2/11/09
Ανέγερση σχολείου στα Ριζά (Σιποτνίκια)
Εφημερίδα: Ερμής
Τεύχος: 210
Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 1877
ΔΙΑΤΡΙΒΗ
τη Συντάξει του "Ερμού".
Η κοινότης ημών εμψυχωθείσα εκ της συνδρομής του κ. Αθανασίου Χαϊδευτού, απεφάσισεν την ανέγερσιν Σχολείου εν τη χώρα ημών. Μη δυναμένη δε να επαρκέση εις τας ανάγκας τοιούτου οικοδομήματος, κατέφυγε να επικαλεσθή και τας συνδρομάς πάντων των φιλομούσων. Ευχαριστούντες όθεν πάντας, όσοι ευηρεστήθησαν να παράσχωσιν ημίν την συνδρομήν των, θεωρούμεν χρέος, ίνα δημοσίως εκφρασθώμεν την ευγνωμοσύνην ημών προς τους όντως αξιεπαίνους κατοίκους Πολυγύρου, οίτινες εν όλη τη ανεχεία των, παρέσχον ημίν γενναίαν χρηματικήν συνδρομήν. Ιδία δε απονέμομεν την ευγνωμοσύνην ημών προς τον πρώην Καϊμακάμην Κασσάνδρας Εξ. Αβδουλά Πασσάν και τους περί αυτόν υπαλλήλους, δια την οποίαν παρέσχον ημίν γενναίαν και αφειδή συνδρομήν. Εν Συποτνικίοις, τη 10 Ιουλίου 1877. Οι αντιπρόσωποι
ΠΑΝΟΣ ΛΗΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
29/10/09
Ενοικιαστήριο μέρους της οικίας του Αργυρίου Δημ. Μαχαιρά (1881)
Εισαγωγή
Άλλο ένα έγγραφο από το πολύτιμο αρχείο της Επισκοπής Αρδαμερίου. Πρόκειται για ένα συμφωνητικό μεταξύ του Γαλατσάνου Δημητρίου Μαχαιρά και του Σαραφιανού Αγγέλου από τον Άγιο Πρόδρομο (Ρεσιτνίκια) του έτους 1881. Δεν γνωρίζουμε ποιός ήταν αυτός ο Σαραφιανός και η γυναίκα του Γερακίνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Το έγγραφο έχει ως εξής:
Εν Γαλατίστη σήμερον τη εικοστή πρώτη του μηνός Απριλίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού πρώτου έτους ημέρα δε της εβδομάδος Τρίτη και ώρα πρωϊνή τετάρτη παραστάντες ενώπιον του Πανιερωτάτου αρχιερέως ημών αγίου Αρδαμερίου κ. Κωνσταντίου ότι Δημήτριος Αργυρίου Μαχαιράς και Σαραφιανός Αγγέλου εκ Ρεσιτνικίων συνεβάλοντο ως εξής, ο μεν ρηθείς Δημήτριος Αργυρίου Μαχαιράς, δίδει την κατερειπωμένην οικίαν του τω Σαραφιανώ Αγγέλου ίνα οικοδομήση εν δωμάτειον ανώγειον προκαταβάλλων δέκα λίρας οθωμανικάς αριθ. 10 δια την οικοδομήν επί τω όρω να κατοικήση εν τω δωματίω τούτω επί εξαετίαν αντί του τόκου των προκαταβλησομένων δέκα λιρών εκπίπτων συνάμα εκ τούτων ανά ημίσειαν λίραν κατ' έτος, μετά δε την εξαετίαν να αποδίδη τω ειρημένω Σαραφιανώ επτά λίρας αριθ. 7 και ούτω να εξέρχηται της οικίας, εν περιπτώσει δε καθ' ην δεν δυναθή να αποδώση τας υποληφθησομένας επτά λίρας, ο Σαραφιανός δικαιούται να υπενοικιάζη το δωμάτιον τούτο μετά του υπ' αυτό κατωγείου μέχρις ου άπαν το κεφάλαιον των επτά λιρών εξοφληθή.
