Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη (Ολύνθιο) ποταμό να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 17 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

28/8/09

Το πανηγύρι του Αγίου Προδρόμου

Ενθύμιο του πανηγυριού του Αγ. Προδρόμου. Από αριστερά διακρίνονται οι Θωμάς Δ. Οζούνης, Αλέξανδρος Κ. Χαλικιάς και Δημήτριος Ι. Σαράφης.
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Τέλη Αυγούστου. Το καλοκαίρι βρίσκεται στο τέλος του και οι πρώτες βροχές που έπεσαν μετά της Παναγίας δρόσισαν κι άλλο την ατμόσφαιρα. Ευκαιρία για βόλτες με τα ποδήλατα.
- Πού θα πάμε σήμερα ρε παιδιά;
- Το ρωτάς; Πού αλλού; Στον Αη-Πρόδρομο, στο ξωκλήσι. Άκουσα ότι ήρθαν οι πραματιές κι άρχισαν να στήνουν. Αύριο είναι παραμονή...
Όρτσα στο πετάλι και φύγαμε. Το εξωκλήσι δεν είναι και πολύ μακριά, μόνο κανα-δυο χιλιόμετρα. Μια μεγάλη παρέα πιτσιρικάδων με ποδήλατα στον "δημόσιο δρόμο", σωστός πανικός.
Δεν αργήσαμε να φτάσουμε. Περάσαμε το ποτάμι και παρκάραμε τα ποδήλατα, το ένα δίπλα από το άλλο μπροστά από την εκκλησία. Οι πραματευτάδες είχαν ήδη φτάσει και έστηναν τους πάγκους τους στην αλάνα μπροστά από την εκκλησία, κάτω από τα ψηλά δέντρα. Ουάου! Προσπαθούσαμε να φανταστούμε τι κρύβουν εκείνες οι θεόρατες, στα παιδικά μάτια μας, κούτες. Αυτοκινητάκια, στρατιωτάκια, σπαθιά και πιστόλια, κούκλες. Όλο και κάτι θα μας αγόραζε η μάνα μας, δεν μπορεί...
Την παραμονή θα έρχονταν πολλοί άρχοντες του τόπου, ο Δεσπότης απ' την Αρναία για τον εσπερινό και πλήθος κόσμου. Λίγο παραπέρα οι οικονομάδες του πανηγυριού επιδίδονταν σε διάφορες εργασίες. Όλα έπρεπε να είναι έτοιμα για την παραμονή και την ημέρα του πανηγυριού της εκκλησίας, προς τιμήν του αποκεφαλισμού του Τιμίου Προδρόμου. Καθάριζαν και έπλεναν τα καζάνια, τα οποία τις προηγούμενες μέρες είχαν γανωθεί καλά, έσκαβαν τρύπες στο χώμα για την φωτιά, κουβαλούσαν ξύλα και κάρβουνα, στόλιζαν την εκκλησία και το προαύλιο.
Αφού ήπιαμε λίγο από το αγίασμα, το οποίο τότε ακόμη έβγαινε με φυσικό τρόπο κάτω από την εκκλησία, βρέξαμε το ηλιοκαμένο κεφάλι μας και καθίσαμε στο πεζούλι να ξεκουραστούμε. Χαζεύαμε τα κέρματα που είχε ρίξει ο κόσμος μέσα στην διπλανή δεξαμενή, κάνοντας ευχές. Στο παιδικό μας μυαλό τα απαστράπτοντα νομίσματα φάνταζαν σωστός θησαυρός.
- Έχετε δει την πατημασιά του αγίου; είπε κάποιος απ' την παρέα.
- Και το μπαστούνι του, συμπλήρωσε ένας άλλος.
- Πού ρε; Πάμε να δούμε.
