Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη (Ολύνθιο) ποταμό να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 17 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

28/8/09

Το πανηγύρι του Αγίου Προδρόμου

Ενθύμιο του πανηγυριού του Αγ. Προδρόμου. Από αριστερά διακρίνονται οι Θωμάς Δ. Οζούνης, Αλέξανδρος Κ. Χαλικιάς και Δημήτριος Ι. Σαράφης.
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Τέλη Αυγούστου. Το καλοκαίρι βρίσκεται στο τέλος του και οι πρώτες βροχές που έπεσαν μετά της Παναγίας δρόσισαν κι άλλο την ατμόσφαιρα. Ευκαιρία για βόλτες με τα ποδήλατα.
- Πού θα πάμε σήμερα ρε παιδιά;
- Το ρωτάς; Πού αλλού; Στον Αη-Πρόδρομο, στο ξωκλήσι. Άκουσα ότι ήρθαν οι πραματιές κι άρχισαν να στήνουν. Αύριο είναι παραμονή...
Όρτσα στο πετάλι και φύγαμε. Το εξωκλήσι δεν είναι και πολύ μακριά, μόνο κανα-δυο χιλιόμετρα. Μια μεγάλη παρέα πιτσιρικάδων με ποδήλατα στον "δημόσιο δρόμο", σωστός πανικός.
Δεν αργήσαμε να φτάσουμε. Περάσαμε το ποτάμι και παρκάραμε τα ποδήλατα, το ένα δίπλα από το άλλο μπροστά από την εκκλησία. Οι πραματευτάδες είχαν ήδη φτάσει και έστηναν τους πάγκους τους στην αλάνα μπροστά από την εκκλησία, κάτω από τα ψηλά δέντρα. Ουάου! Προσπαθούσαμε να φανταστούμε τι κρύβουν εκείνες οι θεόρατες, στα παιδικά μάτια μας, κούτες. Αυτοκινητάκια, στρατιωτάκια, σπαθιά και πιστόλια, κούκλες. Όλο και κάτι θα μας αγόραζε η μάνα μας, δεν μπορεί...
Την παραμονή θα έρχονταν πολλοί άρχοντες του τόπου, ο Δεσπότης απ' την Αρναία για τον εσπερινό και πλήθος κόσμου. Λίγο παραπέρα οι οικονομάδες του πανηγυριού επιδίδονταν σε διάφορες εργασίες. Όλα έπρεπε να είναι έτοιμα για την παραμονή και την ημέρα του πανηγυριού της εκκλησίας, προς τιμήν του αποκεφαλισμού του Τιμίου Προδρόμου. Καθάριζαν και έπλεναν τα καζάνια, τα οποία τις προηγούμενες μέρες είχαν γανωθεί καλά, έσκαβαν τρύπες στο χώμα για την φωτιά, κουβαλούσαν ξύλα και κάρβουνα, στόλιζαν την εκκλησία και το προαύλιο.
Αφού ήπιαμε λίγο από το αγίασμα, το οποίο τότε ακόμη έβγαινε με φυσικό τρόπο κάτω από την εκκλησία, βρέξαμε το ηλιοκαμένο κεφάλι μας και καθίσαμε στο πεζούλι να ξεκουραστούμε. Χαζεύαμε τα κέρματα που είχε ρίξει ο κόσμος μέσα στην διπλανή δεξαμενή, κάνοντας ευχές. Στο παιδικό μας μυαλό τα απαστράπτοντα νομίσματα φάνταζαν σωστός θησαυρός.
- Έχετε δει την πατημασιά του αγίου; είπε κάποιος απ' την παρέα.
- Και το μπαστούνι του, συμπλήρωσε ένας άλλος.
- Πού ρε; Πάμε να δούμε.
Σηκωθήκαμε και τρέξαμε γρήγορα, με τα πόδια να φτάνουν ως την πλάτη, πίσω από το εξωκλήσι, στα βράχια. Εκεί πάνω στις μεγάλες πέτρες, σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, άφησε την πατημασιά του ο άγιος περνώντας από την περιοχή! Με λίγη φαντασία, την οποία διαθέταμε άφθονη στα παιδικά μας χρόνια, βλέπαμε πατημασιές, μπαστούνια, το αποτύπωμα ενός χεριού κ.ά. Καθίσαμε λίγη ώρα εκεί, ώσπου:
- Λέτε να ήρθαν τα συγκρουόμενα στο χωριό; είπε κάποιος, που μάλλον είχε βαρεθεί την τρεχάλα.
Χωρίς πολύ σκέψη, τροχάδην πάλι, καβαλήσαμε τα ποδήλατά μας και βουρ για το χωριό. Κάθε χρόνο ερχόταν ένας γκριζομάλλης κύριος από τις Σέρρες με συγκρουόμενα. Έτσι και εκείνη την χρονιά, δεν θα μπορούσε να λείπει από το ραντεβού του. Είχε φτάσει με ένα θεόρατο φορτηγό και ξεφόρτωνε τα αυτοκινητάκια δίπλα από την γέφυρα του χωριού. Πανικός! Σήμερα το βράδυ θα κάναμε βόλτες, αν μας άφηναν οι μανάδες μας, κυρίως τους μικρότερους. Κι αν μας τύχαινε και κανένα "αμορτί", θα κάναμε και καμιά τζάμπα γύρα...
Απέναντι από τα αυτοκινητάκια ερχόταν ένας άλλος κύριος και έστηνε "τα καραβάκια". Μια πελώρια κατασκευή, με δυο-τρεις βάρκες στη μέση, οι οποίες κουνιούνταν με τη βοήθεια δύο σχοινιών. Τέλεια! Όλα βαίνουν καλώς! Γυρίσαμε στα σπίτια μας.
Την επόμενη μέρα ήταν η παραμονή. Η μάνα μας από νωρίς το απόγευμα μας έντυσε με τα καλά μας ρούχα. Γιορτή έχουμε! Είχαν έρθει και πολλοί συγγενείς από τα γύρω χωριά. Στις 18:30 χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας.
- Γρήγορα. Θ' αρχίσει η περιφορά κι εμείς θα είμαστε ακόμη σπίτι. Πολλές φορές μάλιστα την προλαβαίναμε στην μέση, όταν περνούσε κάτω από το σπίτι μας.
Φτάσαμε στην εκκλησία. Πλήθος πιστών περίμεναν στο προαύλιο για να αρχίσει η περιφορά των εικόνων. Στην εκκλησία του χωριού, είχαν έρθει και πολλοί παπάδες από τα γύρω χωριά. Χαιρετήσαμε φίλους και γνωστούς, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει από την Θεσσαλονίκη όπου είχαν εγκατασταθεί μόνιμα, και ξεκινήσαμε. Μπροστά στην περιφορά τα λάβαρα, η εικόνα του αγίου και άλλες εικόνες, τις οποίες κρατούσαν μικρά παιδιά, πίσω τους οι κληρικοί, ακολουθούμενοι από ένα πλήθος πιστών. Η Τροχαία είχε ήδη κλείσει τον δρόμο στους διερχόμενους οδηγούς.
Η απόσταση μέχρι το εξωκλήσι ήταν γύρω στα 2 χιλιόμετρα. Έβλεπες μαμάδες με τα καροτσάκια, φασαριόζικα πιτσιρίκια που με τις φωνές τους "χαλούσαν" την ιερότητα της στιγμής, παππούδες και γιαγιάδες με τα μπαστουνάκια τους, που με δυσκολία περπατούσαν αλλά ήθελαν να παν με τα πόδια, "για το καλό".
- Να βουθάει η Αη-Πρόδρομους να είμεστε γεροί να πάμι κι τ' χρόν!
Μετά από μία ώρα φτάσαμε στο εξωκλήσι. Η πομπή μπήκε στον χώρο όχι από τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο εξωκλήσι, αλλά από τον άλλο, τον παλιό, τον χωματόδρομο στο πλάι. Οι φρεσκοκαμμένες καλαμιές των χωραφιών είχαν γεμίσει με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Πανζουρλισμός! Οι πραματιές είχαν στηθεί, οι γεννήτριες είχαν πάρει μπροστά, οι πάγκοι έτοιμοι. Τα ψημένα καλαμπόκια και το "μαλλί της γριάς" σου έσπαναν την μύτη.
- Αργότερα, αργότερα. Θα πάρουμε και λουκουμάδες.
Η πομπή έφτασε στην εκκλησία, η οποία είχε καθαριστεί και στολιστεί, με προσωπικό μόχθο των οικονομάδων, με σημαιάκια. Άρχισε ο εσπερινός. Από τα παλαιά εκείνα κωνικά μεγάφωνα η λειτουργία μεταδίδονταν στους πιστούς που βρίσκονταν στο προαύλιο, μια και δεν χωρούσαν όλοι να μπουν μέσα στο εκκλησάκι. Περνούσαμε μπροστά από τις εικόνες, που είχαν τοποθετηθεί στο προαύλιο, χαιρετούσαμε κι ανάβαμε ένα κεράκι σε εκείνα τα τεράστια κηροπήγια με άμμο. Εκείνο που μου είχε κάνει εντύπωση είναι ότι δεν προλάβαινες να ανάψεις το κερί, και σχεδόν αμέσως τα μάζευαν για να μπουν άλλα στην θέση τους. Άραγε προλάβαινε ο άγιος να δει ότι άναψα κι εγώ ένα κερί, αναρωτιόμουν! Προτού να μπούμε στην εκκλησία μας έραναν με αγίασμα, και άλλες φορές με κολώνια, συνήθως "Μυρτώ"!
Μόλις τελείωνε ο εσπερινός, τον οποίο σχεδόν ποτέ δεν παρακολουθούσαμε ολόκληρο εμείς οι πιτσιρικάδες, ερχόταν η ώρα των αγορών. Ψάχναμε όλες τις πραματιές, σταμπάραμε αυτό που μας άρεσε - και κανένα φθηνότερο για ώρα ανάγκης - και αρχίζαμε τα παρακάλια στους γονείς μας. Συνήθως δεν μας χαλούσαν το χατίρι, αρκεί να μην ήμασταν υπερβολικοί. Εκείνη την χρονιά είχα σταμπάρει κι ένα ακριβό ηλεκτρονικό παιχνίδι, που φάνταζε στα μάτια μου σωστός υπολογιστής!
- Του χρόνου, είπα! Θα κρατήσω λεφτά από τα κάλαντα που θα πω τα Χριστούγεννα και θα το πάρω!
Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Αφού δοκιμάσαμε στα πεταχτά και λαχταριστούς λουκουμάδες, ξεκινήσαμε. Είχε ήδη βραδιάσει. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, κατακόκκινο, δέσποζε στον ουρανό, φωτίζοντας τα βήματά μας. Χιλιάδες αστέρια το συνόδευαν σ' αυτή του την μεγαλοπρέπεια.
Φτάσαμε στο χωριό. Ο πατέρας μου είχε επιστρέψει με το αυτοκίνητο, φέρνοντας πίσω τους παππούδες μας και άλλους συγγενείς. Αξιώθηκαν και φέτος να πάνε στο πανηγύρι. Για την επόμενη χρονιά, έχει ο Θεός...
Ετοιμαστήκαμε για την βραδινή μας έξοδο. Κατεβαίνοντας για τα καφενεία, "στην πιάτσα", έβλεπες εκατοντάδες κόσμο με τα καλά τους ρούχα να σουλατσάρουν πέρα-δώθε, χαζεύοντας τις πραματιές που αυτή τη φορά είχαν στηθεί κατά μήκος του δρόμου. Τα καφενεία είχαν αρχίσει όλα να γεμίζουν με κόσμο. Αυτή την ημέρα είχαν όλα ορχήστρες για το γλέντι που θα επακολουθούσε. Βέβαια έκαναν την εμφάνισή τους και πλανόδιοι μουσικοί, με νταούλια και ζουρνάδες, οι οποίοι έρχονταν από την περιοχή των Σερρών, δίνοντας ένα άλλο χρώμα στη διασκέδαση.
Λίγο παραπέρα, πάγκοι με σπόρια, μαλλί της γριάς, ψημένες "κουκ'νάρες" (καλαμπόκια), "μπουμπούλες" (ποπ-κορν) κ.ά. Παραδίπλα, ένας πάγκος με βελάκια και μία ρουλέτα, για να τζογάρουν στο "μαύρο-κόκκινο" οι πιο μερακλήδες, και λίγο πιο κει μία κυρία που διαφήμιζε το δικό της παιχνίδι:
- Πέντε κρίκοι στο χιλιάρικο. Περάστε κόσμε, να δοκιμάσετε την τύχη σας. Έλα καλέ κύριε. Είσαι και ψηλός, σίγουρα θα πετύχεις κανένα μπουκάλι με τους κρίκους!
Το παιχνίδι ήταν μια στρόγγυλη περιφραγμένη κατασκευή, στο κέντρο της οποίας υπήρχε πάνω σε ένα τραπέζι μία στοίβα από αραδιασμένα μπουκάλια με ποτά. Πλήρωνες, έπαιρνες 5 συνήθως στρόγγυλους κρίκους, και προσπαθούσες ρίχνοντάς τους να τους περάσεις σε κάποιο μπουκάλι. Φαινόταν πολύ εύκολο, αλλά πραγματικά δεν ήταν.
Αμέσως μετά ήταν τα καραβάκια, όπου πήγαιναν συνήθως μικρά παιδιά, αλλά και μεγαλύτερα που έδιναν τόση φόρα στις βάρκες, ώστε οι ιδιοκτήτες τους κατέβαζαν αμέσως. Απέναντι, τα συγκρουόμενα με τα χιλιάδες λαμπιόνια τους, γεμάτα από πιτσιρικάδες αλλά και μεγαλύτερους, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητές τους στην οδήγηση. Υπήρχαν και οι φιγουρατζήδες, που το "κατείχαν" το άθλημα, και οδηγούσαν με το ένα χέρι, έκαναν "μπαντιλίκια", έβγαζαν το πόδι και έδιναν περισσότερη φόρα κτλ. Άλλωστε τα κορίτσια βρίσκονταν λίγο παραδίπλα, θαυμάζοντας την επιδεξιότητά τους! Άλλα πάλι πιτσιρίκια, τα οποία είχαν φάει όλα τα λεφτά που τους είχαν δώσει οι μανάδες τους, είχαν τον νου τους μήπως παραπέσει καμία μάρκα και την πάρουν για ακόμη μία βόλτα. Μεγάλο κόλλημα τα συγκρουόμενα!
Μετά απ' όλα αυτά ήρθε η ώρα για το φαγητό. Όλες οι ταβέρνες ήτανε αυτή την ημέρα γεμάτες, και έτοιμες να εξυπηρετήσουν τις εκατοντάδες ντόπιων και επισκεπτών. Τα ηχεία ήταν στημένα από το απόγευμα και οι ορχήστρες είχαν αρχίσει χαλαρά το πρόγραμμά τους. Οι πιο εγκρατείς από τους πελάτες δεν έτρωγαν κρέας, λόγω της νηστείας της ημέρας, αλλά οι περισσότεροι "το έδιναν και καταλάβαινε". Και γλέντι, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Οι νέοι πήγαιναν στην συνέχεια και στα μπαράκια που υπήρχαν ή είχαν ανοίξει στο χωριό λόγω των ημερών. Κι εκεί γινόταν χαμός. Σημείο συνάντησης παλιών φίλων και γνωστών, κατάλληλο μέρος για νέες γνωριμίες και εφηβικούς έρωτες...
Την επόμενη μέρα το πρωί, και αφού οι περισσότεροι προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους από το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας, ξυπνούσαν για να πάνε στο πανηγύρι.
Ξυπνήσαμε κι εμείς κι ετοιμαστήκαμε. Οι μανάδες μας είχαν ετοιμάσει ήδη και εκλεκτούς μεζέδες, τους οποίους θα παίρναμε στο πανηγύρι. Είχαν βρει και καθαρίσει χαλιά, κουρελούδες, χαϊμαλιά, και οι πατεράδες μας τα φόρτωναν στα αυτοκίνητα. Ξεκινήσαμε, με το αυτοκίνητο αυτή την φορά, το οποίο χρειαζόταν να κάνει αρκετά δρομολόγια για να μεταφέρει όλα τα πράγματα και τον κόσμο.
Φτάσαμε. Στην μεγάλη αλάνα του πανηγυριού έβλεπες πολυμελείς παρέες συγγενών και φίλων, καθισμένες γύρω από ένα μεγάλο χαλί, γεμάτο με πιατάκια με μεζέδες, τσίπουρο, ρετσίνα. Άλλοι πάλι, όπως εμείς, τριγυρνούσαν με τα πράγματά τους στα χέρια, αναζητώντας το κατάλληλο μέρος για να "στρατοπεδεύσουν". Βρήκαμε ένα άνοιγμα και καθίσαμε. Τυχεροί! Συνήθως αυτοί που δεν έβρισκαν μέρος, ενσωματώνονταν στις άλλες παρέες. Άλλωστε σχεδόν όλοι ήταν συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί. Ευκαιρία να ειδωθούν όλοι μαζί, να τα πούνε, να χορέψουν, να γλεντήσουν, ακόμη και να συγχωρεθούν παλιές διχόνιες, διαφωνίες και προστριβές. Το πανηγύρι ενώνει τους ανθρώπους.
Στην εκκλησία εξακολουθούσε η πανηγυρική θεία λειτουργία. Οι οικονομάδες του πανηγυριού, οι οποίοι όλο το βράδυ έβραζαν στα καζάνια την καθιερωμένη φασολάδα, ήταν ήδη έτοιμοι.
- Σώνε παπά, θα την τσικνίσουμε την φασολάδα!
Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η φασολάδα μοιράζονταν σε όλο τον κόσμο. Γυναίκες με τα ταπεράκια πηγαινοέρχονταν για να φέρουν το "αγιασμένο φαγητό" σε όλους. Οι μανάδες μας έφεραν την φασολάδα. Από λίγο, για να φτάσει για όλους. Έτσι, "για τ' αντέτ'". Συνέχεια είχαν τα υπόλοιπα μεζεδάκια και ποτά. Είχαν αρχίσει και οι πλανόδιοι μουσικοί να παίζουν και το γλέντι φούντωσε. Από παρέα σε παρέα, για να κάνουν σε όλους το χατίρι.
Μετά από πολύωρο γλέντι όλοι επέστρεφαν στο χωριό. Μαζέψαμε "τα υπάρχοντά μας" και επιστρέψαμε πίσω. Τώρα κάναμε όνειρα για την επόμενη χρονιά, τι δώρο θα αγοράζαμε, τι ώρα θα επιστρέφαμε στο σπίτι την παραμονή, αν θα βλέπαμε όλους τους φίλους και γνωστούς μας στο πανηγύρι...
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Σήμερα, παραμονή του αποκεφαλισμού του Τιμίου Προδρόμου, το χωριό μας για ακόμη μία φορά γιορτάζει. Στις 18:00 περίπου αρχίζει η περιφορά των εικόνων μέχρι το εξωκλήσι του αγίου, και αύριο ανήμερα του πανηγυριού, θα τελεσθεί το πρωί η θεία λειτουργία. Μέσα στο χωριό βέβαια, αλλά και στο εξωκλήσι, σήμερα παραμονή, μετά τον εσπερινό, αρχίζει το γλέντι.
Να είστε όλοι εκεί!