Β: δε να πληρώνη και ως ενοίκιον ο Σαραφιανός ούτος και δια του εν αυτώ καλλιεργηθησόμενον κήπον ανά έν αργυρούν μεντζίτιον κατ' έτος.
Γ: ο δε Σαραφιανός οφείλει ίνα από σήμερον προκαταθέση τας ρηθείσας δέκα λίρας και άρξηται της επισκευής της οικίας, μετά δε το πέρας ταύτης κατοικήσει εν ταύτη ότε και θεωρηθείσεται ότι άρχεται και ο καιρός της ενοικιάσεως, τούδε ένεκα συνετάγη το δε το συμβόλαιον έγγραφον δηλούν την αμοιβαίαν παραδοχήν των εν αυτώ όρων και φέρων τας υπογραφάς των ενδιαφερομένων Δημητρίου Αργυρίου Μαχαιρά, και Σαραφιανού Αγγέλου χάριν ασφαλείας και ησυχίας αμφοτέρων. Εν περιπτώσει δε θανάτου του Σαραφιανού το δικαίωμα τούτου, ήτον τα λεχθέντα δια τον Σαραφιανόν, μεταβιβάζονται εις την σύζυγον αυτού Γερακίναν. Όθεν καταχωρηθέν εν τω της ιεράς Επισκοπής κώδικι, μαρτυρηθέν προηγουμένως υπό των κάτωθεν αξιοπίστων μαρτύρων και σφραγισθέν τη σφραγίδι ταύτης και επικυρωθέν υπό του αρχιερέως ημών αγίου Αρδαμερίου κ. Κωνσταντίου, εδόθη τω Σαραφιανώ δια τα περαιτέρω.
>> Δημήτριος Αργυρίου Μαχαιράς βεβαιώνω τα άνωθεν
>> Σαραφιανός Αγγέλου βεβαιώ τα άνωθεν
>> Δημ
>> Δημήτριος Ιωάννου μαρτυρώ
>> Γεώργιος Α. Μπούρδα μαρτυρώ
>> Γιαννάκις Ιωάννου μαρτυρώ.
27/10/09
Ενθύμιον πολέμου 27-11-1940
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο μέτωπο, έναν μήνα μετά την κήρυξη του πολέμου, στις 27/11/1940, όπως μαρτυρεί και η σημείωση στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Στην κάτω σειρά και στη μέση διακρίνεται ο Ιωάννης Δ. Σαράφης, ενώ δεξιά του κάθεται ο Αριστείδης Οζούνης, και οι δύο κάτοικοι Αγίου Προδρόμου.Απόσπασμα από το "Άξιον Εστί", του Οδυσσέα Ελύτη
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, και είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκατοβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχοι σοβαροί κι αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μια-μια εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανεβεί η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε, ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πρίχου ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθιό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε καθρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν είμασταν οι ίδιοι. Μόνε σα να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, πού 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του 97 ή του 12, μπαλτατζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τουρκών. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι-πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνήθαν στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύννεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη όπου πολλές φορές εκατοβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλουσίους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε, απ' τ' άλλο μέρος vα 'ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιώνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι όπου σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. "Όι, όι μάνα μου"," όι, όι μάνα μου", και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους, κι οι τσέπες γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές-μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες...
24/10/09
Προικοσύμφωνο μεταξύ Θεοδώρου Μακρή και Μαρίας Κοστηλήτη (1913)
Εισαγωγή
Το συγκεκριμμένο προικοσύμφωνο προέρχεται επίσης από το αρχείο της Ιεράς Επισκοπής Αρδαμερίου. Συντάχθηκε στα Ρεσετνίκια (Άγιο Πρόδρομο), το έτος 1913, και αποτελεί τυπικό δείγμα προικοσύμφωνου.