Σηκωθήκαμε και τρέξαμε γρήγορα, με τα πόδια να φτάνουν ως την πλάτη, πίσω από το εξωκλήσι, στα βράχια. Εκεί πάνω στις μεγάλες πέτρες, σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, άφησε την πατημασιά του ο άγιος περνώντας από την περιοχή! Με λίγη φαντασία, την οποία διαθέταμε άφθονη στα παιδικά μας χρόνια, βλέπαμε πατημασιές, μπαστούνια, το αποτύπωμα ενός χεριού κ.ά. Καθίσαμε λίγη ώρα εκεί, ώσπου:
- Λέτε να ήρθαν τα συγκρουόμενα στο χωριό; είπε κάποιος, που μάλλον είχε βαρεθεί την τρεχάλα.
Χωρίς πολύ σκέψη, τροχάδην πάλι, καβαλήσαμε τα ποδήλατά μας και βουρ για το χωριό. Κάθε χρόνο ερχόταν ένας γκριζομάλλης κύριος από τις Σέρρες με συγκρουόμενα. Έτσι και εκείνη την χρονιά, δεν θα μπορούσε να λείπει από το ραντεβού του. Είχε φτάσει με ένα θεόρατο φορτηγό και ξεφόρτωνε τα αυτοκινητάκια δίπλα από την γέφυρα του χωριού. Πανικός! Σήμερα το βράδυ θα κάναμε βόλτες, αν μας άφηναν οι μανάδες μας, κυρίως τους μικρότερους. Κι αν μας τύχαινε και κανένα "αμορτί", θα κάναμε και καμιά τζάμπα γύρα...
Απέναντι από τα αυτοκινητάκια ερχόταν ένας άλλος κύριος και έστηνε "τα καραβάκια". Μια πελώρια κατασκευή, με δυο-τρεις βάρκες στη μέση, οι οποίες κουνιούνταν με τη βοήθεια δύο σχοινιών. Τέλεια! Όλα βαίνουν καλώς! Γυρίσαμε στα σπίτια μας.
Την επόμενη μέρα ήταν η παραμονή. Η μάνα μας από νωρίς το απόγευμα μας έντυσε με τα καλά μας ρούχα. Γιορτή έχουμε! Είχαν έρθει και πολλοί συγγενείς από τα γύρω χωριά. Στις 18:30 χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας.
- Γρήγορα. Θ' αρχίσει η περιφορά κι εμείς θα είμαστε ακόμη σπίτι. Πολλές φορές μάλιστα την προλαβαίναμε στην μέση, όταν περνούσε κάτω από το σπίτι μας.
Φτάσαμε στην εκκλησία. Πλήθος πιστών περίμεναν στο προαύλιο για να αρχίσει η περιφορά των εικόνων. Στην εκκλησία του χωριού, είχαν έρθει και πολλοί παπάδες από τα γύρω χωριά. Χαιρετήσαμε φίλους και γνωστούς, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει από την Θεσσαλονίκη όπου είχαν εγκατασταθεί μόνιμα, και ξεκινήσαμε. Μπροστά στην περιφορά τα λάβαρα, η εικόνα του αγίου και άλλες εικόνες, τις οποίες κρατούσαν μικρά παιδιά, πίσω τους οι κληρικοί, ακολουθούμενοι από ένα πλήθος πιστών. Η Τροχαία είχε ήδη κλείσει τον δρόμο στους διερχόμενους οδηγούς.
Η απόσταση μέχρι το εξωκλήσι ήταν γύρω στα 2 χιλιόμετρα. Έβλεπες μαμάδες με τα καροτσάκια, φασαριόζικα πιτσιρίκια που με τις φωνές τους "χαλούσαν" την ιερότητα της στιγμής, παππούδες και γιαγιάδες με τα μπαστουνάκια τους, που με δυσκολία περπατούσαν αλλά ήθελαν να παν με τα πόδια, "για το καλό".
- Να βουθάει η Αη-Πρόδρομους να είμεστε γεροί να πάμι κι τ' χρόν!
