1 ώρ. από Καπτσιλέρ 13 εκ Κασσανδρείας, Ολύνθου και Πόρτας, αφ' ης αρχίζει η Επαρχία της Καλομοιργιάς ονομασθείσα ούτω ως το καλλίτερον μέρος της Χαλκιδικής, το πλέον πυκνώς κατωκημένον και πλέον καλλιεργημένον, γέμων χωρίων και μετοχίων. Ηνωμ. μετά της Κασσάνδρας αποτελεί επαρχίαν πολιτικήν και εκκλησιαστικήν Μητρόπολιν Κασσανδρείας, έχουσαν έδραν την Όλυνθον [;]. Εσχάτως έμαθον ότι η πύλη ήνωσε τας δύω επαρχίας Κασανδρείας, Σιθωνίας και Χάσικα με έδραν το Πολύγυρον, εις επτά Δήμους=Ναχιγιέδες διαιρουμένην, μ' έδραν αρχών και Μητροπόλ.
33. Από Θεσσαλονίκης δια Παζαριάς μέχρι Καρυών ωρ. 41.
.........
4. Ραβάνα 1 ώρ. από Μελισσουργοί 200 οίκων εκ των σιδηροκαυσίων Μαντεμοχωρίων του χρυσούχου Δισσώρου όρους, έχει διασταύρωσιν διαφόρων οδών, α) εις
5. Ζαγγλίβερη 1 1/2 ώρ.από Ραβάνα με 200 οίκους επί υπορείας παραποταμίου κατερχομένου από Ασάνα χωρίου 1 ώρ. μακρά και χυνομένου εις την Βόλβη=Βεσίκα.
6. Παζαριά 2 ώρ. από Ζαγγλίβερη κωμόπολις 500 οίκων, πρωτεύουσα της Επαρχίας Μαδεμοχωρίων, μετά την πυρπόλησιν του Μαχαλά το 1821· δι' ο οι Τούρκοι επυρπώλησαν εις όλην την Χαλκιδικήν 6,000 κτίρια, κείται πλησίον των ερειπίων της β'. Απολλωνίας, διότι 3 Απολλωνίαι ήσαν εν τη Χαλκιδική· έχει επαρχιακήν διοίκησιν Καϊμακάμη, Κατήν και επίτροπον του Επισκόπου Ιερισσού, συμβούλιον Επαρχιακόν από το 1860 συστηθέν, τον Μαδεμαγάν επίτροπον του Υπουργείου των Οικονομικών, έφορον των προσόδων των εκ των μετάλλων, άτινα τα πάλαι ήσαν χρυσός και άργυρος, ήδη δε χαλκός, σίδηρος, μόλυβδος κλπ.
7. Σασσαρίνη 1 ώρ. από Παζαριά με 50 οίκους Ελλ.
8. Σταυρός 2 ώρ. από Σασαρίνη με 160 οίκους, επί των ερειπίων της πόλεως Σταγείρων = Σταγρών = Σταυρόν.
9. Λυψάδα 2 ώρ. από Σταυρόν με 80 οίκους ερείπιον αρχ. Ολυμπιάδος.
10. Στρατώνη 4 ώρ. από Λυψάδα με 100 οίκους ερείπια αρχ. Στρατινίκης, η οδός ομαλή εις
11. Ιερισσόν 5 ωρ. από Στρατώνη αρχ. Άκανθος με 500 οικίας. Έδρα Επισκόπου και αρχών πολιτικών.
12. Δερβένη αγίου όρους 4 ώρ. από Ιερισσόν, έως
13. Καρυάς 10 ώρ. από Δερβένη όρα το 31 και 32 Δρομ.
34. Από Θεσσαλονίκη δια Γαλατίστης και Ιερισσού έως Καρυών ώρ. 36.
1. Βασιλικά 4 ώρ. από Θεσσαλονίκης, όρα το 32 δρομολόγιον.
2. Μονή Αγίου Αθανασίου [Αγίας Αναστασίας;] 1 ώρ. από Βασιλικά αριστερόθεν της οδού.
3. Γαλάτιστα 1 ώρ. από Μονήν, 6 από Θεσσαλονίκης, κωμόπολις 400 οίκων με θρόνον επισκόπου Αρδαμερίου και Γαλατίστης, και του Επάρχου Καϊμακάμη όστις τώρα εδρεύει εις Πολύγυρον, διοικών την Σιθωνίαν και τα χάσικα 16 χωρία και 8 = 24 και τα της Κασσάνδρας. Έχει κτίρια στερεά και οχυρώς οικοδομημένα εναντίον εξωτερικών προσβολών, εις θέσιν άποπτον, επί των Μν. υπορειών του Δυσσώρου ένθεν πηγάζουσιν άφθονα ύδατα· οι κάτοικοι διασώζουσι πολλάς αρετάς των αρχαίων Ελλήνων και είνε περίφημοι δια την μαχιμότητά των, διακρινόμενοι με το επίθετον Γιανίτσαροι, ως υπηρετήσαντες εις τα τάγματα των Γιανιτσάρων, όταν ήσαν δεκτοί οι χριστιανοί, τινές μάλιστα εξ αυτών διέπρεψαν δια την ανδρείαν των· ήδη όμως οι Έλληνες της Χαλκιδικής είνε απαίδευτοι, διότι τα σχολεία δεν επροχώρησαν εις τας κώμας ταύτας προς φωτισμόν, αν και είνε γείτωνες των Θεσσαλονικέων· η οδός διευθύνεται Ας. επί κοιλάδος 3 ωρών μήκους 1 ώρ. πλάτους μεταξύ των ορέων Δυσσώρου και Κισίου και βαίνει επί της υπορείας και φθάνει εις
4. Νεοχώρι, Νοβοσέλο, Αλβ. Νίτσι Τουρκ. Εβλέν 2 ώρ. από Γαλάτιστα με 40 κτίρια Ελλ. εντός κοιλάδος και τερπνών λόφων, δι' ων η οδός διέρχεται πυκνά δάση, κελαϊδούντων πτηνών, διασκεδαζόντων την μονοτονίαν του περιηγητού όστις σπανίως βλέπει ανθρώπους εις τας οδούς, δια την μεγάλην λειψανθρωπίαν.
5. Λαρύγγοβα 4 ώρ. από Νίτσι-Εβλέν με 300 κτίρια οχυρά, επί θέσεως τερπνής, εις τας Ας. υπορείας μιας των κορυφών του Κισσίου, διαιρούμενα αφ' ενός ρεύματος όπερ καθιστά έφορον [sic] την γονιμότητα της γης, εξ ης ευημερούσιν οι κάτοικοι, όμοιοι της Γαλατίστης κατά την γενναιότητα και την απαιδευσίαν· η οδός βαίνει Ας. φθάνει εις ελλειψοειδή κοιλάδα μιας ώρας πλάτος, κειμένην επί τινός κορυφής του Κισσίου, καλουμένην Τσαΐρια περιβαλομένην πανταχόθεν υπό καταφύτων λόφων, παρέχουσαν σκηνογραφικήν θέαν σπανίας καλλονής, οχυρωθείσα δε παρέχει εμπόδιον εις την διάβασιν εχθρού, είτα
6. Μαχαλάς 4 ώρ. από Λαρίγγοβα με 20 οίκους Τούρκων, από 500 όπου είχε προ του 1821 και ήτο πρωτεύουσα πολιτική της επαρχίας Μαδεμοχωρίων η αντικατέστησεν η Πατζαρία, είτα οδός ευθεία εις
7. Ίσβορον 1 ώρ. από Μαχαλά, 3 ώρ. από Τσαΐρια, 5 από Λαρίγγοβο, 13 από Γαλάτιστα, 19 από Θεσσαλονίκης, κώμη ορεινή και θερινή έδρα του Επισκόπου Ιερισσού και Αγίου Όρους, επί των Μν. κλιτύων του Κισσίου έχει θέαν ωραίαν εις το Αρχιπέλαγος. Έχει 100 κτίρια Ελλ. εις τα πέριξ ίχνη μεταλείου αργύρου, η οδός διέρχεται το Κοκκινόρευμα και καθισταμένη γραφικωτάτη διευθύνεται προς Μν. εις
8. Στρατωνί(κη) 8 ώρ. από Ίσβορον με 50 οικίας, επί των ερειπίων της αρχ. Στρατώνης παραλίας και εμπορικής· η οδός παραλία διευθύνεται προς τας εκβολάς του Κοκκίνου ρεύματος διέρχεται αυτό και μετά 1 ώρ. διευθύνεται εις
9. Ιερισσόν 3 ώρ. από Στρατώνι(κη), 6 από Ίσβορον, 11 από Λαρίγγοβο, 17 από Γαλάτιστα, 23 από Θεσσαλονίκης.
10. Δερβένι Αγίου Όρους 4 ώρ. από Ιερισσόν.
11. Καρυαί 10 ώρ. από Δερβένη.
35. Από Θεσσαλονίκης δια Πολυγύρου εις Καριάν ώρ. 36
1. Γαλάτιστα 6 ώρ. από Θεσσαλονίκης όρα το 33 Δρομ.
2. Ριζιτνίκα [Άγιος Πρόδρομος] 2 ώρ. από Γαλάτιστα με 40 οικογενείας Ελλ.
3. Πολύγυρος 2 ώρ. από Ριζιτνίκα αρχ. Απολλωνία η πρώτη Χαλκιδική, διότι, ως είρηται ήσαν 3 Απολλωνίαι Χαλκιδικαί, είνε κωμόπολις 500 οικογενειών Ελλ. Χριστ. και 200 Τουρκικών, έδρα Καϊμακάμη διοικητού των 8 κωμών της Σιθονίας και 16 κωμών χάσικων, Κατή και του Μητροπολίτου Κασανδρείας, πόλεως το πάλαι ακμαίας νυν δε ταπεινής μετά το 1821. Έχει επαρχιακόν συμβούλιον, Σχολεία δημοτικά και Ελληνικά αρρένων και Θηλέων, έχει μέλλον να γίνη η πρωτεύουσα πόλις της Χαλκιδικής όλης, δια την εις τα γράμματα πρόοδον και την φιλοπονίαν των κατοίκων και την ευφορίαν των γαιών, δι' ων ευπορούσιν αρκούντων αι 5,000 ψυχαί. Έχει δύω οδούς δια τον Άθωνα ων η μία Βς. επί του Κισσίου.
4. Κερατιά 1 ώρ. από Πολύγυρον με 40 οικογ. Ελλ.
5. Καγιατίνη 1 ώρ. από Κερατιά 30 οικογ. Ελλ.
6. Ραβίακα ή Ρεβήκα 2 ώρ. από Καγιατύνη 60 οίκους.
7. Ιερρισσός 5 ώρ. από Ραβιάκα γνωστή ήδη.
8. Δερβένι Άθωνος 4 ώρ. απόΙερισσόν.
9. Καρυαί 10 ώρ. από Δερβένι.
36. Από Πολύγυρον έως Καρυών ώρ. 20
1. Πολύγυρος, κέντρον διαφόρων οδών, η β'. δια τον Άθωνα διευθύνεται Μς. εις τας υπορείας του Κισσίου.
2. Καλύβια 2 ώρ. από Πολυγύρου 40 οίκους Ελλ. Έχει άντικρυ 1/2 ώρ. επί ρεύματος το χωρίον Κριμάνη.
3. Μελαγγίτσι 1 1/2 ώρα από Καλύβια 80 οίκους Ελλ. Έχει άντικρυ το χωρίον Βραστανίστικα με 80 οίκους Ελλ.
4. Πυργαδάκια 2 ώρ. από τα δύω χωρία 85 οικ. Ελλ.
5. Δέρβενη Άθωνος 4 ώρ. από Πυργαδάκια.
6. Καρυαί 10 ώρ. από Δερβένι.
37. Από Θεσσαλονίκης δια Γαλατίστης και Παζαριάς έως Σέρραι ώρ. 25.
1. Γαλάτιστα 6 ώρ. από Θεσσαλονίκης η οδός προεγράφει 33 Δρ. εντεύθεν διέρχεται την περιγραφείσαν κοιλάδα ανέρχεται δι' ελικοειδούς οδού zig-zag την Μς. πλευράν του Δυσσώρου και φθάνει εις έν ύψωμα 1042 πόδας υπεράνω της κοιλάδος ένθεν βλέπει τον Όλυμπον, τον Κίσσαβον και το Πήλιον και κατέρχεται εις το χωρίον.
2. Οσμανλή 3 ώρ. από Γαλάτιστα με 40 οικογ. Τουρκικάς.
3. Παναγιά 1 ώρ. από Οσμανλή 50 οικογ. τουρκικάς.
4. Βρωμόσατα 1 ώρ. από Παναγιά με 50 οίκους Τουρκικούς.
5. Πορταργιά 1 ώρ. από Βρωμόσατα 50 οίκους Ελλ.
6. Άγιος Μάμας = Όλυνθος 1 ώρ. από Πορταριά 100 οικ. τούρκων.
7. Πόρτα = Κασσάνδρα 2 ώρ. από Άγιον Μάμα 50 οικ. Χ.
.......