Το προικοσύμφωνο στα παλιά χρόνια ήταν ένα απαραίτητο συμφωνητικό μεταξύ των δύο οικογενειών σε έναν γάμο. Ουσιαστικά αποτελούσε την "λίστα γάμου" μίας μέλλουσας νύφης, με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκόμιζε από την οικογένειά της. Η περιουσία αυτή καταγραφόταν λεπτομερώς και περιελάμβανε είδη ενδύσεως και υποδύσεως, είδη οικιακής χρήσης, δώρα προς τον γαμπρό και τους συγγενείς του, ενίοτε και ακίνητη περιουσία. Το προικοσύμφωνο περιελάμβανε και τα απαραίτητα δώρα από την πλευρά του γαμπρού, τα οποία περιορίζονταν συνήθως στο δαχτυλίδι του αρραβώνος και σε έναν σταυρό. Με το προικοσύμφωνο επικυρωνόταν δηλαδή ο αρραβώνας των δύο νέων και οριζόταν η ημερομηνία του γάμου, ο οποίος γινόταν το συντομότερο δυνατό.
Το προικοσύμφωνο υπέγραφαν πάντα εκτός από τους συμβαλλόμενους και διάφοροι μάρτυρες, όπως επίσης και οι ιερωμένοι του χωριού, οι οποίοι παρευρίσκονταν ούτως ή άλλως στον αρραβώνα.
Το έγγραφο έχει ως εξής:
Προικοσύμφωνον
Μεταξύ των υποφαινομένων κυρίων Θεοδώρου Αστ. Μακρή1 και της εκ Σανών χήρας κ. Μαρίας Γρηγορίου Κοστηλήτη συνεφωνήθησαν τα εξής.
Αον Η εκ Σανών χήρα Μαρία Γ. Κοστηλήτη έχουσα θυγατέραν ονόματι Βαΐαν ηλικίας ετών εικοσιτεσσάρων αρραβωνίζει αυτήν σήμερον 20η του μηνός Απριλίου με τον Θεόδωρον Αστ. Μακρήν και αύριον 21ην ημέραν Κυριακήν θέλουσι τελέση τον γάμον. Παραδίδει αυτήν λόγω προικός τα εξής:
Βον | 1 | κιβώτιον | αξίας | Γρ. | 44 |
1 | τσέργαν2 | '' | '' | 142 | |
1 | βελέντσαν | '' | '' | 33 | |
1 | καρπέταν3 | '' | '' | 38 | |
13 | προσκεφάλαια μάλλινα εντόπια | '' | '' | 130 | |
2 | τρόκνες4 μάλλινες | '' | '' | 10 | |
4 | ποδιές εντόπιες μάλλινες | '' | '' | 40 | |
2 | ποδιές μεταξωταί Ευρώπης | '' | '' | 30 | |
7 | ασπρόρουχα υποκάμισα | '' | '' | 70 | |
6 | εντόπια φουστάνια μισομέταξα | '' | '' | 300 | |
3 | αγοραστά φουστάνια Ευρώπης | '' | '' | 75 | |
1 | κοντό5 τσόχινον | '' | '' | 50 | |
1 | βόλκα6 | '' | '' | 100 | |
3 2 | εντόπιες τάβλες7 μισάλια εντόπια | '' | '' | 75 | |
20 | μανδύλια | '' | '' | 90 | |
1227 |
Γον Ο Θεόδωρος Αστερίου Μακρής δέχεται την ανωτέρω συμφωνίαν και στέργει να τελέση τον γάμον και ουδέποτε θέλει εγείρη απαιτήσεις. Δον Ο Γαμβρός Θεοδώρου παρέχει την νύμφην προγαμιαίαν δωρεάν καταβολήν λίρας οθωμανικάς δύο (αρ. 2). 1 δακτυλίδιον αργυρούν
1 σταυρόν αργυρούν
1 ζεύγος ενώτια Δι' ο εγένετο το παρόν εις διπλούν υπογραφέντα εκ των συμβαλλομένων και επικυρωθέντα υπό του ιερέως και των αξιοπίστων μαρτύρων αντηλλάγησαν υπ' αμφοτέρων. Εν Ρεσετνικίοις τη 20η Απριλίου 1913. Οι συμβαλλόμενοι
Θεόδωρος Μακρής
Μαρία Γρηγ. Κοστηλήτη Ο ιερέας
Παπά Αστέριος8 Γραμμενόπουλ. Οι μάρτυρες
Γ. Εμ. Βατζόλας9
Χρ. Εμ. Βερβάτης10
Αθαν. Καράς11
Νικόλαος Θ. Αβράμ12
Δημήτρ. Β. Βερβάτης13
Γεώργιος Ιωάν. Κοστηλήτης Σχόλια
1. Ο Θεόδωρος Αστ. Μακρής (γενν. 1887), στο επάγγελμα ποιμένας.
2. Αδιάβροχη κάπα ή πανωφόρι, το οποίο φτιάχνονταν από μαλλί τράγου.
3. Μάλλινο σκέπασμα του κρεβατιού.
4. Η τρόκνια ή τρόκνα ήταν μία μάλλινη, υφασμένη στον αργαλειό κούνια, στην οποία έβαζαν οι μανάδες τα μωρά τους όταν έκαναν δουλειές στο σπίτι. Είχε σχήμα παραλληλόγραμο και στις γωνίες στηριζόταν από 4 σκοινιά, τα "τρουκνόσκ'να". Όταν η γυναίκα πήγαινε για εξωτερικές εργασίες (στο χωράφι κτλ.) έδενε επάνω της την τρόκνια, κουβαλώντας το μωρό. Στο χωράφι πάλι, είτε είχε την τρόκνια δεμένη επάνω της, είτε την έδενε σε κάποιο δέντρο.
5. Γυναικείο τσόχινο πανωφόρι. 6. Η μπόλκα ήταν είδος γυναικείας ζακέτας.
7. Οι τάβλες και τα μισάλια ήταν είδη τραπεζομάντηλων της εποχής.
8. Ο παπα-Αστέριος Γραμμένου ήταν ιερέας του Αγίου Προδρόμου. Αλλού αναφέρεται Γραμμενόπουλος, δηλώνοντας όμως το όνομα του πατέρα του Γραμμένου.
9. Πρόκειται για τον Γεώργιο Βατζώλα του Εμμανουήλ (ή Αναγνώστη), γεννηθέντα το 1874 και στο επάγγελμα αγωγιάτη.
10. Ο Χρήστος Βερβάτης του Εμμανουήλ (γενν. 1863) και στο επάγγελμα γεωργός.
11. Πρόκειται για τον Αθανάσιο Καρά του Αργυρίου, γεννηθέντα το 1858 και στο επάγγελμα εργάτη.
12. Ο Αβράμης Νικόλαος του Θεοδώρου, γεννηθείς το 1874 και στο επάγγελμα αγροφύλακας.
13. Ο Δημήτριος Βερβάτης του Βασιλείου, γεννηθείς το 1873 και στο επάγγελμα γεωργός. Παντρεύτηκε την Φωτεινή Σιαρλή.
12/10/09
Το δημοψήφισμα του 1920
Εφημερίδα: Μακεδονία
Τεύχος: 3155
Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 1920
Τεύχος: 3155
Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 1920
ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
ΤΑ ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΑ ΜΕΛΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
Εις την Νομαρχίαν διεξάγεται πυρετώδης εργασία δια την διενέργειαν του δημοψηφίσματος. Χθες ανήλθον εις την διοίκησιν πλείστοι βουλευταί και συνειργάσθησαν μετά του Γεν. Γραμματέως κ. Ζαβιτσάνου εν σχέσει με τον καταρτισμόν του προγράμματος της διενεργείας του δημοψηφίσματος, το οποίον δημοσιεύεται σήμερον. Οι εκλογείς θα ψηφίσουν εις τα αυτά εκλογικά τμήματα. Εις τα εκλογικά τμήματα της περιφερείας Χαλκιδικής ωρίσθησαν ως μέλη εφορευτικών επιτροπών οι εξής: Τμήμα Ιερισσού: Γ. Γκούτζος, Ι. Ιατρού, Θ. Κάππας, Ν. Μαρίδης, Γ. Τερτελίκης.
Ρεβενίκια: Χ. Αναγνώστου, Α. Γερούκης, Γ. Γεωργιάδης, Σ. Γιουζέπας, Γ. Γκλάβας.
Αγίας Παρασκευής: Λ. Χρυσάφης, Χ. Παντζάρης, Χ. Τσασαράκης, Γιαταγάνας.
Συκιάς: Α. Χονδρογιάννης, Ι. Καρδάρας, Ε. Ιατρού.
Αγίου Νικολάου: Α. Καρράς, Α. Κατσασίκης, Ι. Ρετίκης, Ν. Βαφίδης.
Ορμυλίων: Γκοντζαμάνης, Α. Λανταβός, Δ. Κατσίκης.
Βραστών: Γεροβασίλης, Κ. Γιαννοβασιλείου, Ι. Κάσσανδρος, Α. Ραπτόπουλος.
Πολυγύρου: Κ. Νάκος, Α. Παλαμίδης, Δ. Κότσανος, Χ. Κότσανος, Α. Κατερινάρης.
Πορταριάς: Α. Χαλκιάς, Α. Κουγιουμτζής, Α. Γυπαργύρου.
Βάλτης: Α. Οικονόμου, Χ. Γιαννίκου, Α. Δίκας, Ι. Τζιντός και Γ. Δαραβίγγας.
Βάβδου: Ν. Σαρρής, Α. Νέστορος, Γ. Ζαχαρίου, Θ. Τσιρωνάς.
Γαλατίστης: Ι. Παπούλας, Χ. Βλάχου, Κ. Γαβονάς, Κ. Καλογερής.
Ραβνά: Α. Καλαφάτης, Μ. Μαλακούδης, Κ. Κατσαμούρης, Κ. Κώτας.
Ρεσιτνίκια: Α. Χρυσάφης1, Ι. Μορφουλάς2, Ε. Τσουρέλας, Γ. Διαμαντής, Α. Παπαρδέλης.
Σωποτνίκια: Χ. Βασιλικού, Γ. Τζώτζος, Κ. Καρνίβατος, Ν. Ζαγκούδης, Πατέστας.
Λιαρίγκοβη: Ι. Κότσανος, Γ. Κυρούδας, Γ. Καλυβιώτης, Ν. Σιώκος, Γ. Κάκας και
Ισβόρου: Χ. Αστερίου, Ν. Αποστολούδης, Ι. Γραμμένος, Κιοπέκης και Ν. Ηλίας. Σχόλια
Πρόκειται για το δημοψήφισμα το οποίο διενεργήθηκε στα τέλη του 1920 από την κυβέρνηση του Δ. Ράλλη, εν μέσω της Μικρασιατικής Εκστρατείας με σκοπό την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' ο οποίος είχε αυτοεξοριστεί το 1917 στην Ελβετία. Το δημοψήφισμα έλαβε χώρα μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις Γενικές εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920, και το αποτέλεσμά του ήταν η επάνοδος του Κωνσταντίνου.
Το δημοψήφισμα αυτό ήταν πολύ κρίσιμο, γιατί μετά από αυτό, οι σύμμαχοι Άγγλοι παύουν να υποστηρίζουν τις ελληνικές θέσεις και κλίνουν υπέρ της Τουρκίας με επακόλουθο την Μικρασιατική καταστροφή.
1. Πρόκειται μάλλον για τον Αθανάσιο Χρυσάφη του Χρυσάφη, γεννηθέντα το 1873.