Μετά από μία ώρα φτάσαμε στο εξωκλήσι. Η πομπή μπήκε στον χώρο όχι από τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο εξωκλήσι, αλλά από τον άλλο, τον παλιό, τον χωματόδρομο στο πλάι. Οι φρεσκοκαμμένες καλαμιές των χωραφιών είχαν γεμίσει με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Πανζουρλισμός! Οι πραματιές είχαν στηθεί, οι γεννήτριες είχαν πάρει μπροστά, οι πάγκοι έτοιμοι. Τα ψημένα καλαμπόκια και το "μαλλί της γριάς" σου έσπαναν την μύτη.
- Αργότερα, αργότερα. Θα πάρουμε και λουκουμάδες.
Η πομπή έφτασε στην εκκλησία, η οποία είχε καθαριστεί και στολιστεί, με προσωπικό μόχθο των οικονομάδων, με σημαιάκια. Άρχισε ο εσπερινός. Από τα παλαιά εκείνα κωνικά μεγάφωνα η λειτουργία μεταδίδονταν στους πιστούς που βρίσκονταν στο προαύλιο, μια και δεν χωρούσαν όλοι να μπουν μέσα στο εκκλησάκι. Περνούσαμε μπροστά από τις εικόνες, που είχαν τοποθετηθεί στο προαύλιο, χαιρετούσαμε κι ανάβαμε ένα κεράκι σε εκείνα τα τεράστια κηροπήγια με άμμο. Εκείνο που μου είχε κάνει εντύπωση είναι ότι δεν προλάβαινες να ανάψεις το κερί, και σχεδόν αμέσως τα μάζευαν για να μπουν άλλα στην θέση τους. Άραγε προλάβαινε ο άγιος να δει ότι άναψα κι εγώ ένα κερί, αναρωτιόμουν! Προτού να μπούμε στην εκκλησία μας έραναν με αγίασμα, και άλλες φορές με κολώνια, συνήθως "Μυρτώ"!
Μόλις τελείωνε ο εσπερινός, τον οποίο σχεδόν ποτέ δεν παρακολουθούσαμε ολόκληρο εμείς οι πιτσιρικάδες, ερχόταν η ώρα των αγορών. Ψάχναμε όλες τις πραματιές, σταμπάραμε αυτό που μας άρεσε - και κανένα φθηνότερο για ώρα ανάγκης - και αρχίζαμε τα παρακάλια στους γονείς μας. Συνήθως δεν μας χαλούσαν το χατίρι, αρκεί να μην ήμασταν υπερβολικοί. Εκείνη την χρονιά είχα σταμπάρει κι ένα ακριβό ηλεκτρονικό παιχνίδι, που φάνταζε στα μάτια μου σωστός υπολογιστής!
- Του χρόνου, είπα! Θα κρατήσω λεφτά από τα κάλαντα που θα πω τα Χριστούγεννα και θα το πάρω!
Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Αφού δοκιμάσαμε στα πεταχτά και λαχταριστούς λουκουμάδες, ξεκινήσαμε. Είχε ήδη βραδιάσει. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, κατακόκκινο, δέσποζε στον ουρανό, φωτίζοντας τα βήματά μας. Χιλιάδες αστέρια το συνόδευαν σ' αυτή του την μεγαλοπρέπεια.
Φτάσαμε στο χωριό. Ο πατέρας μου είχε επιστρέψει με το αυτοκίνητο, φέρνοντας πίσω τους παππούδες μας και άλλους συγγενείς. Αξιώθηκαν και φέτος να πάνε στο πανηγύρι. Για την επόμενη χρονιά, έχει ο Θεός...
Ετοιμαστήκαμε για την βραδινή μας έξοδο. Κατεβαίνοντας για τα καφενεία, "στην πιάτσα", έβλεπες εκατοντάδες κόσμο με τα καλά τους ρούχα να σουλατσάρουν πέρα-δώθε, χαζεύοντας τις πραματιές που αυτή τη φορά είχαν στηθεί κατά μήκος του δρόμου. Τα καφενεία είχαν αρχίσει όλα να γεμίζουν με κόσμο. Αυτή την ημέρα είχαν όλα ορχήστρες για το γλέντι που θα επακολουθούσε. Βέβαια έκαναν την εμφάνισή τους και πλανόδιοι μουσικοί, με νταούλια και ζουρνάδες, οι οποίοι έρχονταν από την περιοχή των Σερρών, δίνοντας ένα άλλο χρώμα στη διασκέδαση.