28/7/10

Καλές διακοπές!!!

Το ιστολόγιο κλείνει τις δικτυακές του πύλες λόγω... διακοπών! Προσεχώς και πάλι μαζί με περισσότερες αναρτήσεις, με φορτισμένες τις μπαταρίες μας, και καθαρό το μυαλό μας. Καλές διακοπές λοιπόν.

20/7/10

Στον προφήτη Ηλία του Βάβδου (1932)

Εφημερίδα: Μακεδονία
Τεύχος: 8152
Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 1932
Ο ΒΑΒΔΟΣ ΕΩΡΤΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ
ΓΛΕΝΤΙ ΚΑΙ ΧΑΡΑ
Βάβδος 20 Ιουλίου
Όλα σχεδόν τα χωριά έχουν στην κορυφή του λόφου ή του βουνού των ένα προφήτην Ηλίαν. Αλλ' όπως πανηγυρίζεται στη Βάβδο η ημέρα του, ασφαλώς πουθενά αλλού δεν πανηγυρίζεται. Δεν είναι μόνον όλο το χωριό που ανεβαίνει στην κορυφή του βουνού ύψους 1042 μέτρων, έρχονται και από την Γαλάτιστα, από τα Βασιλικά, από τα χωριά της Καλαμαριάς, από τον Πολύγυρον και από την Θεσ/νίκην. Έρχονται με τα αρνιά των, με τα φαγιά των, με τα φωνόγραφά των και διασκεδάζουν από το πρωί, μέχρι των βραδυνών ωρών. Σήμερα μας ήλθαν από την Θεσ/νίκην οι Δημοτικοί Σύμβουλοι κ.κ. Μιχαηλίδης και Δαλαβέρας μετά οικογενειών των, οι κ.κ. Λαζ. Λαζαρίδης και Χειλαδάκης και περί τους τριάκοντα άλλοι. Από την Γαλάτιστα ο υπομοίραρχος κ. Λέκκας μετά της κυρίας του και περί τας πεντήκοντα οικογένειαι.
Από τον Πολύγυρον επίσης αρκεταί οικογένειαι. Είχε λοιπόν μοναδικήν επιτυχίαν το πανηγύρι. Με πλανοδίους πωλητάς από την Θεσσαλονίκην, με τον πλανόδιον κήρυκα, με τον κοσμογράφον, με τον στραγαλάν, με επτά ορχήστρας των πέριξ χωρίων. Οφείλω να ομολογήσω ότι η Θεσσαλονίκη δεν μας έδωσε ποτέ το ενθουσιώδες αυτό θέαμα του Βαβδηνού πανηγυριού. Άπειρος κόσμος, μουσικαί, εδώ τραγούδια εκεί, χοροί παραπέρα, φωνές παιδιών, αλαλάγματα γυναικών, ένα βοητό που θα το εζήλευεν η Θεσσαλονίκη. Γαϊδουροεκστρατείες από το πρωί ανέβαιναν προς το οροπέδιον των 1042 μέτρων. Η άνοδος ανάμεσα από βράχους ή από πουρνάρια και βελανιδιές, ήτο ποιητική. Κανείς δεν ανέβαινε σιωπηλός. Όλοι επί όνων και ημιόνων εγκάριζαν. Ο Προφήτης Ηλίας απέχει από το χωριό περί τα δεκαπέντε λεπτά. Είναι δε η άνοδος με την δροσιάν και το διαρκές μουρμούρισμα των δένδρων μία αληθινή ανάσα.
Και εις την κορυφήν άλλη απόλαυσις, άλλη έκστασις, έχει κανείς βλέποντας το χωριό, εμπρός του όλην την Χαλκιδικήν, με ολόκληρον την χερσόνησον Κασσάνδρας και με όλην την ήρεμην και πλατειάν θάλασσαν. Στο βάθος το μάτι συλλαμβάνει τον Όλυμπον. Δεξιά φαίνεται καθαρά η Μηχανιώνα, η Γεωργική, το Σέδες, η Θεσσαλονίκη. Σαν περήφανοι λευκόλιθοι επάνω εις μίαν μουντήν λαμαρίναν. Αριστερά έχετε τον Πολύγυρον, την δευτέραν χερσόνησον και βαθειά σαν μέσα από τρεμούλιασμα της ζέστης ο Άθως, ο περήφανος και κρυσταλλωμένος Άθωνας. Πίσω άλλο θέαμα μεγαλοπρεπές. Ο Χολομώντας έρχεται πρώτος εις την ανεύρεσιν του ματιού και εις το βάθος φαίνεται σαν σκιά, σαν μετέωρη σκιά, το Παγγαίο.
Έχει ορίζοντα άπειρον και ασύλληπτον η κορυφή του Προφήτου Ηλιού. Και συλλογίζεται κανείς, γιατί να μην έχη στηθή κ' εδώ σ' αυτό το απαλό και μοσχοβόλο οροπέδιο, ένας συνοικισμός. Είναι τόσον πλήθος πανηγυριστών εδώ, ώστε δεν είναι δυνατόν να το διαχωρίσω και να το κατονομάσω. Εις προσεχή επιστολήν μου θα παραθέσω τα ονόματα όλων των παραθεριστών. Αλλ' είναι κρίμα να έρχωνται σ' αυτό το θαυμάσιο σανατόριο, μόνον εκατόν πενήντα οικογένειαι. Πρέπει να έρχωνται όλοι όσοι έχουν ανάγκην καθαρού αέρος, θαυμασίου νερού, θεραπευτικού αρώματος.
Αλλά για τις ευμορφιές του Βάβδου θα γράψω ιδιαιτέρως.
ΑΝΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ
Υ.Γ. Την νύχτα εκάηκεν ο Βάβδος από τα τραγούδια και τους χορούς του πλατάνου.

30/6/10

Η πατόζα

Συγγραφέας: Χρήστος Ι. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος

Η πατόζα
Εκείνη η χρονιά ήταν “καλοχρονιά”. Η άνοιξη ήταν βροχερή και φύτρωσαν καλά όλα τα “γεννήματα”. Το καλοκαίρι μπήκε ήπιο και γλυκό. Τις τελευταίες μέρες του Ιούνη φύσηξαν θαλασσινοί νοτιάδες, αύρες, διευκολύνοντας τους άγουρους ακόμα σπόρους να “δέσουν” όλο το γάλα. Μέστωσαν και βάρυναν τα στάχια. Δεν ήρθε φέτος ο “Λίβας” όπως άλλες χρονιές, που στο πέρασμά του κατάκαιε τα πάντα.
Ο θαλπερός και λαμπερός ήλιος του Ιούλη σιγόψησε αργά-αργά τα στάχια κάνοντας τα χωράφια να μοιάζουν με απέραντες στιλπνίζουσες χρυσοθάλασσες. Η σοδειά προοιωνίζονταν πλούσια και καλή. Γι’ αυτό φέτος ήρθαν και περισσότερες πατόζες. Ανάμεσά τους κι η πατόζα του Καπούλα κάπου απ’ τη Χαλάστρα.
Κάποιος μεσίτης του μίλησε για μένα. Ήρθε στον πατέρα μου και με ζήτησε για δουλειά. Μόλις είχα τελειώσει το δημοτικό. Τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια είχα δουλέψει στην πρέσα, τη μηχανή που έφτιαχνε το άχυρο μπάλες. Έκοβα τα σύρματα που δέναν τις μπάλες, σχετικά εύκολη δουλειά, συνήθως κάτω από τον ίσκιο των δέντρων που αφθονούσαν στ’ αλώνια.
- Κυρ-Γιάννη θέλω τον γιό σου τον Χρήστο για δουλειά. Έμαθα ότι είναι καλός δουλευτής. Μη στενοχωριέσαι, θα περάσουμε καλά.
Ο πατέρας μου συλλογίστηκε κάμποση ώρα ταλαντευόμενος, ώσπου να δώσει απάντηση.
- Τι δουλειά θα κάνει κυρ-Νίκο; ρώτησε τον Καπούλα “υιό”.
- Καταρχήν θα τον βάλουμε κουβαλητή, να φέρνει τα δεμάτια μέχρι την ταινία. Εύκολη σχετικά δουλειά, κι άμα δυναμώσει κι άλλο του χρόνου θα τον κάνω ταϊστή.
- Δεν είναι μικρός ακόμα γι’ αυτή τη δουλειά κυρ-Νίκο; έκανε ο πατέρας.
- Κυρ-Γιάννη, το παιδί σου το βλέπω πως είναι γεροδεμένο, έκανε αυτός, καθώς εγώ προσπαθούσα να “κάνω σώμα” φουσκώνοντας τα τρυφερά μου στήθια και τα ασχημάτιστα ακόμα μπράτσα μου, γιατί την ήθελα αυτή τη δουλειά.
Το μεροκάματο ήταν “γερό”, σαράντα δραχμές την μέρα. Πέρυσι δεν έβγαζα ούτε τα μισά. Φέτος εξάλλου είχαν αυξηθεί και τα έξοδά μου, καθώς ήδη “κυκλοφορούσα στην πιάτσα” τα βραδάκια διασκεδάζοντας με τα φιλαράκια. Χώρια που τον Σεπτέμβρη θα πήγαινα στο γυμνάσιο και χρειαζόμασταν χρήματα.
- Εξάλλου κυρ-Γιάννη, έκανε ο υιός Καπούλας, θα δουλεύει με βάρδιες ανά τέσσερις ώρες, οπότε θα ξεκουράζεται στο ενδιάμεσο.
- Ε, άμα είναι έτσι τότες άιντε πάρτονε και καλή συνεργασία, έκανε ο πατέρας μου αποβάλλοντας και το τελευταίο ίχνος δισταγμού. Και να τον προσέχεις, συμπλήρωσε.
Λίγο η υπερένταση, λίγο η αγωνία κι ο φόβος για το αν θα μπορέσω ν’ ανταποκριθώ σ’ αυτή την άγνωστη καινούρια δουλειά, με κράτησαν ξάγρυπνο ολονυχτίς. Σηκώθηκα κατά τις έξι κοντά στο γλυκοχάραμα, τότες που η ανατολή μαγεύει με τα χρώματά της τον κόσμο. Θ’ άρχιζα δουλειά οκτώ με δώδεκα, εν συνεχεία θα έκανα παύση για τέσσερις ώρες και θα συνέχιζα έτσι μ’ αυτόν τον κύκλο εργασίας όλο το 24ωρο, επειδή η πατόζα δούλευε και την νύχτα.
Κατά τις επτά η ώρα κίνησα για “τ’ απουπέρα τ’ αλώνια” όπου αλώνιζε η πατόζα. Με υποδέχτηκε η προηγούμενη βάρδια και με καλωσόρισε ο υιός Καπούλας, το αφεντικό.
- Βρε καλώς το παλικάρι! Ήρθες κιόλας λεβέντη μου; έκανε τ’ αφεντικό, ενώ οι ηλικιωμένοι εργάτες άρχισαν να με πειράζουν.
- Για να δούμε παλικαράκι, θα μπορείς να σηκώνεις τα δεμάτια που είναι μεγαλύτερα από σένα;
Άρχισα να περιεργάζομαι την πατόζα μέχρι να ‘ρθει η ώρα της βάρδιάς μου. “Αντίκρα” απ’ τη μηχανή δούλευε ασταμάτητα ένα μεγάλο, δυνατό τρακτέρ “Bella Russe” που μ’ έναν μεγάλο ιμάντα μετέφερε κίνηση μέσω μιας τροχαλίας, στην μηχανή. Απάνω στον ξύλινο σκελετό της μηχανής πολλοί μικροί και μεγάλοι ιμάντες με τις αντίστοιχες τροχαλίες μοίραζαν τη δύναμη του τρακτέρ, κάνοντάς την να σείεται ολόκληρη, λες και επρόκειτο ν’ απογειωθεί. Η όλη κίνηση της μηχανής προκαλούσε με τις δονήσεις της ένα απερίγραπτο βουητό, σαν σμήνος από χιλιάδες μέλισσες που ξεχύθηκαν για τον επιούσιο, δημιουργώντας μια φανταστική, σχεδόν υπερκόσμια ατμόσφαιρα.
Δύο εργάτες “κουβαλητές” άρπαζαν με τα γερά δυνατά τους χέρια τα “δεμάτια” από τη “θυμωνιά” σέρνοντάς τα, ένα στο κάθε χέρι, μέχρι την ταινία που έπαιρνε κίνηση από τη μηχανή. Δυο άλλοι “ταϊστές” πάνω στο “στόμα” της μηχανής, τα έκοβαν γρήγορα-γρήγορα μ’ ένα πριονωτό γυριστό κλειδομάχαιρο ταΐζοντάς την συνεχώς με τα στάχυα των δεματιών.
Κάτω και μπροστά στη μηχανή ο “παραλήπτης” με γρήγορους κι επιδέξιους χειρισμούς πάνω σε διάφορους “λεβιέδες” γέμιζε τα σακιά, αλλού το σιτάρι, αλλού η γήρα, αλλού τα “σούσαλα”. Σε μια ζυγαριά εδάφους ο υιός Καπούλας μετρούσε τη σοδειά, καταγράφοντάς την σ’ ένα μεγάλο τεφτέρι πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Στιβαροί και γεροδεμένοι χωρικοί - συνήθως συγγενείς, γειτόνοι και φίλοι του εκάστοτε παραγωγού - φόρτωναν τα σακιά στα ρωμαλέα ασπρόμαυρα άλογα και μουλάρια, για να τα μεταφέρουν οι μικροί στο χωριό, όπου περίμεναν άλλοι για να τ’ αδειάσουν στ’ αμπάρια.
Οι άνθρωποι τότες ήταν αγαθοί κι απλοϊκοί ακόμα, και βοηθιόντουσαν σ’ όλα τα δύσκολα της αγροτικής ζωής, κι ο αλωνισμός ήταν ένας μεγάλος, τιτάνιος σχεδόν αγώνας. Εξάλλου πολλές φορές τους άκουγα να λένε: “Θέρος, κούρος, τρύγος, πόλεμος”.
Τρέχοντας με καλπασμό, γαντζωμένοι πάνω στ’ άλογα, οι μικροί γύριζαν πολύ γρήγορα πίσω για να παραλάβουν τη καινούρια “φουρνιά” τσουβάλια. Πάνω στη μηχανή ένας μακρύς, γυριστός σαν ανάποδη πίπα καπνού σωλήνας (χωνί) ξερνούσε το άχυρο μέσα στον “αχυρώνα” ώσπου να γεμίσει. Πολλές φορές οι πιτσιρικάδες βοηθούσαν να “πληρωθεί” καλά ο αχυρώνας σπρώχνοντας τα άχυρα με τα δικράνια. Ο μηχανικός της πατόζας αφού αλφάδιαζε κάθε φορά τη μηχανή και το τρακτέρ ώστε η κίνηση να μεταδίδεται ομαλά για να μη βγει ο ιμάντας κατά τη λειτουργία της, όπως συχνά συνέβαινε, περιτριγύριζε τη μηχανή παρακολουθώντας μέχρι και την τελευταία της τροχαλία. Μια “γαστέρα” ρακί άλλαζε χέρια συνοδεύοντας τις ευχές για καλύτερη σοδειά.
- Άιντε! Εις υγείαν και του χρόνου περ’σσότερο.
Άρχισα με μεράκι και δύναμη να μεταφέρω τα δεμάτια μαζί με τον γαμπρό στην αδερφή μου Σταύρο. Πριν καλά-καλά προκάνουν ν’ αδειάσουν στη μηχανή οι “ταϊστές”, εγώ τους έστελνα τα επόμενα “δεμάτια” τόσο γρήγορα που άρχισαν να μ’ αποπαίρνουν.
- Σιγά-σιγά βρεεε! Δεν προλαβαίνουμε!
- Με ρέγουλα Χρήστο. Δεν χρειάζεται βιάση. Κάτσε λιγάκι ν’ ανασάνεις γιατί θα κουραστείς γρήγορα,
μου συνέστησε ο Σταύρος, αλλά πού να τον ακούσω. Πήρα φόρα πια. Η αδρεναλίνη στο κατακόρυφο.
- Αυτή ήταν η δύσκολη δουλειά που μου λέγανε; Ούτε που τη λογαριάζω πια.
Πέρασε έτσι δυναμικά το πρώτο παρθενικό τετράωρο, γεμίζοντας τα ακόμη τρυφερά μου στήθια περηφάνια και σιγουριά. Κατά τη μία το μεσημέρι, χαζεύοντας εδώ κι εκεί, έφθασα στο σπίτι. Η μάνα μου έπλενε ασταμάτητα σε μία μεγάλη σκάφη. Ήμαστε μεγάλη οικογένεια. Στην “φουφού” σιγοέβραζε το φαγητό. Κατά τις δύο επιτέλους στρώθηκε το τραπέζι.
Στις τρεισήμισι αφού ξάπλωσα για κανένα τεταρτάκι, κίνησα για “τ’ απουπέρα τα’ αλώνια” για τη βάρδια 16:00 – 20:00. Με την ίδια δύναμη και σιγουριά συνέχισα απτόητος και τη δεύτερη βάρδια. Το βραδάκι κατέβηκα μια βόλτα στα καφενεία. Αντάμωσα με τα φιλαράκια. Ήπιαμε αναψυκτικά. Με ρώτησαν για την δουλειά. Γεμάτος περηφάνια τους εξιστόρησα τα τεκταινόμενα. Γρήγορα-γρήγορα άλλαξα ρούχα, τι η ώρα είχε περάσει επικίνδυνα κι ίσα που πρόλαβα ακριβώς στις δώδεκα τα μεσάνυχτα να είμαι στο “πόστο” μου. Η μηχανή είχε ανάψει τα φώτα.
Όσο περνούσε η ώρα το κορμί βάραινε, τα βλέφαρά μου με δυσκολία τα κρατούσα ανοιχτά. Κάπου-κάπου πήγαινε να με πάρει ο ύπνος, αλλά τιναζόμουν απότομα, έπαιρνα βαθειά ανάσα ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια, και φουσκώνοντας τα στήθια, τα γέμιζα με αέρα. Η μονοτονία του βουητού της μηχανής θαρρείς παρέλυε το νευρικό σου σύστημα και σε παρέδινε αμαχητί στην ύπουλα επικίνδυνη αγκαλιά του Μορφέα. Τέλος πάντων, την πάλεψα κι αυτή τη βάρδια αρκετά δυνατά.
Κατά τις πέντε η ώρα – η νύχτα βαστούσε καλά ακόμα – έπεσα εξαντλημένος στο κρεβάτι, αλλά που να με πάρει ο ύπνος. Συγκλονισμένος από τον “κάματο” της δουλειάς, μάταια προσπαθούσα ν’ αποφύγω τον αβάσταχτο εφιάλτη της μηχανής. Σαν ταινία σ’ επανάληψη έβλεπα στα ελάχιστα λεπτά που με τύλιγε ο ύπνος, την μηχανή με τα φώτα, το βουητό, τις τροχαλίες, τους ιμάντες, όλα σε μια κίνηση “αέναη”, ακατάπαυστη, αιώνια θαρρείς, και πάνω σ’ όλα και απ’ όλα να κυριαρχεί το ανεβατόρι (ταινία) κι εγώ να σέρνω αγχωτικά, σπασμωδικά και γρήγορα τα δεμάτια μη και δεν προκάμω, τι πάνω στο στόμα της διαβολομηχανής περίμεναν οι άγγελοι του Βελζεβούλ, οι ταϊστές με τα γυριστά πριονωτά κλειδομάχαιρα να με πάρουν το κεφάλι. Αν υπάρχει κόλαση, κάπως έτσι θα πρέπει να είναι, σκεφτόμουνα καθώς πεταγόμουν απάνω για ν’ αποφύγω τον εφιάλτη. Σηκώθηκα κατά τις επτά και κίνησα πάλι μ’ ενθουσιασμό παρόλα αυτά για την πατόζα.
Πέρασαν έτσι δυο-τρία εικοσιτετράωρα με δυο ώρες ύπνο όλο κι όλο.
Το μεσημέρι της τέταρτης μέρας, ξαγρυπνισμένος και σακατεμένος από τη δουλειά κίνησα για το σπίτι, σέρνοντας κυριολεκτικά τα κουρασμένα πόδια μου μετά το τέλος της βάρδιας, όταν με συναπάντησε φουριόζα και λαχανιασμένη μια μεσήλικη γυναίκα.
- Έλα καλό μου παλικάρι να με βοηθήσεις λίγο ν’ αδειάσουμε στ’ αμπάρι το “γένν’μα”, ο άντρας μου θα ‘ρθει το βράδυ και φοβάμαι μη βρέξει.
Το ‘χε συνήθειο και χούι, κατά πως λένε, ν’ αγγαρεύει όποιον βρει πρόχειρο μπροστά της, και μάλιστα τα παιδαρέλια.
- Ωχ ρε θεια! Είμαι πτώμα. Έχω τρία μερόνυχτα να κοιμηθώ, έκανα προσπαθώντας ν’ αποφύγω το “πικρό τούτο ποτήρι”, και τα πόδια μου κατέρρευσαν απ’ την κούραση.
- Άντε Χρηστάκου μ’ και θα σε πληρώσω καλά. Ύστερα εσύ είσαι γερό παλικάρι και είσαι καλό παιδί και είμαστε και συγγενείς, το ξέρεις; ξανάρχισε τις γαλιφιές. Τέλος πάντων μ’ έφερε στο φιλότιμο.
Τα σακιά ήταν από κείνα τα μεγάλα χειροποίητα, τα αποκαλούμενα “χαράρια”, που έπαιρναν ακόμα και 120 οκάδες φορτίο, δυσανάλογα μεγάλο με το μικρό κι αδύνατο ακόμη σώμα μου. Έσφιξα τα δόντια και μαζί τους όλο το σώμα και συνεπικουρούμενος απ’ τη θεια Α., σαν άλλος Άτλαντας που κουβαλάει τη γη στους ώμους του, ανέβηκα με προσοχή τα τρία ξύλινα σκαλοπατάκια κι άδειασα με προσοχή το πρώτο σακί στ’ αμπάρι. Συνέχισα έτσι ώσπου κάποτε ολοκλήρωσα την αποστολή μου. Ικανοποιημένη η θεια Α. με κέρασε βανίλια και μ’ έδωσε κι ένα τάλιρο.
Κατά τις δύο η ώρα έφθασα επιτέλους στο σπίτι “παλαμοδέρνοντας” από την υπερβολική κούραση. Η μάνα μου μόλις είχε τελειώσει το φούρνισμα του ψωμιού. Το φαγητό αργούσε ακόμα να ετοιμασθεί. Κατά τις τρεις επιτέλους έφαγα λίγο ανόρεκτα κι έπεσα κατάκοπος να κοιμηθώ. Τα τρυφερά κι άγουρα ακόμη χέρια μου πονούσαν από την υπερβολική κούραση κι ένας μυρμηγκιαστός γλυκός πόνος άρχιζε από τις γεμάτο φουσκάλες παλάμες μου κι ανέβαινε γαργαλιστός στους βραχίονες για να καταλήξει βαρύς σαν πέλεκυς πάνω στις ασχημάτιστες ακόμα ωμοπλάτες μου. Άγριες σουβλιές τρυπούσαν τα κατάκοπα πόδια μου και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει από την ένταση τη μεγάλη. Αβάσταχτη κι ανείπωτη οδύνη κατέλαβε όλο το τρυφερό ακόμη “είναι” μου και μ’ έκανε να ξεστομίσω απελπισμένος, κιοτής για πρώτη ίσως και τελευταία φορά στη ζωή μου:
- Θεέ μου! Γιατί γεννήθηκα; Έτσι θα είναι η ζωή μου; Μια άβυσσος απελπισίας γεμάτη πόνους κι αγκάθια;
Καλύτερα να πέθαινα εδώ και τώρα, συλλογιόμουνα, όταν το βλέμμα μου έπεσε τυχαία σε μια εικόνα που είχε η μάνα μου δίπλα στο εικονοστάσι, “Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών”, και άνοιξα έναν αόριστο διάλογο με τον ίδιο τον Ιησού:
- Και συ Χριστέ μου, που είσαι και γιος του Θεού, και συ λίγνεψες αναλογιζόμενος τα μαρτύρια του Σταυρού και ζήτησες “Απελθέτω το ποτήριον τούτο απ’ εμού” από τον Πατέρα σου! Τι περιμένεις λοιπόν από μένα που είμαι ένα τίποτα μπροστά σου;
Σαν να μου φάνηκε ότι τα μάτια του κινήθηκαν στιγμιαία και το βλέμμα του έγινε αυστηρό στην αρχή και ελπιδοφόρα γλυκό μετά από λίγο. Ντράπηκα και δάκρυσα για την αδυναμία μου, για τις σκέψεις μου, για την “ΠΤΩΣΗ ΜΟΥ” απέναντι στο δώρο της ζωής, κι ορκίστηκα να μη ξανακιοτέψω στη ζωή μου.
Συνέχισα τ’ απόγευμα τη βάρδιά μου απτόητος. Μάλιστα “σαν από μηχανής θεός” η μηχανή (πατόζα) έπαθε κάποια βλάβη στις τροχαλίες της κι έτσι ώσπου να επισκευαστεί πέρασε ένα εικοσιτετράωρο, χρόνος ικανός για να ξεκουραστώ και ν’ αναλάβω δυνάμεις.
Από τότε θα κάνω πολλές δύσκολες και σκληρότατες εργασίες στη ζωή μου, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμησα, τηρώντας τον όρκο που έδωσα.

26/6/10

Διαφορά Δημητρίου Παπαθανασίου και Μαριγώς Βλάχου (1889)

Εισαγωγή
Άλλο ένα έγγραφο από το πολύτιμο αρχείο της Επισκοπής Αρδαμερίου. Πρόκειται για πρακτικό της συνεδρίασης του δικαστηρίου της επισκοπής Αρδαμερίου, το οποίο συγκλήθηκε για να εκδικάσει την συζυγική διαφορά μεταξύ του Δημητρίου Παπαθανασίου από τα Ρεσιτνίκια (Άγιο Πρόδρομο) και της Μαριγώς Βλάχου από τα Συπουτνίκια (Ριζά). Η συνεδρίαση έλαβε χώρα την 19η Μαΐου 1889.
Το έγγραφο έχει ως εξής:
Εν Γαλατίστη σήμερον την δεκάτην ενάτην του μηνός Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού ενάτου ημέραν δε της εβδομάδος σάββατον και ώραν μετά μεσημβρίαν ενάτην το δικαστήριον της ιεράς επισκοπής συγκείμενον από του προέδρου επισκόπου Αρδαμερίου Κωνσταντίου και των παρέδρων Οικονόμου Παπαβασιλείου, παπαΘεοδώρου, παπαΑθανασίου, Δημητρίου Δούκα, Κώνστα Πολύζου και Γεωργίου Βούρδα συνήλθεν εις τακτικήν συνεδρίαν εν τη αιθούση της ιεράς επισκοπής όπως θεωρήση και δικάση την υφισταμένην συζυγικήν διαφοράν μεταξύ του ενάγοντος Δημητρίου Παπαθανασίου εκ Ρεσιτνικίων και της εναγομένης Μαριγώς Κωνσταντίνου Βλάχου εκ Συποτνικίων. Και πρώτον μεν ανεγνώσθη η από 12ης του μηνός Μαΐου του ενεστώτος έτους αναφορά του ειρημένου εν η υπενθύμιζεν ότι και καλά τον παρελθόντα Σεπτέμβριον ανεφέρθη ότι προ ενός έτους νυμφευθείς την ρηθείσαν Μαριγών επί επτά μήνας συνέζησε μετ' αυτής ειρηνικώς, ακολούθως όμως καταραδιουργηθείσα αύτη υπό του εξ αδελφής αυτής γαμβρού Ιωάννου Τζιαρέλα και τον μητρόθεν θείου Χαϊδευτού Πρασά δια καταχθονίους σκοπούς και εξαπατηθείσα ότι ηδύνατο αύτη ίνα τη μεσιτεία ταύτων υπανδρευθή καταλληλότερον νέον δήθεν, πράγματι δε όπως κερδαίνοντες νεαρόν κατατρώγωσι την περιουσίαν ταύτης ως κηδεμόνες και διαχειρισταί αυτής, ήρξατο τρέχειν εν τήδε κακείσε και δεν επεριορίζετο εν τη συζυγική οικία και δεν εθεώρει τούτον ως σύζυγον ως και πρότεραν και εκαιροφυλάκει να εύρη καιρόν και ανέλθη παρά τω αδελφώ αυτής όπου και πρότερον διετέλει όπερ και κατώρθωσεν. Επειδή δε έκτοτε αύτη εν ουδενί παρεδέξατο επανελθείν παρ' αυτώ και συζήση καίτοι μεταχειρίσθη διαφόρους φίλους και συγγενείς, η δε τότε ταχθείσα εξάμηνος τοπική διάστασις προ πολλού έληξε και αύτη ουδαμώς διανοείται να επιστρέψη, δια ταύτα εξαιτείται την κανονικήν απ' αυτής διάζυξιν.
Συμπαρισταμένη δε και αύτη και ερωτηθείσα τίνος ένεκα δεν επανήρχετο παρά τω συζύγω αυτής προήβαλε διαφόρους λόγους και προφάσεις και ότι επειδή ούτος κακομεταχειρίζετο ταύτην και συνεχώς έδερε και δίκην κτήνους εθεώρει, δια τούτο ηδυνάτει ίνα μεθ' αυτού συζήση ουδ' αν τι γένοιτο, διό και αύτη επέμενεν εις την από τούτου διάζευξιν. Το δικαστήριον όμως ακούσαν αμφοτέρων των εκθέσεων και μη ευρίσκον λόγους αποχρώντας διαζεύξεως απεφάσισεν ίνα ο τυπικός χωρισμός παραταθή επί τρεις ως έξι μήνας.
Ενεκρίθησαν και απεφασίσθησαν αυθημερόν.
Ο πρόεδρος
Αρδαμερίου Κωνστάντιος
Οι πάρεδροι
Οικονόμος παπα Βασίλειος
παπα Θεόδωρος
παπα αθανάσιος

24/6/10

Τ' Αη-Γιαννιού

Χθες, παραμονή του γενέθλιου του Τιμίου Προδρόμου, στο χωριό μας αναβίωσε και πάλι το έθιμο του Αη-Γιάννη. Μετά τον εσπερινό, στον οποίο χοροστάτησε ο δεσπότης της Ι.Μ. Ιερισσού & Αρδαμερίου κ.κ. Νικόδημος, πλήθος κόσμου κατευθύνθηκε στο προαύλιο του παλαιού δημοτικού σχολείου.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού είχε ετοιμάσει τον χώρο, τοποθετώντας καθίσματα και προσφέροντας στους παρευρισκόμενους διάφορα εδέσματα. Στη συνέχεια τα παιδικά τμήματα του χορευτικού του συλλόγου παρουσίασαν με μεγάλη επιτυχία χορούς από όλη την Ελλάδα.

Η φωτιά άναψε, φωτίζοντας το κρύο βράδυ. Μικροί-μεγάλοι, τηρώντας το προαιώνιο έθιμο, ο ένας μετά τον άλλο, περνούσαν πάνω από την φωτιά - τρεις φορές όπως προστάζει η παράδοση - δίνοντας την υπόσχεση ότι το έθιμο θα επαναληφθεί και την επόμενη χρονιά, με τη φράση "Και τ' χρόν'". Στο τέλος κάηκαν στη φωτιά και τα στεφάνια που είχε φτιάξει ο κόσμος από το φυτό του "Αη-Γιάνν'".

Καθ' όλη την διάρκεια των εκδηλώσεων, ο χώρος του λαογραφικού μουσείου εντός του παλαιού δημοτικού σχολείου ήταν ανοιχτός, δίνοντας την ευκαιρία τόσο στους επισκέπτες, όσο και στους χωριανούς να θυμηθούν ή να γνωρίσουν εποχές αλλοτινές.
Συγχαρητήρια λοιπόν σε όλους όσους συμμετείχαν για να λάβει σάρκα και οστά αυτή η πολύ ωραία εκδήλωση.

19/6/10

Αίτημα κτηνοτρόφων Αγιοπροδρομιτών (1930)

Εφημερίδα: Φωνή της Χαλκιδικής
Τεύχος: 18
Ημερομηνία: 17 Αυγούστου 1930
ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ
Κατά την εις "Ζερβοχώρια" περιοδείαν μας παρουσιάσθη εν Αγίω Προδρόμω ενώπιον του Νομάρχου επιτροπή κτηνοτρόφων και εζήτησε προς αποφυγήν της καταστροφής της κτηνοτροφίας χιμαζομένης και εκ της ελλείψεως βοσκησίμων τόπων, την μείωσιν του επί των κτηνών επιβαλλομένου φόρου. Ο κ. Νομάρχης απήντησε τονίζων το αδύνατον της παραδοχής του αιτήματος τούτου, υπεσχέθη όμως την διενέργειαν των δεόντων δια την τμηματικήν είσπραξιν του εν λόγω φόρου.
Αλλ' ως φαίνεται ουδέν εγένετο και η κτηνοτρόφοι προσάγονται βιαίως δια την καταβολήν του φόρου. Νομίζομεν ότι είναι ακόμη καιρός να επέμβη η Νομαρχία προς λήξιν του τόσον ανακουφιστικού δια τους κτηνοτρόφους μέτρου της τμηματικής καταβολής του εν λόγω φόρου.

11/5/10

Πανηγύρι Αγίου Χριστοφόρου (09-05-2010)

29/4/10

Του νιο τουν ήρθι μήνυμα

Του νιο τουν ήρθι μήνυμα (του γάμου)

Ερ, τουν νιο τουν ήρθι μήνυμα
να πάει μακρύ ταξίδι.
Κι του ταξίδι, γεια σ' γαμπρέ μου, γειά σ'

κι του ταξίδι ήταν μακρύ
κι η νιος ξαγρυπνισμένος.

Να τουν ξυπνήσου μι νιρο
φουβούμι μην κρυώσει.
Να τουν ξυπνήσου μι κρασί,
φουβούμι μη μιθύσει.

Θα τουν ξυπνήσου μι φιλί.

24/4/10

Ο μπαρμπα-Κιρκόρ (Χρήστος Ι. Σαράφης)

Συγγραφέας: Χρήστος Ι. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 1994

Ο μπάρμπα-Κιρκόρ
Είχαμε σηκωθεί από νωρίς με τ’ αδέλφια μου να φτιάξουμε τους αετούς μας. Ήταν η “Καθαρή Δευτέρα” και δεν βλέπαμε την ώρα που θ’ ανεβαίναμε ψηλά στο “Αλωνούδι”, ένα όμορφο ύψωμα απέναντι από το χωριό, για να τους πετάξουμε. Ετοιμάσαμε τα καλάμια και κόψαμε το χαρτί. Κάπου όμως δεν μας έβγαινε σωστά, μας έλειπε δε κι η κόλλα.
- Να πάμε στον Κιρκόρ, είπε ο Δημήτρης.
- Και δεν πάμε, συμφωνήσαμε εγώ με τον Γιώργο. Αυτός έχει όλα τα σύνεργα, έχει και την κόλλα.
Πράγματι κάθε φορά που μας χρειαζόταν κάτι να κολλήσουμε, τρέχαμε στον Κιρκόρ και μας εξυπηρετούσε.
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Ε, μπάρμπα Κιρκόρ!
Πέρασαν δυο-τρία λεπτά και να σου ξεπρόβαλε απ’ τη μικρή πορτούλα γλυκά-γλυκά με το έξυπνο χαμόγελό του ο Κιρκόρ. Θα ‘ταν γύρω στα πενήντα πάνω-κάτω. Κοντός, παχουλός, μ’ ένα ολοστρόγγυλο καλοκάγαθο πρόσωπο, ελαφρώς γαμψή μύτη και δυο σπινθηροβόλα καστανά μάτια. Ένα μικρό μουστακάκι κάθετα κομμένο στο πάνω χείλος του μικρού σχετικά στόματός του συμπλήρωνε την εικόνα του.
- Τι θέλετε βρε Σαραφούδια; μας πείραξε.
- Τον αετό μας μπάρμπα Κιρκόρ… και του εξηγήσαμε τι θέλαμε.
- Εντάξει. Έγινε, μας αποκρίθηκε κι άρχισε το έργο του παίρνοντας τα σύνεργά του: κόλλες, ψαλίδια, μαχαίρια.
Ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα και Αρμένος στην καταγωγή. Βασανισμένος κι αυτός όπως κι ο λαός του. Είχε χάσει μάνα, πατέρα κι αδέρφια στην γενοκτονία του λαού του από τους Νεότουρκους. Κυνηγημένος κατάφερε να περάσει στην Ελλάδα και να βρεθεί στο χωριό μας. Το χωριό τον καλοδέχτηκε και εντάχθηκε γρήγορα στη μικρή μας κοινωνία. Καθώς ήταν καλός οδηγός, έμπειρος και ταλαντούχος, τον πήραν στη δούλεψή τους οι Μαυρογιάννηδες σ’ ένα από τα φορτηγά τους. Κάτι όμως έπαθαν τα πόδια του και μισοανάπηρος πια άνοιξε τσαγκαράδικο στο χωριό με τις οικονομίες που είχε μαζέψει.
Ένα μικρό δωματιάκι τρία επί τρία ήταν το μαγαζί του μαζί με όλο το νοικοκυριό. Στη μέση ο πάγκος με όλα τα σύνεργα της τέχνης του, σε μια άκρη το μονόκλινο ντιβάνι και πίσω από μια πρόχειρη κουρτίνα η κουζίνα με τον τενεκεδένιο νιπτήρα, τα πιατικά, το καμινέτο του καφέ και την γκαζιέρα για φαγητό.
Λόγω του παράξενου ονόματος (το αρμένικο μικρό του όνομα Κιρκόρ, στην ελληνική μεταφράζεται ως Γρηγόρης) και της διαφοράς του ως προς το ντύσιμο, την ομιλία και το επάγγελμα σε σύγκριση με τους συγχωριανούς μας που ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι, καθιερώθηκε στο χωριό μας ως ο Κιρκόρ. Έτσι χωρίς επίθετο ή άλλα παρατσούκλια.
Εμείς όμως οι μικροί κάθε φορά που θέλαμε να του ζητήσουμε μια χάρη τον αποκαλούσαμε μπάρμπα Κιρκόρ. Προσθέταμε και το μπάρμπα, για να του δώσουμε μεγαλοπρέπεια, μπας και δεν μας κάνει τα χατίρια. Κι ήταν πολλά αυτά. Από το κόλλημα των βιβλίων και των αετών με την “κααζίνη”, εκείνη την κόλλα με την έντονη μυρωδιά, μέχρι το μπάλωμα των πάντα τρύπιων υποδημάτων μας. Για αμοιβή αντί να πληρώσουμε μας γέμιζε τις τσέπες καραμέλες και σταφίδες.
Αγαπούσε όλα τα παιδιά, μα κι αυτά τον λάτρευαν γιατί ήταν αγνός σαν παιδί. Είχε ξεχάσει να μεγαλώσει. Η ψυχή του έμεινε παιδική. Δεν την άγγιξε ο πόλεμος, το μίσος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, το συμφέρον.
Τα Χριστούγεννα μ’ ένα ξύλινο βαλιτσάκι, που μέσα είχε ένα μικρό χωνάκι και μια χειροκίνητη μηχανούλα όμορφα τοποθετημένη και πεντακάθαρη, περιδιάβαινε τα σπίτια και μας “γέμιζε” τα λουκάνικα. Οι γονείς μας τον πλήρωναν τις περισσότερες φορές σε είδος.
Καθώς κατείχε καλά τις γεύσεις της Ανατολής λόγω καταγωγής, έφτιαχνε πολύ ωραίο παστουρμά. Τον συνόδευε πάντα με το τσίπουρο που κερνούσε στους μεγάλους, όσο αυτοί περίμεναν να τους φτιάξει τα παπούτσια.
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Φχαριστούμε μπάρμπα Κιρκόρ!
- Να ‘στε καλά Σαραφούδια.
Και καθώς φεύγαμε ευχαριστημένοι μας ξεπροβοδούσε:
- Θα σας βλέπω από δω κάτω. Α να δω, θα πιάσει τόπο η κόλλα να πετάξετε ψηλα; Άιντε καλή επιτυχία…
Τον ξανάδα το 1966 στη Θεσσαλονίκη, όταν πήγα στο 7ο Λύκειο. Απ’ το ’58 και μετά άρχισαν να αδειάζουν τα χωριά. Οι αγρότες απηυδισμένοι από τη φτώχεια, τις ατυχίες, τις θεομηνίες, τα χρέη και τα κομματικά μίση, κατάλοιπα του εμφυλίου, άδειαζαν κυριολεκτικά τα χωριά. Ολάκερες οικογένειες πουλούσαν όσο-όσο χωράφια, ζώα, σπίτια κι αναζητούσαν καλύτερη τύχη στην πόλη, στην οικοδομή, εργάτες στα εργοστάσια, στις υπηρεσίες καθαριότητας του δήμου και στη νεοφερμένη ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ. Οι νεότεροι και πιο τολμηροί κινούσαν μακρύτερα για τις φάμπρικες της Γερμανίας, τις στοές του Βελγίου, τη μακρινή Αυστραλία, την Αμερική.
Ερήμωσε η ύπαιθρος. Έφυγαν τα νιάτα. Έφυγαν τα παραγωγικά χέρια. Λιγόστεψαν τα παιδιά, σώπασαν κι οι γειτονιές απ’ τα χαρούμενα γέλια και ξεφωνητά. Λιγόστεψε το μεροκάματο και για τον Κιρκόρ. Μάζεψε τα λίγα του υπάρχοντα και φτου κι απ’ την αρχή. Πάνω που ‘χε βρει λιμάνι ν’ αράξει, πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Για να μη χάσει όμως την επαφή με το χωριό μας, που τόσο πολύ τ’ αγάπησε, νοίκιασε μια τρύπα πίσω από το πρακτορείο Χαλκιδικής, μέσα στη στοά Χορτιάτη. Δεν μπορούσα να τον φανταστώ να ζει αλλού παρά μέσα στην πολύβουη αυτή αγορά, όπου σ’ ένα μέρος της πουλούσαν φρούτα και λαχανικά και στο υπόλοιπο βίωναν τον αγώνα τους λευκοσιδηρουργεία, επιπλοποιεία, ουζερί και πατσατζίδικα.
Εκεί μέσα ο Κιρκόρ ξανάχτισε το βασίλειό του. Ο πάγκος με τις πρόκες, τα ματσακόνια, τα παράξενα μισομάχαιρα της τσαγκαράδικης τέχνης, το μονό ντιβάνι στη γωνία και πίσω απ’ την κουρτίνα η κουζίνα. Πηγαίναμε που και που αμούστακα παλικαράκια πια στα δεκαοχτώ-είκοσι και τον κάναμε συντροφιά. Μας κερνούσε τσίπουρο που το συνόδευε σχεδόν πάντα με παστουρμά και καραμανλίδικα. Μας αράδιαζε ανέκδοτα, διηγιόταν ιστορίες και αστειευόταν με όλους μας. Δεν είχε χάσει το χιούμορ του.
Πέρασαν χρόνια. Χαθήκαμε. Άλλοι για σπουδές, άλλοι φαντάροι, άλλοι δουλειές και οικογένεια, αραίωσαν οι επισκέψεις στο φτωχομάγαζο του Κιρκόρ. Κάποτε έμαθα ότι πέθανε από καρδιά ήρεμα κι απλά όπως έζησε…
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Ε, μπάρμπα Κιρκόρ! Θα σε θυμόμαστε πάντα.

16/4/10

Ενέδρα εναντίον τουρκικού αποσπάσματος στην περιοχή (1912)

Εφημερίδα: Μακεδονία
Τεύχος: 162
Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 1912
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΠΙΠΤΟΝΤΕΣ ΕΙΣ ΕΝΕΔΡΑΝ ΛΗΣΤΩΝ
ΦΟΝΟΣ ΕΦΙΠΠΟΥ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΟΣ
Ενώ προχθές επέστρεφον εκ Πολυγύρου της Χαλκιδικής εις την πόλιν μας ο χιλίαρχος των εφέδρων Αχμέτ βέης και ο λοχαγός της χωροφυλακής Κιαζήμ βέης και ο υπολοχαγός του αυτού σώματος Κιαμήλ εφέντης, συνοδευόμενοι υπό ευαρίθμων χωροφυλάκων εφίππων, μεταξύ των χωρίων Καγιτζήκ και Ρεσιτνίκια δύωρον απέχοντος του Πολυγύρου, ενέπεσαν εις ενέδραν στηθείσαν υπό της συμμορίας του ληστάρχου Μαυρονέζη.
Επηκολούθησε λυσσώδης συμπλοκή διαρκέσασα επί μίαν και πλέον ώραν. Τέλος δε οι λησταί προ της αντιστάσεως των αξιωματικών και χωροφυλάκων ετράπησαν εις φυγήν.
Εκ μεν των ληστών ουδείς έπαθε τι, εφονεύθη όμως εις χωροφύλαξ.

10/4/10

Το τσιφλίκι Ρεσιτνικίων στις αρχές του 19ου αιώνα

Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας. Μία κιβωτός γνώσης, σωστός θησαυρός για τους ερευνητές της ιστορίας του τόπου μας.

Στο ΙΑΜ διασώζεται το Αρχείο του μεταφραστικού γραφείου του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο είχε έδρα τον Πολύγυρο. Το έργο του μεταφραστικού γραφείου ήταν η μετάφραση οθωμανικών εγγράφων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως τεκμήρια σε διάφορες κτηματικές, κοινοτικές και λοιπές δικαστικές υποθέσεις. Μεταξύ αυτών βρίσκουμε και ένα σύνολο εγγράφων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν το 1927 σε μία κτηματική αντιδικία μεταξύ των Κοινοτήτων Σανών και Αγίου Προδρόμου, για την οποία θα κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά σε μελλοντική ανάρτηση. Πρόκειται για μεταφράσεις επίσημων οθωμανικών εγγράφων, με πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία των Ρεσιτνικίων-Αγίου Προδρόμου, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Τα δύο πρώτα - κατά χρονολογική σειρά - έγγραφα, τα οποία θα αναλύσουμε στη συνέχεια, είναι τα εξής:
"15/102 – 10 Ιουνίου 1927.
Ημείς ο Ιεροδικαστής της πόλεως Θεσσαλονίκης και των πέριξ αυτής υποκειμένων Μεχμέτ Επ’ουλ χαΐρ επικυρούμεν ότι:
Προς εξέτασιν και εξακρίβωσιν του ως κατωτέρω περιγραφομένου ζητήματος, διωρίσθη και απεστάλη εκ μέρους του κεντρικού ιεροδικαστηρίου, ο εκ των εναρέτων ιεροδικαστών Μεβλάνα Χασάν εφένδης, μετά του οποίου μεταβάντες εις το επίδικον μέρος, παρόντων και των κάτωθι γεγραμμένων ήτοι πληρεξουσίου του διαδίκου και μαρτύρων, προέβημεν εις την επιτόπιον εξέτασιν του υπό κρίσιν ζητήματος έχοντος ούτως.
Ο υιός του τσαούς Ζαδέ, Αχμέτ Ρεσίτ εφένδης1, έχων από πεντηκονταετίας και πλέον υπό την κατοχήν και κυριότητά του δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας (ταπουναμέ) γαίας κειμένας εντός της περιφερείας του τσιφλικίου Ρεσετνίκι, μέρος των γαιών τούτων διεκδικεί παρανόμως η Σεριφέ χανούμ ιδιοκτήτρια του παραμεθορίου αγροκτήματος Σανών. Ο ρηθείς Αχμέτ Ρεσίτ, δια του πληρεξουσίου αυτού Μεχμέτ αγά υιού Σουλεϊμάν, εξουσιοδοτημένου νομίμως να εκτελή πάσας τας νομίμους ενεργείας, ενώπιον του, επί του επιδίκου μέρους συγκροτηθέντος ιεροδικαστηρίου, παρόντος και του Διοικητού της περιφερείας [δυσανάγνωστο όνομα] Πεκήρ αγά υιόν Αχμέτ, επανέλαβεν το περιεχόμενον της επί τούτω επιδοθείσης αγωγής ως εξής: ο ενάγων Αχμέτ Ρεσίτ εφένδης, από πεντηκονταετίας και εντεύθεν έχων υπό την κατοχήν και κυριότητά του γαίας κειμένας εντός της περιφερείας του αγροκτήματος του Ρεσετνίκι μέρος αυτών δηλονότι τας συνορευομένας από τα κατωτέρω σημεία, ήτοι αρχομένου του σημείου από το χωρίζον το δυτικόν μέρος του συνόρου του χωρίου Δουμπγιάν ένθα υπάρχουσι συσσωρευμένοι λίθοι (τουκιουντού τασλάρ) εκείθεν προχωρεί προς τον λόφον όπου υπάρχουν ωσαύτως συσσωρευμένοι λίθοι (τουκιουντού τασλάρ) και εκείθεν προχωρεί προς το βόρειον και φθάνει ως το πετρώδες δένδρον (τασλή μισιέ αγατσή) εκείθεν προς ανατολάς προς ετέραν δρυν (Μισιέ αγατσή), παλαιόν αλωνότοπον εις θέσιν Φουντουτά Πουρνάρια (Τοπ πουρναρλήκ) εκείθεν παραλλήλως προς τον εις Πολύγυρον άγοντα δρόμον με σύνορον Τοπλικείου, ριζιακήν μεγάλην πέτραν (Γελ; Κιπίρ τας) και εκείθεν προχωρών φθάνει εις το βουνόν του ειρημένου χωρίου Ρεσετνίκι όπου εν αυτώ και τελειώνει. Τας γαίας και τας δασικάς εκτάσεις αίτινες περιλαμβάνονται εις τα σύνορα ταύτα, η ιδιοκτήτρια του παρακειμένου τσιφλικίου Σανών Σεριφέ Νεφισέ χανούμ κόρη του Αλή αγά ταμειακού υπαλλήλου, αξιούσα και ισχυριζομένη ότι είναι εκ των γαιών του αγροκτήματός της από διετίας και εντεύθεν, αυθαιρέτως επεμβαίνει και καταλαμβάνει ταύτας, ο δε ενάγων Αχμέτ Ρεσίτ εφένδης, ενώ κατ’ επανάληψιν ητήσατο όπως ενεργηθή η επί τόπου εξέλεγξις και διαδικασία, εν τούτοις η ρηθείσα εναγομένη, προβάλλουσα αβασίμους και ανυποστάτους δικαιολογίας απέφυγε να παρουσιασθή και ηρνήθη να παραστή είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπου της κατά την διαδικασίαν. Η υπόθεσις αύτη αναφερθείσα νομίμως τη υψηλή Πύλη εξεδόθη και δια μέσου του κλητήρος Χαλίλ Αγά υπηρετούντος παρά τη υπηρεσία της Μεγάλης Βεζυρίας, απεστάλη υψηλή διαταγή, επιτάσσουσα ίνα γίνη η δέουσα επιτόπιος εξέτασις και διαδικασία επί των διαφιλονικουμένων γαιών. Η ρηθείσα εναγομένη καίτοι κληθείσα νομίμως ηρνήθη και αύθις να παρουσιασθή προς διαδικασίαν θέλουσα δια της απειθείας να καταστρέψη και εξαφανίση το δίκαιον. Ως δε εξηκριβώθι εκ των καταθέσεων των προσαχθέντων αξιοπίστων πραγματογνωμόνων μαρτύρων, αι υπό κρίσιν γαίαις και εκτάσεις εισίν υπό την κατοχήν και κυριότητα του ενάγοντος Ρεσίτ εφένδη και ητήσατο να εκδοθή ιεροδικαστικήν απόφασις. Ερωτηθέντων των παρευρισκομένων μαρτύρων Γιαζιτζή Ζαδέ χουσεΐν αγά, κατοίκου του χωρίου Σοφλάρι, του Αβδούλ κερίμ αγά υιού Αχμέτ και του χουσεΐν αγά υιού Αχμέτ κατοίκων του χωρίου Καρκή Γκιόλ ως και ετέρων παρευρεθέντων πολλών, ανθρώπων αμερολήπτων και αξιοπίστων, εδήλωσαν και ομολόγησαν αφόβως και ανεπηρεάστως ότι αι γαίαι και αι ορειναί εκτάσεις αίτινες περιλαμβάνονται εις τα ανωτέρω ειρημένα όρια, ανήκουσι ανέκαθεν εις το χωρίον Ρεσετνίκι και από πεντηκονταετίας τα κατέχει, νέμεται και εξουσιάζει ο ρηθείς ενάγων Αχμέτ Ρεσίτ, άνευ φιλονεικείας τινός ακωλύτως. Επειδή η εναγομένη Νεφισέ χανούμ άνευ ουδενός τίτλου νομίμου, αυθαιρέτως επεμβαίνει επί των υπό κρίσιν γαιών τουθ’ όπερ αντίκειται εις τας διατάξεις του ιερού Νόμου, αποφασίζομεν όπως, αιρουμένης πάσης αυθαιρέτου και παρανόμου επεμβάσεως της ρηθείσης εναγομένης Νεφισέ χανούμ επί των ως ανωτέρω περιγραφομένων γαιών και ορεινών εκτάσεων, διατάσσομεν την παραμονήν, ως και πρότερον και την οριστικήν κατοχήν και κυριότητα του ενάγοντος Αχμέτ Ρεσίτ εφένδη, συνωδά τη σχετική υψηλή Διαταγή. Εφ’ ω εξεδόθη η παρούσα απόφασις της 15 μηνός Ρεπιούλ-αχήρ και έτους χιλιοστού διακοσιοστού εικοστού (ελλ. 1804) και εδόθη εις χείρας του ειρημένου Αχμέτ Ρεσίτ εφένδη. Οι παρευρεθέντες μάρτυρες Μαχλήρ οσμάν Ζαΐμ χουσεΐν αγά, Μεχμέτ Εμίν Βέης, Γραμματεύς Μεχμέτ εμίν εφένδης, χαφούζ Νουμάν, Μεχμέτ ταχαίρ και χαφούζ μεχμέτ εφένδην.
Ο ερμηνεύς
Γ. Καζάνης2"
-----------------------------------------------------------------------------------------------
"14/101 - 9 Ιουνίου 1927.
Αυτοκρατορικόν Μονόγραμμα
Δικαιότερε και ικανότερε των Μουσουλμάνων δικαστών, κάλλιστε των πιστευόντων τον θεόν και μόνον, πηγή αρετής και γνώσεως, [δυσανάγνωστη λέξη] πάντων των πλασμάτων, πανάξιε της μεγάλης ευσπλαχνίας του [δυσανάγνωστη λέξη] Παντάνακτος, Ημέτερε κύριε Ιεροδικαστά Θεσσαλονίκης, αυξηθείνωσαι αι αρεταί σου. Άμα φθάση το υψηλόν τούτο Αυτοκρατορικόν Μου Διάταγμα έστω γνωστόν ότι:
Ο δι’ αρετών κεκοσμημένος Μεβλιάνα Αχμέτ Ρεσίτ, υιός του πρώην ιεροδικαστού Σόφιας Τσαούς Ζαδέ, έχων κληρονομικώ δικαίω μεταβιβασθέν παρά του πατρός του, χωρίον κείμενον εν τω διαμερίσματι Παζαρούδας περιφέρειας Θεσσαλονίκης ονομαζόμενον Ρεσετνίκι και ενώ κατέχει και εξουσιάζει, νέμεται και καλλιεργεί κατ’ έτος τας γαίας αυτού και καταβάλη ετησίως τον νόμιμον φόρον δεκάτης εις το Δημόσιον (κύριον της γης), η σύζυγος του πρώην εφόρου Καπνών Κωνσταντινουπόλεως, Νεφισέ, εναντίον των διατάξεων του ιερού Νόμου, αυθαιρέτως επεμβαίνει και καταλαμβάνει τας ως ανωτέρω ειρημένας γαίας και προς διαδικασίαν ενώ εκλήθη νομίμως παρά του οικείου ιεροδικαστού, απειθούσα, δεν παρουσιάσθη και ούτως παρεβίασεν ουσιωδώς τας διατάξεις του Νόμου και επί τη βάσει της αγωγής εξεδόθη ιεροδικαστική απόφασις υπέρ αυτού, ήτις κοινοποιηθείσα δια του δικαστικού κλητήρος νομίμως, έλαβε γνώσιν αυτής. Η δε παρά της Υψηλής Μου Πύλης, περί τα μέσα μηνός Σαφέρ ενεστώτος έτους εκδοθείσα και προς τον και ικανότητι διακεκριμένω διοικητήν Σαντζακίου Θεσσαλονίκης αποσταλείσα διαταγή περί ενεργείας της νομίμου διαδικασίας, ενώ η ειρημένη εκλήθη νομίμως δια του δικαστικού κλητήρος, δεν παρουσιάσθη κατά την διαδικασίαν ίνα προβάλη ταις τυχόν ενστάσεις ή αξιώσεις, θέλουσα δια τον τρόπον της απειθείας και ερημοδικίας να εκμηδενίσει το δίκαιον του αντιδίκου, ως απεδείχθη εκ της νομίμου προαγωγής της δίκης και είναι αληθές ότι τας υπό κρίσιν γαίας, μέχρι τελευταίων ετών ο ειρημένος είχεν υπό κατοχήν και κυριότητά του από πεντηκονταετίας, άνευ φιλονικίας τινός, ως εξακριβώθη εκ των μαρτυρικών καταθέσεων των κατοίκων του παρακειμένου χωρίου Σοφλάρι, η δε ρηθείσα εναγομένη άνευ ουδενός νομίμου τίτλου επεμβαίνει και αυθαιρέτως καταλαμβάνει τας γαίας και εκτάσεις ταύτας τουθ’ όπερ αντίκειται εις τας διατάξεις του ιερού δικαίου και συνεπώς η πράξις αυτή τυγχάνει αξιόμεμπτος και επιτιμητέα και ητήσατο ο ενάγων όπως εκδοθή Αυτοκρατορικόν Μου Διάταγμα, ίνα ο ειρημένος Μεβλάνα Αχμέτ Ρεσίτ, ακωλύτως εξουσιάζη και νέμεται ταύτας ως και πρότερον. Κατόπιν της Ημετέρας Διαταγής, γενομένης εκ μέρους της εναρέτου υμών ιεροδικαστικής υπηρεσίας, η νόμιμος διαδικασία, εξεδόθη η τη Υψηλή Πύλη ημών υποβληθείσα απόφασις, συνοδευομένη με το σχετικόν έγγραφον, της οποίας αποφάσεως το περιεχόμενον, ως αληθές επεκυρώθη και εσημειώθη εις το περιθώριον η δέουσα προσεπικύρωσις και εξεδόθη η υψηλή Αυτοκρατορική Μου Διαταγή. Λοιπόν, έστω υμίν ενάρετε ιεροδικαστά μου, γνωστόν ότι επεκυρώθη το περιεχόμενον της υποβληθείσης δικαστικής υμών αποφάσεως και εκθέσεως και εξεδόθη Αυτοκρατορικόν Διάταγμά μου, όπως του λοιπού παρεμποδισθή πάσα επέμβασις παράνομος της ρηθείσης εναγομένης και να μεριμνήσητε όπως αι υπό κρίσιν ειρημέναι γαίαι και εκτάσεις, κατέχονται και εξουσιάζονται και νέμονται και καλλιεργούνται παρά του ρηθέντος Μεβλάνα Αχμέτ Ρεσίτ ως και πρότερον. Όθεν άμα τη αφίξει της υψηλής αυτής διαταγής Μου, εκτελεσθήτω συνωδά τω περιεχομένω Αυτής. Ούτω γινώσκητε και εις το ιερόν Μου Σύμβολον πιστεύετε. Εγράφη περί τα μέσα μηνός Ρεπιούλ-αχήρ και έτους χιλιοστού διακοσιοστού εικοστού (1804).

Ο ερμηνεύς
Γ. Καζάνης"
----------------------------------------------------------------------------------------------
Πρόκειται λοιπόν για δύο πολύ σημαντικά, από άποψη πληροφοριών, έγγραφα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Και τα δύο έγγραφα χρονολογούνται στα 1804 (1220 μ.Ε σύμφωνα με την μουσουλμανική χρονολόγηση). Την εποχή εκείνη όπως αναφέρεται, τα Ρεσιτνίκια ήταν τσιφλίκι του οθωμανού Αχμέτ Ρεσίτ, ο οποίος το κατείχε "κληρονομικώ δικαίω παρά του πατρός του", πρώην ιεροδικαστή Σόφιας Τσαούς Ζαδέ εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια, δηλαδή πριν το 1754, έχοντας στα χέρια του και τον απαραίτητο τίτλο ιδιοκτησίας. Όχι μόνο το κατείχε, αλλά νέμονταν και καλλιεργούσε την γη του κάθε έτος, πληρώνοντας τους απαραίτητους φόρους (δεκάτη).
Εκείνη την εποχή, το τσιφλίκι των Σανών ήταν ιδιοκτησίας της οθωμανής Σεριφέ Νεφισέ χανούμ, κόρης του Αλή αγά, ταμειακού υπαλλήλου και σύζυγος του πρώην εφόρου Καπνών Κων/πολης. Από το 1802 όμως, "από διετίας και εντεύθεν", η Νεφισέ ισχυριζόμενη ότι μέρος του τσιφλικίου Ρεσιτνικίων ανήκει στο τσιφλίκι Σανών, "αυθαιρέτως επεμβαίνει και καταλαμβάνει" αυτές τις περιοχές. Όπως σημειώνεται, ο Αχμέτ Ρεσίτ "κατ' επανάληψιν" αιτήθηκε να διενεργηθεί επιτόπιος εξέταση του ζητήματος, αλλά η Νεφισέ, ενώ κλήθηκε από τον ιεροδικαστή Θεσσαλονίκης και προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες, ουδέποτε παρουσιάστηκε, είτε η ίδια, είτε δι' αντιπροσώπου της.
Η υπόθεση γνωστοποιήθηκε "νομίμως" στην Υψηλή Πύλη, προφανώς δηλαδή εστάλη αναφορά, με αποτέλεσμα να αποσταλεί "Υψηλή διαταγή" όπως διενεργηθεί επιτόπιος εξέταση στο διαφιλονικούμενο μέρος. Ο ιεροδικαστής Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Επ'ουλ Χαϊρ, απέστειλε τον ιεροδικαστή Χασάν εφένδη στην εν λόγω περιοχή με σκοπό την σύσταση ιεροδικαστηρίου, προς διελεύκανση της υπόθεσης.
Παρόντες στην διαδικασία ήταν ο ιεροδικαστής, ο πληρεξούσιος του Αχμέτ Ρεσίτ, Μεχμέτ αγά, ο διοικητής της περιφέρειας - μάλλον της Παζαριάς όπου ανήκαν τα δύο τσιφλίκια - Πεκήρ αγάς, και πλήθος "αξιοπίστων πραγματογνωμόνων μαρτύρων" από διάφορα χωριά, όπως το Σοφλάρι (μαχαλάς δίπλα στην Καλαμωτού) και Καρή Γκιόλ (Καλαμωτό). Η Νεφισέ απουσίαζε. Στη συνέχεια διαβάστηκε η επιδοθείσα αγωγή, αναφέροντας το ιστορικό της αντιδικίας, περιλαμβάνοντας λεπτομερή περιγραφή της αμφισβητούμενης περιοχής, την οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Έπειτα ρωτήθηκαν οι μάρτυρες, οι οποίοι "αφόβως και ανεπηρεάστως" δήλωσαν ότι η εν λόγω περιοχή ανήκε ανέκαθεν στο τσιφλίκι Ρεσιτνικίων και εδώ και πενήντα τουλάχιστον χρόνια στον Αχμέτ Ρεσίτ, χωρίς να έχει έως τότε καμία φιλονικία με κανέναν. Κατείχε νομίμως την περιοχή, δηλαδή είχε τίτλους ιδιοκτησίας, σε αντίθεση με την Νεσιφέ που ήταν "άνευ ουδενός τίτλου νομίμου".
Η ετυμηγορία του ιεροδικαστηρίου βγήκε υπέρ του Αχμέτ Ρεσίτ, διατάζοντας την παραμονή "ως και πρότερον", την οριστική κατοχή και κυριότητα των εκτάσεων αυτών από τον ίδιο. Στη συνέχεια απεστάλη η ιεροδικαστική απόφαση στην Υψηλή Πύλη, της οποίας το περιεχόμενο "επικυρώθη ως αληθές" και εκδόθηκε Αυτοκρατορικό Διάταγμα (έγγραφο #2), το οποίο απεστάλη στον ιεροδικαστή Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτό, ο ιεροδικαστής πρέπει να μεριμνήσει ώστε να παρεμποδιστεί κάθε περαιτέρω παράνομη επέμβαση της Νεφισέ στις συγκεκριμένες εκτάσεις, οι οποίες στο εξής θα κατέχονται, εξουσιάζονται και νέμονται "ως και πρότερον" από τον Αχμέτ Ρεσίτ.
Όπως προαναφέραμε, στο πρώτο έγγραφο γίνεται λεπτομερής περιγραφή της περιοχής εν αντιδικία. Ως ορόσημα έχουν χρησιμοποιηθεί φυσικοί οι τεχνητοί σχηματισμοί της περιοχής, χαρακτηριστικά σημεία κτλ. Η περιγραφή ξεκινάει από το δυτικό σύνορο Δουμπιών-Αγίου Προδρόμου, όπου υπάρχουν συσσωρευμένες πέτρες (Εικόνες 1, 2, 3) και προχωράει, όπως αναφέρεται επάνω εις τον λόφο όπου υπάρχουν επίσης συσσωρευμένες πέτρες (Τοκιουντού τασλάρ). Το δεύτερο αυτο σημείο πρέπει να είναι στην ανατολική κορυφή του λόφου, όπου ακόμη και σήμερα η τοποθεσία λέγεται Σημείο, δηλαδή σημάδι, και αναφέρεται από τους παλαιότερους ως σύνορο με τα Σανά. Στην κορυφή αυτού του λόφου διακρίνονται ακόμη και σήμερα λιθοσωροί, σκεπασμένοι από πουρνάρια (Εικόνες 4, 5, 6, 7). Στη συνέχεια, προχωρώντας ΒΑ, αναφέρονται δύο σημεία, το πετρώδες δέντρο (Τασλή μισιέ αγατσή) και μία βελανιδιά (δρυς-Μισιέ αγατσή). Αυτά τα σημεία είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν, γιατί μετά από 200 και πλέον χρόνια αυτά τα δέντρα δεν υπάρχουν.
Κατόπιν, κατευθυνόμενοι ανατολικά, φτάνουμε στον Παλαιό αλωνότοπο, στην θέση Φουντουτά πουρνάρια. Η τοποθεσία αυτή σήμερα πρέπει να ανήκει στην κτηματική περιοχή Σανών, και βρίσκεται πίσω από το βουνό Νέυφτος (Εικόνες 8, 9). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το όνομα "παλαιός" αλωνότοπος, ένα αλώνι δηλαδή το οποίο ήδη το 1804 θεωρούνταν παλιό, και ίσως βρισκόταν σε αχρηστία. Τα πουρνάρια υποδηλώνουν δασική έκταση. Το εν λόγω σύνορο προχωράει παράλληλα προς τον άγοντα προς τον Πολύγυρο δρόμο (ο ανηφορικός δρόμος από Σανά για Πολύγυρο, που φτάνει μέχρι την τοποθεσία Κερασιά. Βλέπε εικόνες 10, 11, 12), φτάνει στην Ριζιακή μεγάλη πέτρα, προφανώς κάποια πολύ χαρακτηριστική πέτρα, η οποία ξεχωρίζει στο γύρω περιβάλλον, και καταλήγει στο βουνό του χωριού Ρεσιτνίκι, δηλαδή την ΒΑ πλευρά του Νέυφτου.
Αυτές είναι οι κυριότερες πληροφορίες που αντλούμε από τα συγκεκριμένα έγγραφα. Η "διαμάχη" για αυτήν την περιοχή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, μεταξύ άλλων όμως ατόμων, μια και τα παραπάνω ειρημένα τσιφλίκια-χωριά περνούν στην κυριότητα είτε των κατοίκων τους, είτε άλλων ιδιοκτητών.
Φωτογραφίες

Εικόνα 1. Το πρώτο σημείο που αναφέρεται (Δουκιουντού τασλάρ), στο δυτικό σύνορο με τα ΔουμπιάΕικόνα 2. Συσσωρευμένες πέτρες (ορόσημο) και στο βάθος τα ΔουμπιάΕικόνα 3. Συσσωρευμένες πέτρες (Δουκιουντού τασλάρ)Εικόνα 4. Στην κορυφή του εικονιζόμενου λόφου βρίσκεται η τοποθεσία Σημείο, το οριοθετημένο με πέτρες σύνορο Σανών-Αγίου ΠροδρόμουΕικόνα 5. Λιθοσωρός στη βάση του λόφουΕικόνα 6. Συσσωρευμένες πέτρες (Σημείο) στην κορυφή του λόφου. Τα πουρνάρια έχουν καλύψει τις πέτρεςΕικόνα 7. Σκορπισμένες πέτρες στη μέση του λόφουΕικόνα 8. Λόφος πίσω από το βουνό Νέυφτος. Ίσως πρόκειται για την τοποθεσία Παλιός αλωνότοποςΕικόνα 9. Η δασική έκταση πίσω από Νέυφτο. Κάπου εκεί θα πρέπει να αναζητηθεί η τοποθεσία Φουντουτά πουρνάριαΕικόνα 10. Στο σημείο αυτό ενώνεται ο αγροτικός δρόμος με τον δημόσιο δρόμο που οδηγεί στην τοποθεσία ΚερασιάΕικόνα 11. Η Κερασιά. Στο δεξιό μέρος της φωτογραφίας τα Σανά και τα ΔουμπιάΕικόνα 12. Μεγάλος αποκομμένος βράχος πίσω από την Κερασιά. Ίσως πρόκειται για την Ριζιακή μεγάλη πέτρα που αναφέρεται στο έγγραφο

Υποσημειώσεις

1. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Τσαούς Ζαδέ Αχμέτ Ρεσίτ, αναφέρεται ως ανακαινιστής του οθωμανικού λουτρού Yahudi hamami της Θεσσαλονίκης, ένα μέρος του οποίου ανήκε στο βακούφι του. Το συγκεκριμένο χαμάμ διασώζεται ακόμη και σήμερα στην περιοχή "Λουλουδάδικα". Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Περιοδικό σύγγραμμα "Μακεδονικά", Τ. 27, 1974 και πιο συγκεκριμένα το άρθρο της Ευαγγελίας Χατζητρύφωνος "Το οθωμανικό λουτρό της αγοράς Yahudi hamami (Λουλουδάδικα) της Θεσσαλονίκης".

2. Ερμηνευτής των τουρκικών αυτών εγγράφων είναι ο Γεώργιος Καζάνης, με καταγωγή από την Νικήτη. Υπήρξε τελευταίος διευθυντής του περιβόητου Ρουμ Καλεμί του Πολυγύρου και μεταφραστής μετά την απελευθέρωση στο μεταφραστικό γραφείο του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Βλ. περιοδικό "Πολύγυρος", Τ. 20, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2004 και πιο συγκεκριμένα το άρθρο του κ. Γιάννη Δ. Κανατά, "Γεώργιος Ι. Καζάνης".