Dr. Hunt (1801)

Συγγραφέας: Robert Walpole
Περιηγητής: Dr. Hunt (1801)
Τιτλος βιβλίου: The Memoirs relating European and Asiatic Turkey, edited from manuscript journals (Λονδίνο 1817)
Γλώσσα: Αγγλικά
Μετάφραση: Γιάννης Δ. Σαράφης
Πρόλογος
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο γράφηκε το 1817, ο Robert Walpole έχει συγκεντρώσει αποσπάσματα από τις σημειώσεις και τις ταξιδιωτικές περιγραφές αρκετών περιηγητών, οι οποίοι ταξίδεψαν διαμέσου της Ευρωπαϊκής και Ασιατικής Τουρκίας. Μεταξύ αυτών παραθέτει και τις σημειώσεις του Άγγλου Dr. Hunt, ο οποίος συν τοις άλλοις, πέρασε και από το Άγιο Όρος και την Χαλκιδική το 1801.
Πρόκειται για μια μαρτυρία πολύ σημαντική, μια και αναφέρεται στην περίοδο πριν από την επανάσταση του 1821, κατά τη διάρκεια της οποίας η Χαλκιδική καταστράφηκε ολοσχερώς και οι περισσότεροι κάτοικοί της διασκορπίσθηκαν για αρκετά χρόνια.
Στην αρχή περιγράφεται σε 26 σελίδες η περιοδεία του συγγραφέα στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, καθώς και οι παρατηρήσεις του για κάποια από τα χειρόγραφα που διέθετε η κάθε μονή. Στη συνέχεια διέρχεται μέσα από την Χαλκιδική, με τελικό προορισμό την Θεσσαλονίκη, εξιστορώντας στο μεταξύ το ταξίδι του, τις εντυπώσεις του γύρω από το τοπίο, παραθέτοντας αρχαιολογικές αναφορές και περιγράφοντας ξεχασμένα ήθη και έθιμα.
----------------------------------------------------------------------------------------------
"Μας είχε παραχωρηθεί μία συνοδεία έξι καλά οπλισμένων Αλβανών· ο δρόμος μας, μας οδηγούσε διαμέσου του πιο γραφικού και μεγαλοπρεπούς σκηνικού· αλλά σε ορισμένα σημεία, τα οποία ήταν πολύ επικίνδυνα εξαιτίας του γκρεμού που υψώνονταν επάνω από την θάλασσα, ένα στραβοπάτημα των μουλαριών μας μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Σε απόσταση έξι μιλίων από το Χιλιανδάρι φτάσαμε στα ερείπια ενός κάστρου, το οποίο ονομαζόταν Callitze1· δύο μίλια μακρύτερα σταματήσαμε για πρωινό κάτω από την σκιά μερικών πλατάνων κοντά σε μία πηγή, και στην όχθη ενός ποταμού γεμάτου με κατακόκκινες ροδοδάφνες και λυγαριές. Το σημείο ονομαζόταν Paparnitza2· εκεί συναντήσαμε για ακόμη μια φορά αγελάδες και προβατίνες με τα μικρά τους, απόδειξη ότι είχαμε περάσει τα σύνορα [του Αγίου Όρους]. Συνεχίσαμε το ταξίδι μας με κατεύθυνση τον Ισθμό, και φθάνοντας στην ακτή συναντήσαμε μια μεγάλη ψαρόβαρκα, η οποία μας εφοδίασε με άφθονα ψάρια στην τιμή των 15 παράδων την οκά, και με μερικά χταπόδια.
Σύντομα φθάσαμε στο σημείο του Ισθμού, το οποίο τώρα λέγεται Πρόβλακας, όπου λέγεται ότι ο Ξέρξης διάνοιξε ένα κανάλι για τον στόλο των πλοίων του. Αυτό είναι 1 ¼ μίλια μακρύ, και με πλάτος 25 γιάρδες· μία μέτρηση όχι πολύ διαφορετική από αυτή που δίνει ο Ηρόδοτος, των 20 σταδίων. Ανακαλύψαμε ότι είχε γεμίσει με λάσπη και βούρλα, αλλά εξακολουθούσε να είναι ορατό σε όλο το μήκος του· σε πολλά σημεία ο πυθμένας του ήταν σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας· σε πολλά σημεία του φύονταν καλαμπόκια, ενώ σε άλλα υπήρχαν μικρές λίμνες με νερό. Είδαμε επίσης κάποια ερείπια στο τέλος του καναλιού, από την πλευρά του Κόλπου του Άθωνα, αλλά οι οδηγοί μας, φοβούμενοι ότι μπορεί να είχαν καταφύγει εκεί πειρατές, μας απέτρεψαν από το να τα επισκεφθούμε (το σημείο, όπου πιθανολογείται ότι βρισκόταν η Ουρανούπολις3. Εδώ συναντήσαμε μερικές γυναίκες στους αγρούς, οι οποίες ξεβοτάνιζαν το καλαμπόκι και τραγουδούσαν· η θέα των γυναικείων φορεσιών, και οι φωνές αυτών των ηλιοκαμένων κοριτσιών του μόχθου ήταν ό,τι πιο απολαυστικό, έχοντας ζήσει τόσο καιρό μαζί με τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Στις 3:30 το απόγευμα φτάσαμε στην Ιερισσό4, την αρχαία Άκανθο, περίπου τριάντα μίλια από την μονή του Χιλιανδαρίου. Οι κάτοικοι είναι όλοι Έλληνες, εκτός από τον Αγά, και θα είχαν γλιτώσει από την παρουσία αυτού του Τούρκου δημάρχου ή αρχιφύλακα, εάν είχαν δείξει τον δέοντα σεβασμό προς τον δικό τους Πρωτόγερο ή Κοτζάμπαση, του οποίου οι προτάσεις δεν θα γίνονταν σεβαστές μόνο εάν επιβάλλονταν από την εξουσία ενός μουσουλμάνου υπαλλήλου, τοποθετημένου από την Υψηλή Πύλη. Η τριγύρω περιοχή, είναι εμφανώς καλά καλλιεργημένη, και η θέα της θάλασσας πανέμορφη. Ο αραβόσιτος και η σίκαλη είναι οι κύριες καλλιέργειες, και όλες οι αγροτικές εργασίες εκτός από το όργωμα πραγματοποιούνται από γυναίκες· αυτές είναι Αλβανίδες5 έποικοι, πολύ σκληραγωγημένες και επιμελείς. Η φορεσιά τους μοιάζει με αυτή των γυναικών στα Highlands της Σκωτίας, εκτός από το κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής τους· τα μαλλιά τους είναι πλεξούδα, και το στεφάνι του κεφαλιού είναι καλυμμένο με ένα μικρό σκούφο από κόκκινο ύφασμα, πάνω στο οποίο είναι ραμμένη ποσότητα μικρών νομισμάτων, τα οποία μοιάζουν με λέπια από ψάρι. Τα μεσοφόρια τους είναι κοντά, και δεν φοράνε ούτε τούρκικα παντελόνια, ούτε παπούτσια, ούτε κάλτσες. Ένα τετράγωνο κομμάτι υφάσματος6 είναι δεμένο πίσω από τους ώμους αυτών που είναι μητέρες· και μέσα σε αυτό κουβαλούν κάποιο μωρό με τόση φαινομενική ευκολία, ώστε δεν απαλλάσσονται από το φορτίο όταν δουλεύουν στα χωράφια· μετακινούμενες από μέρος σε μέρος δεν κουβαλούν μόνο τα νήπιά τους με αυτόν τον τρόπο, αλλά συχνά έχουν και μια ψηλή κανάτα ή στάμνα επάνω στα κεφάλια τους, και μία ρόκα και ένα αδράχτι στα χέρια τους, με τα οποία γνέθουν καθώς περπατούν. Οι βοσκοί, οι ζευγολάτες, και όλοι οι χωρικοί, χωρίς καμία εξαίρεση, διαθέτουν από ένα μακρύ μουσκέτο κρεμασμένο στην πλάτη τους· ένα πιστόλι, κι ένα γιαταγάνι ή τούρκικο σπαθί στο ζωνάρι τους.
Εδώ η τιμή του σταριού είναι 5 ½ πιάστρες το κιλό, ή περίπου 8 σελίνια το μόδιο· το κρασί 3 παράδες την οκά· 2 ½ λίρες η μεζούρα· ένα πρόβατο το οποίο ζυγίζει 2 ¼ οκάδες, κοστίζει 4 πιάστρες ή έξι σελίνια· δύο αυγά πωλούνται στην τιμή του 1 παρά (μισή πέννα), ένα πουλερικό στην τιμή των 12. Οι εργάτες στα αμπέλια κοστίζουν 12 παράδες, (δέκα πέννες) την ημέρα, χώρια το φαγητό και το ποτό· οι κοινοί εργάτες 15 παράδες (εφτά πέννες) και φαγητό. Τα μουλάρια για καβαλίκεμα κοστίζουν από 150 έως 200 πιάστρες έκαστο· ένα βόδι για όργωμα κοστίζει 60 πιάστρες, ένα άλογο για την μεταφορά φορτίων, πωλείται από 50 έως 65 πιάστρες. Προτού εγκαταλείψουμε αυτό το χωριό, συναντήσαμε την πομπή μίας νύφης7, της οποίας οι φίλοι μας είπαν ότι θεώρησαν την άφιξή μας ως καλό οιωνό για την ευτυχία των νεόνυμφων. Η νύφη δεν ήταν τόσο πολύ καλυμμένη ώστε να αποκρύψει το πρόσωπό της από εμάς· δεχόμενη ένα δώρο, πλησίασε τα χέρια μας στο στόμα της, τα φίλησε, και στη συνέχεια υποκλινόμενη, αποσύρθηκε σιωπηλά, χωρίς να έχει ψελλίσει ούτε μία συλλαβή κατά τη διάρκεια αυτής της εθιμοτυπίας. Αυτή η σιωπή, μας είπαν, διαρκεί για οκτώ ημέρες μετά τον γάμο της· κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συνοδεύεται από τις παρανύμφους και τους συγγενείς του συζύγου από σπίτι σε σπίτι, και δέχεται από κάθε άρρενα κάτοικο λίγους παράδες ή πιάστρες, ανάλογα με την ευμάρεια του καθενός. Μικρά κομμάτια νομίσματος αρμαθιάζονται στις πλεξούδες των μαλλιών της, οι οποίες κρέμονται πάνω από την πλάτη και τους ώμους της, αγγίζοντας σχεδόν το έδαφος· ο σκούφος του κεφαλιού της είναι καλυμμένος με μεγαλύτερα νομίσματα· μεταξύ αυτών υπήρχαν και πολλά αρχαία νομίσματα, τα οποία εις μάτην προσπαθήσαμε να διαπραγματευτούμε σε υψηλή τιμή. Μας είπαν ότι το κάλυμμα που φορούσε θεωρούνταν οικογενειακός θησαυρός, και ότι περιερχόταν ως οικογενειακό κειμήλιο, λαμβάνοντας επιπλέον προσθήκες· αλλά ποτέ δεν υφίσταντο την απώλεια κανενός από τα παλιά στολίδια.
Το χαράτσι, ή κεφαλικός φόρος, υπολογίζεται στις 6 πιάστρες για κάθε ενήλικο άτομο. Ο Πασάς της περιοχής συλλέγει έναν επιπρόσθετο φόρο υποτέλειας ή ιδιοκτησίας, που υπολογίζεται στο 1/7 και το μισό της σοδειάς των Χριστιανών, είτε είναι Έλληνες, είτε Αλβανοί· και το 1/6 από κάθε Μουσουλμάνο. Εκτός από αυτούς τους φόρους, κάθε αμπελώνας πληρώνει στον Πασά 2 πιάστρες για κάθε 200 οκάδες κρασί της ετήσιας παραγωγής· και αν προορίζεται για εξαγωγή, ακόμη και σε κάποιο γειτονικό νησί ή λιμάνι της ίδιας χώρας, πληρώνει έναν προκαθορισμένο, κατά οικία8, δασμό 2 παράδων την οκά.
21 Απριλίου.—Στις 07:10 συνεχίσαμε τον δρόμο μας για τον Νίσβορο9, και διασχίσαμε ένα πλούσιο και καλά καλλιεργημένο κάμπο· στις 09:30 σταματήσαμε για μία ώρα, για να ξεκουραστούν τα μουλάρια μας. Το σημείο σκιάζονταν από πλατάνια, και κοντά σε αυτό υπήρχαν τα ερείπια ενός παλαιού πύργου, τον οποίο ο οδηγός μας ονόμασε Αρσινοΐτσι, ένα όνομα το οποίο πιθανόν διατηρήθηκε από την εποχή ακόμη των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, καθώς η Αρσινόη, αδελφή του Πτολεμαίου Λαγού, παντρεύτηκε τον Λυσίμαχο. Το υπόλοιπο του ταξιδιού μας συνεχίστηκε κατά μήκος της ροής ενός ποταμού, τα νερά του οποίου ήταν πολύ ρηχά, και τόσο έντονα διαποτισμένα με κάποιο μεταλλευτικό διάλυμα, ώστε είχαν αποκτήσει κόκκινο χρώμα· κοντά στις όχθες του βρίσκονταν διάσπαρτοι σωροί ψημένου μεταλλεύματος. Στο σημείο αυτό συναντήσαμε μία ομάδα Αλβανών προσκυνητών, κατευθυνόμενη στο Άγιον Όρος· ήταν περίπου 60 στον αριθμό, καλά οπλισμένοι και ιππεύοντες. Πριν φτάσουμε στον Νίσβορο παρατηρήσαμε μία μισοκατεστραμμένη επιγραφή στους τοίχους μιας ελληνικής εκκλησίας. Κατά την είσοδό μας στην πόλη, μας υποδέχθηκε αμέσως ο Επίσκοπος, ο οποίος ήταν ένας νέος άντρας, πολύ ταλαντούχος και εγγράμματος. Το απόγευμα επισκεφθήκαμε τα μεταλλεία αργύρου, και παρατηρήσαμε ότι η περιοχή των λόφων έχει εκσκαφθεί συστηματικά το τελευταίο διάστημα. Ο οδηγός μας πληροφόρησε ότι το υπέδαφος ήταν κούφιο σε απόσταση πολλών μιλίων τριγύρω μας. Είδαμε περίπου 100 εργάτες, οι οποίοι έσπαναν το μετάλλευμα μολύβδου, το οποίο έσυραν από τα ορυχεία, και το έλιωναν με πολύ ατημέλητο τρόπο. Το κύριο ορυχείο βρίσκεται περίπου 50 γιάρδες κάτω από την επιφάνεια· διακρίναμε 5 ή 6 κλιβάνους, των οποίων το διπλό φυσερό δουλεύει με υδροκίνηση. Συλλέγοντας πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο αυτά [τα μεταλλεία] δουλεύουν, οι παρακάτω είναι αποτέλεσμα των στοιχείων που έχουν συλλεχθεί από εμάς, σε μία συζήτηση που διεξήχθη με την βοήθεια του διερμηνέα μας.
Ένας κερδοσκόπος, ο οποίος μπορεί να μαζέψει μερικές χιλιάδες πιάστρες, αγοράζει το δικαίωμα εξόρυξης μιας συγκεκριμένης έκτασης του εδάφους για ένα χρόνο από την Υψηλή Πύλη, στην οποία ανήκουν τα δικαιώματα· μία ομάδα ή συντροφία εργατών συνοδεύουν αυτόν στην επιχείρηση. Ο ανάδοχος τότε αγοράζει τον εξοπλισμό, χτίζει φούρνους, παράγει ξυλοκάρβουνο, και αναλαμβάνει όλα τα έξοδα εργασίας του προσωπικού. Η παραγωγή της εργασίας τους στην συνέχεια χωρίζεται· όλος ο μόλυβδος αποτελεί ιδιοκτησία του Σουλτάνου, το 1/5 του οποίου παραχωρείται στον Αγά που συλλέγει τα έσοδα του Σουλτάνου. Επιπροσθέτως διατηρεί το μονοπώλιο του αργύρου, για τον οποίον από πριν έχει ορισθεί ρητά να δίνει 80 πιάστρες την οκά (κάτι λιγότερο από 3 σελίνια την ουγκιά) στην ομάδα που έχει αποκτήσει την άδεια λειτουργίας του μεταλλείου. Το συνολικό ποσό που λαμβάνεται για το ασήμι, μοιράζεται στο τέλος της χρονιάς ως ακολούθως: το 1/7 πηγαίνει στο άτομο που προκαταβάλει όλα τα λεφτά· και το υπόλοιπο στην ομάδα των εργατών, σύμφωνα με μια προκαθορισμένη κλίμακα.
Φαίνεται ωστόσο, ότι τα πλουσιότερα κοιτάσματα έχουν εξαντληθεί, και ότι τα μεταλλεία τώρα λειτουργούν σχεδόν εξαναγκαστικά. Οι εργάτες μας είπαν, με δάκρυα στα μάτια, ότι κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων ετών το μερίδιό τους δεν ξεπέρασε τους 2 παράδες την ημέρα, αλλά ότι ο Σουλτάνος επέμενε στην συνέχιση των εργασιών. Περίπου τέσσερις ή πέντε χιλιάδες οκάδες μολύβδου παράγονται αυτή τη στιγμή ετησίως, και σχεδόν 50 οκάδες αργύρου φτάνουν στο νομισματοκοπείο της Κων/πολης· αλλά ενημερωθήκαμε ότι έχει γνωστοποιηθεί πως κάποιο κοίτασμα παράγει 400 οκάδες αργύρου το χρόνο, και ότι αυτό το μετάλλευμα έχει βρεθεί μερικές φορές τόσο πλούσιο, ώστε δίνει έξι δράμια αργύρου από μία οκά (400 δράμια) μολύβδου· ωστόσο ο μέσος όρος αυτή τη στιγμή είναι περίπου 2 ½ δράμια αργύρου σε κάθε οκά μολύβδου.
22 Απριλίου. —Αφήσαμε τον Νίσβορο νωρίς το πρωί, και σε απόσταση 2 μίλίων από την πόλη προσπεράσαμε την κατοικία10 του Αγά, ο οποίος βρίσκεται σε υπερβολικά μεγάλη απόσταση από τα μεταλλεία, ώστε δεν μπορεί ο ίδιος να επιβλέπει τυχόν παρατυπίες που πιθανόν να συμβαίνουν εκεί. Στις 06:40 φτάσαμε σε μία πολύ όμορφη πεδιάδα, η οποία εκτείνεται σε απόσταση αρκετών μιλίων, καλυμμένη με την πλουσιότερη βλάστηση καθιστώντας την γραφικότατη εξαιτίας των διάσπαρτων βελανιδιών, οι οποίες φύονται μόνες τους ή και σε ομάδες, θυμίζοντας το τοπίο ενός αγγλικού πάρκου. Οι πλαγιές της πεδιάδας είναι κατηφορικές, γεμάτες με δέντρα που ακολουθούν την κλίση του εδάφους, και στις άκρες πλαισιώνονται από ψηλά βουνά, τα οποία υψώνονται το ένα πίσω από το άλλο μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα. Οι βελανιδιές σε αυτό το σημείο είναι καταλληλότατες για ναυπηγικούς σκοπούς11, ώστε έχει διαταχθεί να αποστέλλονται στα ναυπηγεία της Κωνσταντινούπολης. Ορισμένες έχουνε πέσει, αλλά καθώς θα κοστίσει 50 πιάστρες για την μεταφορά της καθεμιάς στην ακτή, πιθανόν να δωροδοκηθεί ο κυβερνητικός επιθεωρητής ώστε να αναφέρει ότι είναι ακατάλληλες για την κατασκευή πλοίων, και επομένως οι κάτοικοι της περιοχής θα γλιτώσουν από την επιπλέον αυτή φορολογία.
Στις 07:20 π.μ. προσπεράσαμε ένα χωριό το οποίο λέγεται Negeshalar12, όμορφα τοποθετημένο στην πλαγιά ενός δασωμένου λόφου· στις 08:35 σταματήσαμε στη μέση ενός δάσους με βελανιδιές, πολλές από τις οποίες είχαν πέσει πρόσφατα. Στο σημείο αυτό οι οδηγοί μας έδειξαν την προδιάθεση να παρατείνουν το ταξίδι τους με έναν ανιαρό τρόπο. Αφού προσπαθήσαμε μάταια να τους μεταπείσουμε να ξεκινήσουν, αναγκαστήκαμε να συνεχίσουμε με τα πόδια χωρίς αυτούς. Σε λιγότερο από μία ώρα φτάσαμε στη Λιαρίγγοβη13, και με δυσκολία προμηθευτήκαμε άλλους ημιονηγούς, και προσελάβαμε μία φρουρά από Αλβανούς για την προστασία της ομάδας από τους ληστές, οι οποίοι, προσποιούμενοι, λυμαίνονταν τα γειτονικά δάση. Ο κοτζάμπασης της Λιαρίγγοβης είχε υπό την δικαιοδοσία του έντεκα ακόμη πόλεις, η μεγαλύτερη από τις οποίες είχε 600 σπίτια και η μικρότερη 100· η αστυνόμευση όλων αυτών εποπτευόταν από τον ίδιο, και αυτός συνέλλεγε τους κρατικούς φόρους. Αυτή η περιοχή ανήκει σε μία από τις Σουλτάνες της Κωνσταντινούπολης, η οποία αναθέτει την τοπική διακυβέρνηση αποκλειστικά σε γηγενείς Έλληνες, αποστέλλοντας σπάνια έναν από τους Μποσταντζήδες ή σωματοφύλακές της με σκοπό την εφαρμογή των διαταγμάτων από τον Έλληνα κοτζάμπαση, όταν οι άνθρωποί του ανυποτακτούν. Φτάνοντας στην πόλη Γαλάτιστα14, η οποία διαθέτει 600 σπίτια, χωρίς κανέναν μουσουλμάνο κάτοικο, ανακαλύψαμε ότι δεν μπορούσαμε να βρούμε κάποιο κατάλυμα· ούτε το φιρμάνι του Σουλτάνου, ούτε η συστατική επιστολή του Πατριάρχη είχαν οποιαδήποτε επιρροή· επιτέλους ένας από τους φρουρούς μας, μας οδήγησε σε ένα άδειο λασπερό εξοχικό σπίτι, όπου διανυκτερεύσαμε. Στις 7 το επόμενο πρωί αφήσαμε τη Γαλάτιστα, και διασχίσαμε έναν εκτεταμένο κάμπο, και στις 09:30 φτάσαμε στο όμορφο χωριό των Βασιλικών, το οποίο έχει περίπου 150 σπίτια. Τα σπίτια απέχουν μεταξύ τους, και διαθέτουν ξεχωριστούς αμπελώνες, κήπους ή φυτείες μουριών, και όλο το μέρος διαπνέεται από έναν αέρα ευμάρειας και άνεσης, κάτι το οποίο δεν είχαμε συναντήσει από τη στιγμή που αποβιβαστήκαμε στον Άθωνα. Από την ώρα που εγκαταλείψαμε τη Λήμνο δεν είχαμε δει ούτε ένα τουρκικό σπίτι μέχρι που φτάσαμε σε αυτό το μέρος. Στις 10:30 εισήρθαμε στην απέραντη πεδιάδα, η οποία εκτείνεται μέχρι την Θεσσαλονίκη. Προσπεράσαμε ένα τουρκικό νεκροταφείο, όπου ένας αριθμός γρανιτένιων και μαρμάρινων κολώνων βρίσκονταν διασκορπισμένες γύρω μας, και μερικές στήλες οι οποίες περιείχαν σβησμένες επιγραφές, αλλά όχι από την μακρινή αρχαιότητα. Κοντά στο νεκροταφείο αυτό βρίσκεται ένας μεγάλος κωνικός λόφος ή τύμβος, και σε άλλα σημεία της πεδιάδας παρατηρήσαμε παρόμοιους σχηματισμούς, μερικούς κυκλικούς, και άλλους σε σχήμα οβάλ. Το σχήμα τους είναι τόσο συμμετρικό ώστε δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για τεχνητά υψώματα· και η ξαφνική ανύψωσή τους εν τω μέσω ενός τόσο επίπεδου κάμπου, προκαλεί έντονη αίσθηση στο μάτι. Κανένα από αυτά δεν φαίνεται να έχει ανοιχθεί".
1. Ίσως πρόκειται για ερειπωμένο πύργο της παλαιάς "μονής του Κάλυκα", η περιοχή της οποίας ανήκε στην Ι.Μ. Χελανδαρίου.
2. Στην περιοχή υπήρχε επίσης παλαιότερη μονή, η λεγόμενη “μονή των Παπαρνικίων”.
3. Η πόλη Ουρανούπολις βρισκόταν στο άνω άκρο της χερσονήσου του Άθω, κοντά στην σημερινή ομώνυμη πόλη. Ιδρύθηκε γύρω στο 300 περ. π.Χ. από τον αδερφό του βασιλιά της Μακεδονίας Κασσάνδρου, Αλέξαρχο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο Αλέξαρχος ήταν πολύ περίεργος άνθρωπος που εισήγαγε ασυνήθιστους νόμους και παράξενα έθιμα στην πόλη του. Στην Ουρανούπολη εκπαιδεύονταν νεαρές παρθένες (αφιερωμένες στην Άρτεμη) που προορίζονταν ως ιέρειες για την εξυπηρέτηση των ειδωλείων της Ελλάδος.
4. Στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρεται ως Erissos.
5. Εκτός των γηγενών Ελλήνων, και άλλοι λαοί (Αλβανοί, Τούρκοι, Κιρκάσιοι, Εβραίοι, Βούλγαροι), είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή και εργάζονταν στα γειτονικά μεταλλεία Σιδηροκαυσίων, από τον 16ο αιώνα τουλάχιστον, οι περισσότεροι για να αποφύγουν την τυραννία των Τούρκων στους τόπους τους, μια και η Χαλκιδική εκείνη την εποχή διέθετε ειδικά προνόμια, λόγω της μεταλλευτικής δραστηριότητας.
6. Πρόκειται για την τρόκνια, την οποία η γιαγιάδες μας εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν.
7. Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί μία πολύ γραφική, όσο και ενδιαφέρουσα περιγραφή των εθίμων του γάμου στην Χαλκιδική (τουλάχιστον στην Ιερισσό), κατά την περίοδο πριν την επανάσταση της Χαλκιδικής του 1821, την καταστροφή της και την μετοίκιση των κατοίκων της στην Ν. Ελλάδα, απ’ όπου πιθανόν να πήραν και άλλα ήθη και έθιμα, τα οποία “μπόλιασαν” μαζί με τα προϋπάρχοντα.
8. Πρόκειται για την ελάχιστη φορολογική μονάδα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον χανέ (σπίτι).
9. Ο Ίσβορος ή Νίσβορος είναι η σημερινή Στρατονίκη.
10. Ο Αγάς είχε ως έδρα του το χωριό Καζαντζήδες ή Μαχαλά (τα σημερινά Στάγειρα). Διέμενε μάλιστα σε έναν πύργο (κονάκι του Μαδέμ Αγά), τα ερείπια του οποίου διασώζονται στην είσοδο του σημερινού χωριού, στο πάρκο όπου βρίσκεται σήμερα ο ανδριάντας του Αριστοτέλη.
11. Από την αρχαιότητα ακόμη η ξυλεία της Χαλκιδικής χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή πολεμικών πλοίων.
12. Το Νετζεσαλάρ ή Νετζέσαλάμ ή Νετζεβλέρ, όπως συναντάται σε διάφορες πηγές, ήταν ένα παλιό χωριό της Χαλκιδικής, το οποίο δεν έχει ταυτιστεί με κάποιο σύγχρονο οικισμό. Πιθανότατα ανήκε στα μικρότερα χωριά των Σιδηροκαυσίων. Ο περιηγητής Cousinery, που πέρασε από την περιοχή το 1831, τοποθετεί το χωριό μεταξύ Γαλάτιστας και Αρναίας και αναφέρει ότι οι κάτοικοί του είναι όλοι Έλληνες και επιδίδονται με μεγάλη επιδεξιότητα στην αγγειοπλαστική, διατηρώντας μάλιστα και αρκετά μοτίβα από την αρχαιότητα. Ο Hunt, το 1801, σύμφωνα με την πορεία του, τοποθετεί το χωριό μεταξύ Αρναίας και Σταγείρων, πιθανόν βορείως του Νεοχωρίου και Παλαιοχωρίου. Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα ο περιηγητής να συγχέει το όνομα του χωριού Νετζεσαλάρ με το Νοβοσέλο (σήμερα Νεοχώρι), που σίγουρα βρίσκεται σε αυτό το σημείο της διαδρομής.
13. Στο πρωτότυπο Laregovi. Πρόκειται για τη σημερινή Αρναία.
14. Στο πρωτότυπο Gallitze.

Ταξιδιωτικές περιγραφές της Χαλκιδικής

Στο πέρασμα των αιώνων, πολλοί περιηγητές πέρασαν από την Χαλκιδική, αρκετοί από τους οποίους κατέγραψαν και στην συνέχεια εξέδωσαν τις παρατηρήσεις τους. Ιστορίες με ξεχωριστό ενδιαφέρον, μια και περιγράφουν την γεωγραφία, την ιστορία, την διαβίωση, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας. Με ξεχωριστό ύφος ο καθένας, αλλά όλες με σημείο αναφοράς την παλαιά Χαλκιδική.
Από σήμερα και στο εξής, στην συγκεκριμένη κατηγορία αναρτήσεων με τον τίτλο "Ταξιδιωτικές περιγραφές", θα παρουσιάζουμε αυτές τις ιστορίες, μετεφρασμένες φυσικά, ταξιδεύοντας όλοι μαζί σε άλλες εποχές.
Καλή ανάγνωση!

15/8/09

Πανήγυρη Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Αγίου Προδρόμου


Ο Άγιος Πρόδρομος είναι λίγο ως πολύ γνωστός σε πολύ κόσμο. Αυτό που ίσως δεν είναι και τόσο γνωστό είναι ότι η εκκλησία του χωριού δεν είναι αφιερωμένη στον αγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο, αλλά στην Παναγία, και συγκεκριμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Σήμερα λοιπόν η εκκλησία μας και το χωριό μας πανηγυρίζουν. Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες και όλες τις εορτάζουσες.

14/8/09

Συμπλοκές στην διάρκεια του Εμφυλίου

Εμφύλιος. Ένας εθνικός σπαραγμός, ένας αδελφοκτόνος πόλεμος. Άφθονο μελάνι έχει χυθεί για αυτή την περίοδο της ελληνικής ιστορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ελληνικός λαός διχάστηκε και όλες οι πλευρές είχαν το δικό τους μερίδιο ευθύνης.
Στην συγκεκριμένη ανάρτηση απλά αναφέρεται ένα περιστατικό του εμφυλίου που εκτυλίχθηκε στον Άγιο Πρόδρομο, όπως περιγράφεται σε μία εφημερίδα της εποχής, καθώς επίσης και μία μαρτυρία για τα γεγονότα των ημερών εκείνων και το κλίμα που επικρατούσε.
Εφημερίδα: Ριζοσπάστης
Τεύχος: 10142
Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 1947
ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
Δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού ενήργησαν επιθέσεις κατά των κυβερνητικών δυνάμεων μέσα στις κωμοπόλεις Άγιος Πρόδρομος και Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής. Οι αντάρτες κατόρθωσαν να μπουν ύστερα από μάχη και στις δύο κωμοπόλεις.
Αυτοκίνητα που μετέφεραν ενισχύσεις στις φρουρές του Αγίου Προδρόμου και Παλαιοκάστρου δέχθηκαν επιθέσεις των ανταρτών. Σκοτώθηκαν ένας υπενωματάρχης και δύο χωροφύλακες. Τραυματίσθηκαν ένας διοικητής λόχου και 4 χωροφύλακες. Η επίθεση αυτή έγινε σε απόσταση 500 μέτρων από την πόλη Πολύγυρος.
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Αφηγήτρια: Μαρία Ι. Σαράφη, Ειρήνη Δ. Σαράφη
Καταγραφή: Γιάννης Δ. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 04/08/2006
- Έτσι τρόμαξι η μπαμπάς σ'1, κι άρχισι να κλαίει, να τσιρίζ’, τρύπουσάμι 'πού κάτ' 'π' του τζάκ', έτσ' ικεί.
- Το τζάκι που το είχατε;
- Σντ' γκαμαρούδα 'πού πάν. Μό' ντ' γκαμαρούδα είχαμι, δεν είχαμι άλλου δουμάτιο, ένα δουμάτιο είχαμι, χρόνια του ‘χαμι... ύστιρα που παντρεύ’κι η θείους η Αλέκους2, έχτισαν κι τ' άλλου του παλιό, κι το 'φκιασι η θείους η Αλέκους.
- Και το παλιό το Σαραφάδ'κο το σπίτι ποιο ήταν, πού ήταν ο παππούς ο Μήτρης3;
- Ε, να αυτό που κάθιται τώρα η θείους η Αλέκους, αλλά ύστιρα του γκρέμ'σαν κι ξαναέφκιασαν.
- Όλο το γκρέμισαν;
- Όχ, τα ντουβάρια τα μέσα... τ' σκεπή έβγαλαν... κι με τ'ς Τούλας4 τώρα έχ, ένα ντουβάρ' είνι μι τ'ς Τούλας.
- Είναι ίδιο μέχρι κιαπέρα;
- Ίδιο είνι με τ'ς Τούλας.
- Και στο μπακάλικο τι είχατε;
- Ε, είχαμε τρόφιμα, λάδια, πετρέλαια, ζάχαρη είχι, απ' όλα τα τρόφιμα... Όταν ήρταν κι μας του πήραν [οι αντάρτες], δεν ήμασταν ικεί. Ιμείς... γιατί όταν ήρταν κι έβαλλαν οι αντάρτες στη 'στυνουμία, έβαλλαν κάτ'... μπαζούκις τα 'λιγαν, κάτ' πυρουμαχικά... έβαλλαν ικεί στη 'στυνουμία. Κι ύστιρα έσουσα τα... δεν είχαμι κι τζάμια, είχαμι... κλειστά ήταν τότι τα παράθυρα αυτά.
- Τα κανάτια5;
- Τα κανάτια. Ντουβάρ' ήταν, ντουβάρ'. Η πόρτα αυτήν που ήταν στου μπαλκόν' κι ένα παράθυρου, ήταν χτισμένα ντουβάρια, κι είχι έτσ' όπως είνι ικείνου του κάδρου φιγγίτ'. Κι ήταν τότι η καμαράρα ικείν'. Ήταν κι άχτιστην ακόμα, σανίδια δεν είχι.
- Το πρόλαβα εγώ ακόμα το κτιστό το... τη μια την πόρτα. Ήταν κτισμένη. Ύστερα τα' χαλάσαμε εμείς και την_έκανάμε παράθυρο. Από του μπάρμπα Χαϊδευτού τη μεριά, είχε μια πόρτα κι ήταν κτισμένη, απ' το μέσα μέρος... Ύστερα είχατε πάει στου μπάρμπα του Θανάσ’6 το σπίτ' εκείνο το βράδ';
- Ναι, ύστιρα έφ'γαμι απού του σπίτ', φουβήθ'καμι να μην έρτ’ν κι άλλη βραδιά, κι τρόμαζαν τα πιδιά, κι να μη πέσ' κανένα απ' τ' αυτά που έριχναν.
- Και πού πήγατε;
- Πήγαμε, σντ' μπάρμπα τ' Θανάσ'... είχι ένα χαμηλόσπιτου τότι.
- Εκεί που είναι του θείου του Μητράκου7;
- Του Χρήστου8, του Χρήστου...
- Ναι αλλά δεν ήταν ικείνου του σπίτ'... ύστιρα το 'φκιασαν. Ήταν ένα χαμηλό. Κι πήγαμι ικεί κι κ'μούμασταν.
- Ήταν και μακριά κιόλας εκεί.
- Ήταν μακριά η 'στυνουμία που έβαζαν τα όπλα, κι έβαζαν κανέναν ικεί, κι είχαν… είχι φέρ' ικείνου του βράδ' απού Σαλουνίκ' μπακαλική η παππούς.
- Πήγαινε Σαλονίκη κι έφερνε;
- Πήγινι μι του κάρου. Κι είχαμι ... ικεί που είνι η ντουλάπα τώρα ήταν παράθυρου. Και είχι κι ένα κανάτ'... Ικείνου του βράδ' δεν του 'κλεισι η μπαμπάς του κανάτ', κι οι αντάρτις τώρα που ήρταν να βά’ν ικεί στην αστυνουμία να χτυπήσ’ν, είδαν... εδώ λέει είχι μπακάλ'κου, μπακάλ'κου είχι... Κι είχι φέρ' κι φρούτα τότι, μανταρίνια, ξέρου 'γω, πορτοκάλια. Τα έβαζι απάν' στου παράθυρου έτσ' ικεί, στου ντουβάρ'... ήταν χουντρά τα ντουβάρια. Η παππούς η Μήτρης πάλι δεν κάθ’νταν σ' αυτό το σπίτ'... του παλιό, του 'χαν του παλιό ακόμα έτσ' όπους είνι... κά΄νταν ικεί γιατί οι αντάρτις τώρα άμα έβρισκαν νέοι, τ'ς επιστράτηυαν.
- Ένας Οικονόμου9 δεν ήταν απ' τον Αη-Πρόδρομο αντάρτης;
- Ε, δεν ήταν... ήταν στ'v ουργάνουση αυτός. Ήταν πιο μπρουστά... Ου θείους ου Γιάνν'ς10 ύστιρα βγήκαν... Του θείου του Μανώλ'10 τουν έδειραν τότι που παντρεύ'καμι… που ήταν μιλανιασμένους απού του ξύλου που τουν έδουσαν.
- Στο γάμο;
- Στου γάμο.
- Ποια χρονιά παντρευτήκατε;
- Το 46'. Του 1946... Κι τουν έδειραν γιατί είπι πέρασι… είχι έν' αμπέλ', μιγάλου αμπέλ' είχι έξ' στρέμματα, κι πάηνι κι να του βουλεύ' τ' αμπέλ', να μαζεύ' ό,τ' είχι, να βγάλ' του καρπό... κι τουν έλιγαν ότι πέρασαν αντάρτις κι τ'ς έδουσις ψουμί. Κι ύστιρα ξανά, που είπι θα βγω όξω λέει, δε πααίνω λέει να μι δώσ'v τόσου ξύλο, θα βγω έξω να γίνου αντάρτ'ς, λέει. Κι γι' αυτό βγήκι ύστιρα, σα όξου.
- Δεν ήταν πιο μπροστά.
- Δεν ήταν πιο μπρουστά. Ήμασταν όλοι… Κι 'γώ ήμαν ουργανουμέν', στο ΕΑΜ τότι...
- Α, ναι; Τι έφκιανες εσύ;
- Ε, να...συγκεντρώνουμάσταν κι μας έλιγαν...
- Όταν ήταν ακόμα Κατοχή;

- Δεν ήταν καλό˙ ου μπαμπάς11 δε του χώνιψι κι αυτό το... το άκρο. Ήταν δημουκράτ'ς πάντα. Τουν πάν τότι που ήταν οι αντάρτις... ΕΤΑ12, ΕΤΑ το 'λιγαν αυτό τώρα, είχι τρόφιμα, κι τα πάινι ικεί, να έχ' στου μαγαζί για να παίρν' οι αντάρτις να τρών'. Κι τουν κακουχαρακτήρισαν, ύστιρα...
- Το μπαμπά;
- Του μπαμπά.
- Και τον φώναζαν και στην αστυνομία, ε;
- Τουν φώναζαν, στην 'στυνουμία. Ύστιρα πήρι κι μένα 'π' το κουκουέδ'κου του σόι.
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Σχόλια: Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, πολλές οικογένειες από τα γύρω χωριά (Γεροπλάτανος, Σανά, Δουμπιά, Ριζά) φιλοξενήθηκαν σε σπίτια στον Άγιο Πρόδρομο για περίπου δύο χρόνια. Το χωριό μας θεωρούνταν ασφαλές την δύσκολη εκείνη περίοδο. Μία από τις οικογένειες αυτές, σύμφωνα με μαρτυρία του Ιωάννη Πλευρίτη από τον Γεροπλάτανο, είναι και η οικογένειά του, που φιλοξενήθηκε στο "Στογιαννάδ'κο το σπίτι" (Χρυσαφούδη). Εάν κάποιος γνωρίζει και για άλλες οικογένειες, μπορεί μας ενημερώσει, αφήνοντας το σχόλιό του στην συγκεκριμένη ανάρτηση.
1. Αναφέρεται στον πατέρα μου Δημήτριο Ι. Σαράφη, ο οποίος ήταν μωρό κατά τη διάρκεια των συμπλοκών. Το πατρικό σπίτι απέχει γύρω στα 50 μέτρα από το Αστυνομικό τμήμα (τότε Σταθμό Χωροφυλακής). Οι αντάρτες είχαν οχυρωθεί πίσω ακριβώς από το σπίτι, από όπου είχαν οπτική επαφή με τον σταθμό.
2. Αλέξανδρος Δ. Σαράφης, αδερφός του παππού μου.
3. Δημήτριος Χρ. Σαράφης, προπάππους μου.
4. Βενετία Σαράφη, το γένος Ουζούνη, σύζυγος Κων/νου Χρ. Σαράφη.
5. Τα παράθυρα παλαιότερα δεν είχαν τζάμια και έκλειναν με δύο ξύλινα παραθυρόφυλλα, τα λεγόμενα κανάτια.
6. Αθανάσιος Δ. Σαράφης, αδερφός του παππού μου.
7. Δημήτριος Αθ. Σαράφης.
8. Χρήστος Αθ. Σαράφης.
9. Αστέριος Οικονόμου, δάσκαλος από τον Άγιο Πρόδρομο και οργανωτικός γραμματέας του ΕΑΜ Χαλκιδικής.
10. Ιωάννης και Μανώλης Καζλάρης, αδέρφια της γιαγιάς μου, από την Γαλάτιστα.
11. Ιωάννης Δ. Σαράφης, παππούς μου, και σύζυγος της αφηγήτριας.
12. Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών του ΕΑΜ.

10/8/09

Η Μαρίτσα (Παγχαλκιδικιώτικο)

Η Μαρίτσα1
Καθημερ'νώς, όταν σε δω
μαρί Μαρίτσα μου,
καθημερ'νώς, όταν σε δω
μικρή κουκλίτσα μου,
στην πό, στην πόρτα σου να βγαίνεις. (δις)
Ανθίζεις και μοσχοβολάς
μαρί Μαρίτσα μου,
ανθίζεις και μοσχοβολάς
μικρή κουκλίτσα μου,
κι εμέ, κι εμένα με μαραίνεις. (δις)
Τέσσερα φύλλα της καρδιάς
μαρί Μαρίτσα μου,
τέσσερα φύλλα της καρδιάς
μικρή κουκλίτσα μου,
τα δυο, τα δυο τα ‘χεις παρμένα. (δις)
Και τ’ άλλα δυο μου τ’ άφησες
μαρί Μαρίτσα μου,
και τ’ άλλα δυο μου τ’ άφησες
μικρή κουκλίτσα μου,για πά, για πάντα μαραμένα. (δις)
1. Χορός συρτός, ιδιαίτερα αγαπητός σε όλη την Χαλκιδική. Το τραγούδι αυτό τραγουδούσε στο χωριό μας και ο μπαρμπα Γιάννης Χ. Σαμαράς - που όπως έχουμε πει έπαιζε λαούτο - και του άρεσε πάρα πολύ, μια και την γυναίκα του την λέγανε Μαρία.

8/8/09

Συνοδεία γαμπρού προς το σπίτι της νύφης

Στη φωτογραφία συγγενείς και φίλοι του γαμπρού Δημητρίου Αθ. Σαράφη, πηγαίνουν χορεύοντας να πάρουν την νύφη Μαρία Ι. Κρανιώτη. Από αριστερά διακρίνονται οι Γεώργιος Χρ. Κρανιώτης, Βασίλειος Αστ. Γεωργακούδης, Γεώργιος Διογ. Κρανιώτης, Αναστάσιος Μιλτ. Κυριάκος, Δημήτριος Ι. Σαράφης, Νικόλαος Κ. Κώστας, Χαρίλαος Χρ. Βατζόλας, Χρήστος Δ. Σερλής, στο ακκορντεόν ο Σωκράτης Καζλάρης από την Γαλάτιστα, Χαϊδευτός Βασ. Βερβάτης, στο βάθος ο Σταύρος Κ. Σταυρούδης, δίπλα η Μαρία Κ. Σαράφη το γένος Αθ. Σαράφη, ο γαμπρός Δημήτριος Αθ. Σαράφης και η Φυλλιά Χαρ. Βατζόλα το γένος Χαϊδ. Σαράφη. Δεξιά διακρίνονται οι μικροί Σαραφιανός Αγγ. Μαυρογιάννης και Δημήτριος Χαϊδ. Σαράφης, ενώ κάτω και αριστερά στη φωτογραφία ο Δημήτριος Ι. Σαράφης.
Ο γάμος έγινε στις 20/10/1963, όπως μας πληροφορεί και το κείμενο στην πίσω όψη της φωτογραφίας.
(Αρχείο Δημητρίου Ι. Σαράφη)

Αψιμαχίες το 1912 - Σχολική στέγη

Αφηγητής: Αλέξανδρος Δ. Σαράφης, Αικατερίνη Σαράφη
Καταγραφή: Γιάννης Δ. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 04/08/2006

- Οι Τουρκαλάδις. Κι ρουτούσαν τώρα τ’ς προέδρ’ που υπήρχαν τότι, τ’ς ιπουχής ικείνης, έχει αντάρτες έξω; Ούλα τα κλαδιά γιουμάτα! Και τι ήταν, καμιά δικαριά. Κάνα δυο-τρεις είχι απού ιδώ ια ‘που πίσου, κάτ’ Γαλατσανοί, καμιά δικαριά μαζώ’νταν. Κι είχαν τρουμουκρατηθεί. Φουβούνταν πουλύ.
- Ήταν στο σπίτι της γιαγιάς Σοφίας1;

- Τ’ς έρ’ξαν φουτιά κι τότε αναγκάσ’καν κι βγήκαν απ’ ντ’ πόρτα. Ένας-ένας κι έκαναν φύγ’ν. Δε παραδί’νταν τα σκυλιά! Μέχρι του σχολείου τ’ς σκότωσαν όλνοι. Καθώς έβγαιναν. Πέντε μονάχα πρόλαβαν και γύρ’σαν και μέσ’ στο λάκκο και γλίτωσαν.
...............................................................................................
- Το σχολειό δεν ήταν τότε ακόμη, δηλαδή.
- Δεν είχι σχολειό τότι. Του σχουλειό ήταν ιδώ που είνι η κοινότητα. Ύστερα το ‘φκιαξαν, στα χρόνια μας. Αυτό μετά το 30’ έγινε. Ενώ αυτό ήταν το 12’. Μετά το 1930 το ‘φκιασαν αυτό, το 35’ περίπου.
- Μια χρουνιά πήγα κι ιγώ ικεί.
- Εγώ δεν πήγα ικεί. Ιγώ τιλείουσα του σχολειό το 1933 και δεν πήγα ικεί.
- Στο παλίο [πήγες];
- Ε ναι, εδώ στ’ κοινότητα.
- Εδώ που είναι η κοινότητα; Το ίδιο;
- Εδώ που είναι η κοινότητα, του ίδιου.
- Όπως είναι τώρα;
- Τώρα το χώρ’σαν μέσα λιγάκ’. Απ’ τ’ν απου κάτ’ ντ’ μεριά που είν’ η γραμματέας ικεί, είνι όπως ήτανι. Τ’ απού πάν’ χώρ’σαν του δουμάτιου λιγάκ’, έφκιασαν μια κουζινούδα ικεί.
- Ιγώ πήγα κι στου Γιώρ’ του σπίτ’1, ικεί μέσα. Κι ικεί είχι σχουλείου. Είχι αίθουσα.
- Κι στ’ Γιώρ’ είχι. Ήτανι στινότιρα ικεί.
- Σε ποιο;
- Αυτό του σπίτ’ πο’ ‘χουμι αγουρασμένου που είπαμι.
- Κάτου που κάθ’νταν η γιαγιά2. Θυμάσαι; Δε θυμάσαι.
- Είχι κάτ’ η γιαγιά Σοφία ικεί.
- Τ’ θυμάσι τ’ γιαγιά πιδί μ’;
- Όχι, δεν την πρόλαβα.
- Ε πώς δεν την πρόλαβις, μωρέ.
- Το 81’ γεννήθηκα. Η γιαγιά πέθανε το 78; Δεν την προλαβα.
- Ναι, ναι. Έχ’ς δίκιου.
- Τα κουρίτσια3 μπουρεί ίσους, που είνι κι μιγαλύτιρα.
- Τα κορίτσια ναι.
- Θε’ να σι πω, ήταν όλου ένα. Θρανία είχι.
- Όπως είνι τώρα μουρε. Κάτου δεν είχι… Του είχαν σχουλείου. Ένα διάστημα.
- Δεν ξέρου γιατί. Έφκιαναν του σκουλειό τίποτε4. Κι στου Μουρφουλά ιδώ ‘πού κατ’.
- Κάτι έφκιαναν.
- Κι ιδώ. Πηγαίναμι θυμάμι ιδώ ‘πού κάτ’.
- Μέχρι να φκιάσουν το σχολειό.
- Ο παπάς5 που κάθιτι τώρα.
- Είχι πιδιά πουλλά τότι.
- Αλλά είχι πουλλοί μαθηταί. Πουλλοί είχι.
- Να μην ήταν χώρια αγόρια-κορίτσια ή όλοι μαζι;
- Μαζί, όλοι μαζί ήμασταν, αλλά τάξεις είχι. Τάξεις.
- Αυτά γίν’νταν στα γυμνάσια. Τάξεις είχι, Τρίτ’-Τετάρτ’, Πρώτ’-Δηυτέρα, Πέμπτ’-Έκτ’, αυτά ήταν.
- Είχι πουλλά πιδιά. Ικατό πιδιά ήμασταν.
- Τριτάξιο ήταν.
- Τότε είχε παιδιά. Το χωριό γεμάτο.
- Είχι πιδιά. Το 1920 που γιννήθ’κα ιγώ, ήμασταν 22 γιννημέν’, πιδιά, κουρίτσια-αγόρια, περισσότερο αγόρια, ίδια ηλικία.
- Τότε θα πάαιναν φαντάροι και θα ήταν ένα τσούρμο.
- Ναι τόσοι ήμασταν ημείς κι έμεινα τώρα ιγώ κι ικείνους η Ζαχαριάς, η παππούς, αλλά είν’τους καταΐ. Η ηλικία όλ’ πέθαναν. Πολλά χρόνια Γιάνν’. Μιγάλουσάμ’ πουλύ…
1. Οικία Γεωργίου και Σοφίας Σαράφη, η οποία παλαιότερα ήταν χάνι με το όνομα "Βακούφ'κο χάνι".
2. Μορφούλα Σαράφη, μητέρα του αφηγητή.
3. Οι αδερφές μου, Μαρία και Ευαγγελία Σαράφη.
4. Το παλαιό σχολείο που ήταν στο σημερινό κτίριο της κοινότητας, κάηκε κατά λάθος από κάποιους μαθητές που είχαν αναλάβει το άναμμα της σόμπας.
5. Ο ιερέας Εμμανουήλ Καχαγιάς διέμενε τα τελευταία χρόνια στο σπίτι του Μορφουλά.