Λίγο παραπέρα, πάγκοι με σπόρια, μαλλί της γριάς, ψημένες "κουκ'νάρες" (καλαμπόκια), "μπουμπούλες" (ποπ-κορν) κ.ά. Παραδίπλα, ένας πάγκος με βελάκια και μία ρουλέτα, για να τζογάρουν στο "μαύρο-κόκκινο" οι πιο μερακλήδες, και λίγο πιο κει μία κυρία που διαφήμιζε το δικό της παιχνίδι:
- Πέντε κρίκοι στο χιλιάρικο. Περάστε κόσμε, να δοκιμάσετε την τύχη σας. Έλα καλέ κύριε. Είσαι και ψηλός, σίγουρα θα πετύχεις κανένα μπουκάλι με τους κρίκους!
Το παιχνίδι ήταν μια στρόγγυλη περιφραγμένη κατασκευή, στο κέντρο της οποίας υπήρχε πάνω σε ένα τραπέζι μία στοίβα από αραδιασμένα μπουκάλια με ποτά. Πλήρωνες, έπαιρνες 5 συνήθως στρόγγυλους κρίκους, και προσπαθούσες ρίχνοντάς τους να τους περάσεις σε κάποιο μπουκάλι. Φαινόταν πολύ εύκολο, αλλά πραγματικά δεν ήταν.
Αμέσως μετά ήταν τα καραβάκια, όπου πήγαιναν συνήθως μικρά παιδιά, αλλά και μεγαλύτερα που έδιναν τόση φόρα στις βάρκες, ώστε οι ιδιοκτήτες τους κατέβαζαν αμέσως. Απέναντι, τα συγκρουόμενα με τα χιλιάδες λαμπιόνια τους, γεμάτα από πιτσιρικάδες αλλά και μεγαλύτερους, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητές τους στην οδήγηση. Υπήρχαν και οι φιγουρατζήδες, που το "κατείχαν" το άθλημα, και οδηγούσαν με το ένα χέρι, έκαναν "μπαντιλίκια", έβγαζαν το πόδι και έδιναν περισσότερη φόρα κτλ. Άλλωστε τα κορίτσια βρίσκονταν λίγο παραδίπλα, θαυμάζοντας την επιδεξιότητά τους! Άλλα πάλι πιτσιρίκια, τα οποία είχαν φάει όλα τα λεφτά που τους είχαν δώσει οι μανάδες τους, είχαν τον νου τους μήπως παραπέσει καμία μάρκα και την πάρουν για ακόμη μία βόλτα. Μεγάλο κόλλημα τα συγκρουόμενα!
Μετά απ' όλα αυτά ήρθε η ώρα για το φαγητό. Όλες οι ταβέρνες ήτανε αυτή την ημέρα γεμάτες, και έτοιμες να εξυπηρετήσουν τις εκατοντάδες ντόπιων και επισκεπτών. Τα ηχεία ήταν στημένα από το απόγευμα και οι ορχήστρες είχαν αρχίσει χαλαρά το πρόγραμμά τους. Οι πιο εγκρατείς από τους πελάτες δεν έτρωγαν κρέας, λόγω της νηστείας της ημέρας, αλλά οι περισσότεροι "το έδιναν και καταλάβαινε". Και γλέντι, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Οι νέοι πήγαιναν στην συνέχεια και στα μπαράκια που υπήρχαν ή είχαν ανοίξει στο χωριό λόγω των ημερών. Κι εκεί γινόταν χαμός. Σημείο συνάντησης παλιών φίλων και γνωστών, κατάλληλο μέρος για νέες γνωριμίες και εφηβικούς έρωτες...