2. Ο Ιωάννης Μορφουλάς διατηρούσε παλιά στον Άγιο Πρόδρομο χάνι, δίπλα από το παντοπωλείο της οικογένειας Βακάλη.
8/10/09
Ενδυμασία κατοίκων (Μαρία Ι. Σαράφη)
Αφηγήτρια: Μαρία Ι. Σαράφη
Καταγραφή: Γιάννης Δ. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 16/11/2004
- Αργαλειό είχε κανένας δικός μας;
- Αργαλειό είχι η Μουρφία1, κι_ύφαινάμι, κάπουτι...
- Το είχατε από παλιά ή το αγοράσατε;
- Απού πριν ήταν τ'ς γιαγιάς τ'ς Αννέτας2, κι τουν έδουσι τ'ν Μουρφία. Ήταν απού τ' γιαγιά τ'ς. Κι τώρα τουν έχ' ικεί στου παλιό του σπίτ’ 'που 'πάν', που 'ν' του σπίτ' τ' άλλου. Ικεί τουν έχ', κι έχ' κι νήμα, έχ' κι... είνι κι τα μ'τάρια3, είνι κι τα χτένια4. - Και μ' αυτό τι έφκιαναν τότε; - Να, έφκιανάμι στρουσίδια, που_έστρουνάμι στα κρεβάτια. - Ρούχα; - Κι ρούχα ικείνα τα χρόνια, ύφινάμι κι_έφκιανάμι. - Τι φτιάχνατε, πουκάμισα, παντελόνια; - Παντιλόνια. - Μάλλινα, χοντρά; - Μάλλινα, χουντρά. - Πρόλαβες κανέναν στον Αϊ-Πρόδρομο που φορούσε παντελόνια; - Οι παππούδις είχαν μπινιβρέκια.

Καταγραφή: Γιάννης Δ. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 16/11/2004
- Αργαλειό είχε κανένας δικός μας;
- Αργαλειό είχι η Μουρφία1, κι_ύφαινάμι, κάπουτι...
- Το είχατε από παλιά ή το αγοράσατε;
- Απού πριν ήταν τ'ς γιαγιάς τ'ς Αννέτας2, κι τουν έδουσι τ'ν Μουρφία. Ήταν απού τ' γιαγιά τ'ς. Κι τώρα τουν έχ' ικεί στου παλιό του σπίτ’ 'που 'πάν', που 'ν' του σπίτ' τ' άλλου. Ικεί τουν έχ', κι έχ' κι νήμα, έχ' κι... είνι κι τα μ'τάρια3, είνι κι τα χτένια4. - Και μ' αυτό τι έφκιαναν τότε; - Να, έφκιανάμι στρουσίδια, που_έστρουνάμι στα κρεβάτια. - Ρούχα; - Κι ρούχα ικείνα τα χρόνια, ύφινάμι κι_έφκιανάμι. - Τι φτιάχνατε, πουκάμισα, παντελόνια; - Παντιλόνια. - Μάλλινα, χοντρά; - Μάλλινα, χουντρά. - Πρόλαβες κανέναν στον Αϊ-Πρόδρομο που φορούσε παντελόνια; - Οι παππούδις είχαν μπινιβρέκια.
Μπινιβρέκ' και ζουνάρ' από τον Άγιο Πρόδρομο
- Θυμάσαι εσύ κανέναν να φοράει παντελόνια;
- Αυτός η μπάρμπα-Σαραφιανός5, που τον θ'μήθ'κα ιγώ μι παντιλόν'. Που είχι του μύλου.
- Οι γυναίκες;
- Οι γυναίκες φουρούσαν φουστάνια, όχ' κι πουλύ...
- Κεντημένα δεν είχε, ποδιές υφαντές; Αλατζένια είχε;
- Τώρα, όταν ήρτα ιγώ δεν είχι... πριν απού χρόνια είχι, πιο παλιά ήταν.
-----------------------------------------------------------------------------------------------
1. Ευμορφία Ι. Σαράφη, σύζυγος Σταύρου Κ. Σταυρούδη
2. Αννέτα, σύζυγος Κων/νου Ν. Βακάλη.
3. Εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνάει η σαΐτα.
4. Εξάρτημα του αργαλειού.
3. Εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνάει η σαΐτα.
4. Εξάρτημα του αργαλειού.
5. Σαραφιανός Στ. Μαυρογιάννης, μυλωνάς στο επάγγελμα. Είχε τον λεγόμενο "Μαυρογιαννάδ'κο μύλο" κοντά στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου.
7/10/09
Ψηλό ιβουνό, Μαρίγια μου (Πολύγυρος)
Ψηλό ιβουνό, Μαρίγια μου1 Ψηλό ιβουνό, Μαρίγια μου,
ψηλό ιβουνό θέ’ ν’ ανεβώ,
ερ’ ψηλό μαρμαρουμένου,
του χειλάκι σ’ του βαμμένου. Να κόψου του, Μαρίγια μου,
να κόψου του βασιλικό,
ερ’ να κάμου αρύ φουρκάλι2
σαν κ’ ισένα δεν είν’ άλλη. Να φουρκαλώ, Μαρίγια μου,
να φουρκαλώ τις θάλασσες,
ερ’ ν’ αράζουν τα καράβια
τα όμουρφα τα παλικάρια. Καράβι ή, Μαρίγια μου,
καράβι ήρθι κι άραξι,
στης αγάπης μου την πόρτα
σα να ήξιρ’ απού πρώτα. - Καραβουκύ, Μαρίγια μου,
καραβουκύρη κι αδιρφέ,
ερ’ τι έχεις μες στ’ αμπάρι
κι όλο τρίζει το κατάρτι; - Στην πλώρη έ, Μαρίγια μου,
στην πλώρη έχου παπαδιές,
ερ’ στην πρύμνη παντριμένις
χήρις κι αρραβουνιασμένις. Κι τα κουρί, Μαρίγια μου,
κι τα κουρίτσια μες στ’ αμπάρ’,
τα κουρίτσια μες στ’ αμπάρι
κι όποιους θέλ’ να πάει να πάρει.
ψηλό ιβουνό θέ’ ν’ ανεβώ,
ερ’ ψηλό μαρμαρουμένου,
του χειλάκι σ’ του βαμμένου. Να κόψου του, Μαρίγια μου,
να κόψου του βασιλικό,
ερ’ να κάμου αρύ φουρκάλι2
σαν κ’ ισένα δεν είν’ άλλη. Να φουρκαλώ, Μαρίγια μου,
να φουρκαλώ τις θάλασσες,
ερ’ ν’ αράζουν τα καράβια
τα όμουρφα τα παλικάρια. Καράβι ή, Μαρίγια μου,
καράβι ήρθι κι άραξι,
στης αγάπης μου την πόρτα
σα να ήξιρ’ απού πρώτα. - Καραβουκύ, Μαρίγια μου,
καραβουκύρη κι αδιρφέ,
ερ’ τι έχεις μες στ’ αμπάρι
κι όλο τρίζει το κατάρτι; - Στην πλώρη έ, Μαρίγια μου,
στην πλώρη έχου παπαδιές,
ερ’ στην πρύμνη παντριμένις
χήρις κι αρραβουνιασμένις. Κι τα κουρί, Μαρίγια μου,
κι τα κουρίτσια μες στ’ αμπάρ’,
τα κουρίτσια μες στ’ αμπάρι
κι όποιους θέλ’ να πάει να πάρει.
1. Παλιό τραγούδι του Πολυγυρου. Έχει ηχογραφηθεί από την Χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου Πολυγύρου και μπορεί κανείς να ακούσει το τραγούδι στο cd "Παραδοσιακά τραγούδια του Πολυγύρου", εκδόσεως του ιδίου συλλόγου.
2. Η σκούπα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)