Την επόμενη μέρα το πρωί, και αφού οι περισσότεροι προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους από το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας, ξυπνούσαν για να πάνε στο πανηγύρι.
Ξυπνήσαμε κι εμείς κι ετοιμαστήκαμε. Οι μανάδες μας είχαν ετοιμάσει ήδη και εκλεκτούς μεζέδες, τους οποίους θα παίρναμε στο πανηγύρι. Είχαν βρει και καθαρίσει χαλιά, κουρελούδες, χαϊμαλιά, και οι πατεράδες μας τα φόρτωναν στα αυτοκίνητα. Ξεκινήσαμε, με το αυτοκίνητο αυτή την φορά, το οποίο χρειαζόταν να κάνει αρκετά δρομολόγια για να μεταφέρει όλα τα πράγματα και τον κόσμο.
Φτάσαμε. Στην μεγάλη αλάνα του πανηγυριού έβλεπες πολυμελείς παρέες συγγενών και φίλων, καθισμένες γύρω από ένα μεγάλο χαλί, γεμάτο με πιατάκια με μεζέδες, τσίπουρο, ρετσίνα. Άλλοι πάλι, όπως εμείς, τριγυρνούσαν με τα πράγματά τους στα χέρια, αναζητώντας το κατάλληλο μέρος για να "στρατοπεδεύσουν". Βρήκαμε ένα άνοιγμα και καθίσαμε. Τυχεροί! Συνήθως αυτοί που δεν έβρισκαν μέρος, ενσωματώνονταν στις άλλες παρέες. Άλλωστε σχεδόν όλοι ήταν συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί. Ευκαιρία να ειδωθούν όλοι μαζί, να τα πούνε, να χορέψουν, να γλεντήσουν, ακόμη και να συγχωρεθούν παλιές διχόνιες, διαφωνίες και προστριβές. Το πανηγύρι ενώνει τους ανθρώπους.
Στην εκκλησία εξακολουθούσε η πανηγυρική θεία λειτουργία. Οι οικονομάδες του πανηγυριού, οι οποίοι όλο το βράδυ έβραζαν στα καζάνια την καθιερωμένη φασολάδα, ήταν ήδη έτοιμοι.
- Σώνε παπά, θα την τσικνίσουμε την φασολάδα!
Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η φασολάδα μοιράζονταν σε όλο τον κόσμο. Γυναίκες με τα ταπεράκια πηγαινοέρχονταν για να φέρουν το "αγιασμένο φαγητό" σε όλους. Οι μανάδες μας έφεραν την φασολάδα. Από λίγο, για να φτάσει για όλους. Έτσι, "για τ' αντέτ'". Συνέχεια είχαν τα υπόλοιπα μεζεδάκια και ποτά. Είχαν αρχίσει και οι πλανόδιοι μουσικοί να παίζουν και το γλέντι φούντωσε. Από παρέα σε παρέα, για να κάνουν σε όλους το χατίρι.
Μετά από πολύωρο γλέντι όλοι επέστρεφαν στο χωριό. Μαζέψαμε "τα υπάρχοντά μας" και επιστρέψαμε πίσω. Τώρα κάναμε όνειρα για την επόμενη χρονιά, τι δώρο θα αγοράζαμε, τι ώρα θα επιστρέφαμε στο σπίτι την παραμονή, αν θα βλέπαμε όλους τους φίλους και γνωστούς μας στο πανηγύρι...
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Σήμερα, παραμονή του αποκεφαλισμού του Τιμίου Προδρόμου, το χωριό μας για ακόμη μία φορά γιορτάζει. Στις 18:00 περίπου αρχίζει η περιφορά των εικόνων μέχρι το εξωκλήσι του αγίου, και αύριο ανήμερα του πανηγυριού, θα τελεσθεί το πρωί η θεία λειτουργία. Μέσα στο χωριό βέβαια, αλλά και στο εξωκλήσι, σήμερα παραμονή, μετά τον εσπερινό, αρχίζει το γλέντι.
Να είστε όλοι εκεί!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου