Ο Άγιος Πρόδρομος, βρίσκεται στην κεντρική Χαλκιδική. Απέχει από την πρωτεύουσα, τον Πολύγυρο, μόλις 14 km. και από την Θεσσαλονίκη 50 km. Μετά την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας, υπάγεται στον Δήμο Πολυγύρου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό κατοικείται από 452 κατοίκους, οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία, την εστίαση και τουρισμό, ή εργάζονται στα μεταλλεία Γερακινής (και παλαιότερα στου Βάβδου).

Η γραφική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένος ο Άγιος Πρόδρομος, με τον Ρεσετνικιώτη ποταμό - ή Τρανό λάκκο, ο οποίος αποτελεί μία από τις πηγές του Ολύνθιου - να διαρρέει το χωριό, τα παραδοσιακά σπίτια και την αναπαλαιωμένη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (χτισμένη το 1851), το καθιστούν πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στις παραδοσιακές ταβέρνες - 9 στον αριθμό - ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί το πασίγνωστο σουβλάκι Αγίου Προδρόμου, παραδοσιακό ψωμί και γλυκά, μέλι, καφέ κτλ.

Σημαντικές εορτές αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, το πανηγύρι στο εξωκλήσι του Αγίου Προδρόμου στις 28-29 Αυγούστου, το οποίο μάλιστα από τα παλαιά χρόνια συγκέντρωνε πλήθος πιστών, το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, του Αη-Γιώργη, του Αη-Λια, της Αγ. Άννας.

Στην μακραίωνη ιστορία του, στο χωριό έχουν διασωθεί και πολλά έθιμα, όπως “Οι Φουταροί”, που ψάλουν τα τοπικά κάλαντα την παραμονή των Θεοφανείων, “Οι φουτχιές” που ανάβουν στις πλατείες του χωριού την παραμονή της Γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στις 23 Ιουνίου, το παραδοσιακό μασκάρεμα των παιδιών τις Απόκριες, η λιτανεία της ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και άλλα πιο ξεχασμένα, όπως “Οι Λαζαρίνες”, “Το έθιμο της σ’χωρήσεως”.

30/6/10

Η πατόζα

Συγγραφέας: Χρήστος Ι. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος

Η πατόζα
Εκείνη η χρονιά ήταν “καλοχρονιά”. Η άνοιξη ήταν βροχερή και φύτρωσαν καλά όλα τα “γεννήματα”. Το καλοκαίρι μπήκε ήπιο και γλυκό. Τις τελευταίες μέρες του Ιούνη φύσηξαν θαλασσινοί νοτιάδες, αύρες, διευκολύνοντας τους άγουρους ακόμα σπόρους να “δέσουν” όλο το γάλα. Μέστωσαν και βάρυναν τα στάχια. Δεν ήρθε φέτος ο “Λίβας” όπως άλλες χρονιές, που στο πέρασμά του κατάκαιε τα πάντα.
Ο θαλπερός και λαμπερός ήλιος του Ιούλη σιγόψησε αργά-αργά τα στάχια κάνοντας τα χωράφια να μοιάζουν με απέραντες στιλπνίζουσες χρυσοθάλασσες. Η σοδειά προοιωνίζονταν πλούσια και καλή. Γι’ αυτό φέτος ήρθαν και περισσότερες πατόζες. Ανάμεσά τους κι η πατόζα του Καπούλα κάπου απ’ τη Χαλάστρα.
Κάποιος μεσίτης του μίλησε για μένα. Ήρθε στον πατέρα μου και με ζήτησε για δουλειά. Μόλις είχα τελειώσει το δημοτικό. Τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια είχα δουλέψει στην πρέσα, τη μηχανή που έφτιαχνε το άχυρο μπάλες. Έκοβα τα σύρματα που δέναν τις μπάλες, σχετικά εύκολη δουλειά, συνήθως κάτω από τον ίσκιο των δέντρων που αφθονούσαν στ’ αλώνια.
- Κυρ-Γιάννη θέλω τον γιό σου τον Χρήστο για δουλειά. Έμαθα ότι είναι καλός δουλευτής. Μη στενοχωριέσαι, θα περάσουμε καλά.
Ο πατέρας μου συλλογίστηκε κάμποση ώρα ταλαντευόμενος, ώσπου να δώσει απάντηση.
- Τι δουλειά θα κάνει κυρ-Νίκο; ρώτησε τον Καπούλα “υιό”.
- Καταρχήν θα τον βάλουμε κουβαλητή, να φέρνει τα δεμάτια μέχρι την ταινία. Εύκολη σχετικά δουλειά, κι άμα δυναμώσει κι άλλο του χρόνου θα τον κάνω ταϊστή.
- Δεν είναι μικρός ακόμα γι’ αυτή τη δουλειά κυρ-Νίκο; έκανε ο πατέρας.
- Κυρ-Γιάννη, το παιδί σου το βλέπω πως είναι γεροδεμένο, έκανε αυτός, καθώς εγώ προσπαθούσα να “κάνω σώμα” φουσκώνοντας τα τρυφερά μου στήθια και τα ασχημάτιστα ακόμα μπράτσα μου, γιατί την ήθελα αυτή τη δουλειά.
Το μεροκάματο ήταν “γερό”, σαράντα δραχμές την μέρα. Πέρυσι δεν έβγαζα ούτε τα μισά. Φέτος εξάλλου είχαν αυξηθεί και τα έξοδά μου, καθώς ήδη “κυκλοφορούσα στην πιάτσα” τα βραδάκια διασκεδάζοντας με τα φιλαράκια. Χώρια που τον Σεπτέμβρη θα πήγαινα στο γυμνάσιο και χρειαζόμασταν χρήματα.
- Εξάλλου κυρ-Γιάννη, έκανε ο υιός Καπούλας, θα δουλεύει με βάρδιες ανά τέσσερις ώρες, οπότε θα ξεκουράζεται στο ενδιάμεσο.
- Ε, άμα είναι έτσι τότες άιντε πάρτονε και καλή συνεργασία, έκανε ο πατέρας μου αποβάλλοντας και το τελευταίο ίχνος δισταγμού. Και να τον προσέχεις, συμπλήρωσε.
Λίγο η υπερένταση, λίγο η αγωνία κι ο φόβος για το αν θα μπορέσω ν’ ανταποκριθώ σ’ αυτή την άγνωστη καινούρια δουλειά, με κράτησαν ξάγρυπνο ολονυχτίς. Σηκώθηκα κατά τις έξι κοντά στο γλυκοχάραμα, τότες που η ανατολή μαγεύει με τα χρώματά της τον κόσμο. Θ’ άρχιζα δουλειά οκτώ με δώδεκα, εν συνεχεία θα έκανα παύση για τέσσερις ώρες και θα συνέχιζα έτσι μ’ αυτόν τον κύκλο εργασίας όλο το 24ωρο, επειδή η πατόζα δούλευε και την νύχτα.
Κατά τις επτά η ώρα κίνησα για “τ’ απουπέρα τ’ αλώνια” όπου αλώνιζε η πατόζα. Με υποδέχτηκε η προηγούμενη βάρδια και με καλωσόρισε ο υιός Καπούλας, το αφεντικό.
- Βρε καλώς το παλικάρι! Ήρθες κιόλας λεβέντη μου; έκανε τ’ αφεντικό, ενώ οι ηλικιωμένοι εργάτες άρχισαν να με πειράζουν.
- Για να δούμε παλικαράκι, θα μπορείς να σηκώνεις τα δεμάτια που είναι μεγαλύτερα από σένα;
Άρχισα να περιεργάζομαι την πατόζα μέχρι να ‘ρθει η ώρα της βάρδιάς μου. “Αντίκρα” απ’ τη μηχανή δούλευε ασταμάτητα ένα μεγάλο, δυνατό τρακτέρ “Bella Russe” που μ’ έναν μεγάλο ιμάντα μετέφερε κίνηση μέσω μιας τροχαλίας, στην μηχανή. Απάνω στον ξύλινο σκελετό της μηχανής πολλοί μικροί και μεγάλοι ιμάντες με τις αντίστοιχες τροχαλίες μοίραζαν τη δύναμη του τρακτέρ, κάνοντάς την να σείεται ολόκληρη, λες και επρόκειτο ν’ απογειωθεί. Η όλη κίνηση της μηχανής προκαλούσε με τις δονήσεις της ένα απερίγραπτο βουητό, σαν σμήνος από χιλιάδες μέλισσες που ξεχύθηκαν για τον επιούσιο, δημιουργώντας μια φανταστική, σχεδόν υπερκόσμια ατμόσφαιρα.
Δύο εργάτες “κουβαλητές” άρπαζαν με τα γερά δυνατά τους χέρια τα “δεμάτια” από τη “θυμωνιά” σέρνοντάς τα, ένα στο κάθε χέρι, μέχρι την ταινία που έπαιρνε κίνηση από τη μηχανή. Δυο άλλοι “ταϊστές” πάνω στο “στόμα” της μηχανής, τα έκοβαν γρήγορα-γρήγορα μ’ ένα πριονωτό γυριστό κλειδομάχαιρο ταΐζοντάς την συνεχώς με τα στάχυα των δεματιών.
Κάτω και μπροστά στη μηχανή ο “παραλήπτης” με γρήγορους κι επιδέξιους χειρισμούς πάνω σε διάφορους “λεβιέδες” γέμιζε τα σακιά, αλλού το σιτάρι, αλλού η γήρα, αλλού τα “σούσαλα”. Σε μια ζυγαριά εδάφους ο υιός Καπούλας μετρούσε τη σοδειά, καταγράφοντάς την σ’ ένα μεγάλο τεφτέρι πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Στιβαροί και γεροδεμένοι χωρικοί - συνήθως συγγενείς, γειτόνοι και φίλοι του εκάστοτε παραγωγού - φόρτωναν τα σακιά στα ρωμαλέα ασπρόμαυρα άλογα και μουλάρια, για να τα μεταφέρουν οι μικροί στο χωριό, όπου περίμεναν άλλοι για να τ’ αδειάσουν στ’ αμπάρια.
Οι άνθρωποι τότες ήταν αγαθοί κι απλοϊκοί ακόμα, και βοηθιόντουσαν σ’ όλα τα δύσκολα της αγροτικής ζωής, κι ο αλωνισμός ήταν ένας μεγάλος, τιτάνιος σχεδόν αγώνας. Εξάλλου πολλές φορές τους άκουγα να λένε: “Θέρος, κούρος, τρύγος, πόλεμος”.
Τρέχοντας με καλπασμό, γαντζωμένοι πάνω στ’ άλογα, οι μικροί γύριζαν πολύ γρήγορα πίσω για να παραλάβουν τη καινούρια “φουρνιά” τσουβάλια. Πάνω στη μηχανή ένας μακρύς, γυριστός σαν ανάποδη πίπα καπνού σωλήνας (χωνί) ξερνούσε το άχυρο μέσα στον “αχυρώνα” ώσπου να γεμίσει. Πολλές φορές οι πιτσιρικάδες βοηθούσαν να “πληρωθεί” καλά ο αχυρώνας σπρώχνοντας τα άχυρα με τα δικράνια. Ο μηχανικός της πατόζας αφού αλφάδιαζε κάθε φορά τη μηχανή και το τρακτέρ ώστε η κίνηση να μεταδίδεται ομαλά για να μη βγει ο ιμάντας κατά τη λειτουργία της, όπως συχνά συνέβαινε, περιτριγύριζε τη μηχανή παρακολουθώντας μέχρι και την τελευταία της τροχαλία. Μια “γαστέρα” ρακί άλλαζε χέρια συνοδεύοντας τις ευχές για καλύτερη σοδειά.
- Άιντε! Εις υγείαν και του χρόνου περ’σσότερο.
Άρχισα με μεράκι και δύναμη να μεταφέρω τα δεμάτια μαζί με τον γαμπρό στην αδερφή μου Σταύρο. Πριν καλά-καλά προκάνουν ν’ αδειάσουν στη μηχανή οι “ταϊστές”, εγώ τους έστελνα τα επόμενα “δεμάτια” τόσο γρήγορα που άρχισαν να μ’ αποπαίρνουν.
- Σιγά-σιγά βρεεε! Δεν προλαβαίνουμε!
- Με ρέγουλα Χρήστο. Δεν χρειάζεται βιάση. Κάτσε λιγάκι ν’ ανασάνεις γιατί θα κουραστείς γρήγορα,
μου συνέστησε ο Σταύρος, αλλά πού να τον ακούσω. Πήρα φόρα πια. Η αδρεναλίνη στο κατακόρυφο.
- Αυτή ήταν η δύσκολη δουλειά που μου λέγανε; Ούτε που τη λογαριάζω πια.
Πέρασε έτσι δυναμικά το πρώτο παρθενικό τετράωρο, γεμίζοντας τα ακόμη τρυφερά μου στήθια περηφάνια και σιγουριά. Κατά τη μία το μεσημέρι, χαζεύοντας εδώ κι εκεί, έφθασα στο σπίτι. Η μάνα μου έπλενε ασταμάτητα σε μία μεγάλη σκάφη. Ήμαστε μεγάλη οικογένεια. Στην “φουφού” σιγοέβραζε το φαγητό. Κατά τις δύο επιτέλους στρώθηκε το τραπέζι.
Στις τρεισήμισι αφού ξάπλωσα για κανένα τεταρτάκι, κίνησα για “τ’ απουπέρα τα’ αλώνια” για τη βάρδια 16:00 – 20:00. Με την ίδια δύναμη και σιγουριά συνέχισα απτόητος και τη δεύτερη βάρδια. Το βραδάκι κατέβηκα μια βόλτα στα καφενεία. Αντάμωσα με τα φιλαράκια. Ήπιαμε αναψυκτικά. Με ρώτησαν για την δουλειά. Γεμάτος περηφάνια τους εξιστόρησα τα τεκταινόμενα. Γρήγορα-γρήγορα άλλαξα ρούχα, τι η ώρα είχε περάσει επικίνδυνα κι ίσα που πρόλαβα ακριβώς στις δώδεκα τα μεσάνυχτα να είμαι στο “πόστο” μου. Η μηχανή είχε ανάψει τα φώτα.
Όσο περνούσε η ώρα το κορμί βάραινε, τα βλέφαρά μου με δυσκολία τα κρατούσα ανοιχτά. Κάπου-κάπου πήγαινε να με πάρει ο ύπνος, αλλά τιναζόμουν απότομα, έπαιρνα βαθειά ανάσα ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια, και φουσκώνοντας τα στήθια, τα γέμιζα με αέρα. Η μονοτονία του βουητού της μηχανής θαρρείς παρέλυε το νευρικό σου σύστημα και σε παρέδινε αμαχητί στην ύπουλα επικίνδυνη αγκαλιά του Μορφέα. Τέλος πάντων, την πάλεψα κι αυτή τη βάρδια αρκετά δυνατά.
Κατά τις πέντε η ώρα – η νύχτα βαστούσε καλά ακόμα – έπεσα εξαντλημένος στο κρεβάτι, αλλά που να με πάρει ο ύπνος. Συγκλονισμένος από τον “κάματο” της δουλειάς, μάταια προσπαθούσα ν’ αποφύγω τον αβάσταχτο εφιάλτη της μηχανής. Σαν ταινία σ’ επανάληψη έβλεπα στα ελάχιστα λεπτά που με τύλιγε ο ύπνος, την μηχανή με τα φώτα, το βουητό, τις τροχαλίες, τους ιμάντες, όλα σε μια κίνηση “αέναη”, ακατάπαυστη, αιώνια θαρρείς, και πάνω σ’ όλα και απ’ όλα να κυριαρχεί το ανεβατόρι (ταινία) κι εγώ να σέρνω αγχωτικά, σπασμωδικά και γρήγορα τα δεμάτια μη και δεν προκάμω, τι πάνω στο στόμα της διαβολομηχανής περίμεναν οι άγγελοι του Βελζεβούλ, οι ταϊστές με τα γυριστά πριονωτά κλειδομάχαιρα να με πάρουν το κεφάλι. Αν υπάρχει κόλαση, κάπως έτσι θα πρέπει να είναι, σκεφτόμουνα καθώς πεταγόμουν απάνω για ν’ αποφύγω τον εφιάλτη. Σηκώθηκα κατά τις επτά και κίνησα πάλι μ’ ενθουσιασμό παρόλα αυτά για την πατόζα.
Πέρασαν έτσι δυο-τρία εικοσιτετράωρα με δυο ώρες ύπνο όλο κι όλο.
Το μεσημέρι της τέταρτης μέρας, ξαγρυπνισμένος και σακατεμένος από τη δουλειά κίνησα για το σπίτι, σέρνοντας κυριολεκτικά τα κουρασμένα πόδια μου μετά το τέλος της βάρδιας, όταν με συναπάντησε φουριόζα και λαχανιασμένη μια μεσήλικη γυναίκα.
- Έλα καλό μου παλικάρι να με βοηθήσεις λίγο ν’ αδειάσουμε στ’ αμπάρι το “γένν’μα”, ο άντρας μου θα ‘ρθει το βράδυ και φοβάμαι μη βρέξει.
Το ‘χε συνήθειο και χούι, κατά πως λένε, ν’ αγγαρεύει όποιον βρει πρόχειρο μπροστά της, και μάλιστα τα παιδαρέλια.
- Ωχ ρε θεια! Είμαι πτώμα. Έχω τρία μερόνυχτα να κοιμηθώ, έκανα προσπαθώντας ν’ αποφύγω το “πικρό τούτο ποτήρι”, και τα πόδια μου κατέρρευσαν απ’ την κούραση.
- Άντε Χρηστάκου μ’ και θα σε πληρώσω καλά. Ύστερα εσύ είσαι γερό παλικάρι και είσαι καλό παιδί και είμαστε και συγγενείς, το ξέρεις; ξανάρχισε τις γαλιφιές. Τέλος πάντων μ’ έφερε στο φιλότιμο.
Τα σακιά ήταν από κείνα τα μεγάλα χειροποίητα, τα αποκαλούμενα “χαράρια”, που έπαιρναν ακόμα και 120 οκάδες φορτίο, δυσανάλογα μεγάλο με το μικρό κι αδύνατο ακόμη σώμα μου. Έσφιξα τα δόντια και μαζί τους όλο το σώμα και συνεπικουρούμενος απ’ τη θεια Α., σαν άλλος Άτλαντας που κουβαλάει τη γη στους ώμους του, ανέβηκα με προσοχή τα τρία ξύλινα σκαλοπατάκια κι άδειασα με προσοχή το πρώτο σακί στ’ αμπάρι. Συνέχισα έτσι ώσπου κάποτε ολοκλήρωσα την αποστολή μου. Ικανοποιημένη η θεια Α. με κέρασε βανίλια και μ’ έδωσε κι ένα τάλιρο.
Κατά τις δύο η ώρα έφθασα επιτέλους στο σπίτι “παλαμοδέρνοντας” από την υπερβολική κούραση. Η μάνα μου μόλις είχε τελειώσει το φούρνισμα του ψωμιού. Το φαγητό αργούσε ακόμα να ετοιμασθεί. Κατά τις τρεις επιτέλους έφαγα λίγο ανόρεκτα κι έπεσα κατάκοπος να κοιμηθώ. Τα τρυφερά κι άγουρα ακόμη χέρια μου πονούσαν από την υπερβολική κούραση κι ένας μυρμηγκιαστός γλυκός πόνος άρχιζε από τις γεμάτο φουσκάλες παλάμες μου κι ανέβαινε γαργαλιστός στους βραχίονες για να καταλήξει βαρύς σαν πέλεκυς πάνω στις ασχημάτιστες ακόμα ωμοπλάτες μου. Άγριες σουβλιές τρυπούσαν τα κατάκοπα πόδια μου και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει από την ένταση τη μεγάλη. Αβάσταχτη κι ανείπωτη οδύνη κατέλαβε όλο το τρυφερό ακόμη “είναι” μου και μ’ έκανε να ξεστομίσω απελπισμένος, κιοτής για πρώτη ίσως και τελευταία φορά στη ζωή μου:
- Θεέ μου! Γιατί γεννήθηκα; Έτσι θα είναι η ζωή μου; Μια άβυσσος απελπισίας γεμάτη πόνους κι αγκάθια;
Καλύτερα να πέθαινα εδώ και τώρα, συλλογιόμουνα, όταν το βλέμμα μου έπεσε τυχαία σε μια εικόνα που είχε η μάνα μου δίπλα στο εικονοστάσι, “Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών”, και άνοιξα έναν αόριστο διάλογο με τον ίδιο τον Ιησού:
- Και συ Χριστέ μου, που είσαι και γιος του Θεού, και συ λίγνεψες αναλογιζόμενος τα μαρτύρια του Σταυρού και ζήτησες “Απελθέτω το ποτήριον τούτο απ’ εμού” από τον Πατέρα σου! Τι περιμένεις λοιπόν από μένα που είμαι ένα τίποτα μπροστά σου;
Σαν να μου φάνηκε ότι τα μάτια του κινήθηκαν στιγμιαία και το βλέμμα του έγινε αυστηρό στην αρχή και ελπιδοφόρα γλυκό μετά από λίγο. Ντράπηκα και δάκρυσα για την αδυναμία μου, για τις σκέψεις μου, για την “ΠΤΩΣΗ ΜΟΥ” απέναντι στο δώρο της ζωής, κι ορκίστηκα να μη ξανακιοτέψω στη ζωή μου.
Συνέχισα τ’ απόγευμα τη βάρδιά μου απτόητος. Μάλιστα “σαν από μηχανής θεός” η μηχανή (πατόζα) έπαθε κάποια βλάβη στις τροχαλίες της κι έτσι ώσπου να επισκευαστεί πέρασε ένα εικοσιτετράωρο, χρόνος ικανός για να ξεκουραστώ και ν’ αναλάβω δυνάμεις.
Από τότε θα κάνω πολλές δύσκολες και σκληρότατες εργασίες στη ζωή μου, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμησα, τηρώντας τον όρκο που έδωσα.

26/6/10

Διαφορά Δημητρίου Παπαθανασίου και Μαριγώς Βλάχου (1889)

Εισαγωγή
Άλλο ένα έγγραφο από το πολύτιμο αρχείο της Επισκοπής Αρδαμερίου. Πρόκειται για πρακτικό της συνεδρίασης του δικαστηρίου της επισκοπής Αρδαμερίου, το οποίο συγκλήθηκε για να εκδικάσει την συζυγική διαφορά μεταξύ του Δημητρίου Παπαθανασίου από τα Ρεσιτνίκια (Άγιο Πρόδρομο) και της Μαριγώς Βλάχου από τα Συπουτνίκια (Ριζά). Η συνεδρίαση έλαβε χώρα την 19η Μαΐου 1889.
Το έγγραφο έχει ως εξής:
Εν Γαλατίστη σήμερον την δεκάτην ενάτην του μηνός Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού ενάτου ημέραν δε της εβδομάδος σάββατον και ώραν μετά μεσημβρίαν ενάτην το δικαστήριον της ιεράς επισκοπής συγκείμενον από του προέδρου επισκόπου Αρδαμερίου Κωνσταντίου και των παρέδρων Οικονόμου Παπαβασιλείου, παπαΘεοδώρου, παπαΑθανασίου, Δημητρίου Δούκα, Κώνστα Πολύζου και Γεωργίου Βούρδα συνήλθεν εις τακτικήν συνεδρίαν εν τη αιθούση της ιεράς επισκοπής όπως θεωρήση και δικάση την υφισταμένην συζυγικήν διαφοράν μεταξύ του ενάγοντος Δημητρίου Παπαθανασίου εκ Ρεσιτνικίων και της εναγομένης Μαριγώς Κωνσταντίνου Βλάχου εκ Συποτνικίων. Και πρώτον μεν ανεγνώσθη η από 12ης του μηνός Μαΐου του ενεστώτος έτους αναφορά του ειρημένου εν η υπενθύμιζεν ότι και καλά τον παρελθόντα Σεπτέμβριον ανεφέρθη ότι προ ενός έτους νυμφευθείς την ρηθείσαν Μαριγών επί επτά μήνας συνέζησε μετ' αυτής ειρηνικώς, ακολούθως όμως καταραδιουργηθείσα αύτη υπό του εξ αδελφής αυτής γαμβρού Ιωάννου Τζιαρέλα και τον μητρόθεν θείου Χαϊδευτού Πρασά δια καταχθονίους σκοπούς και εξαπατηθείσα ότι ηδύνατο αύτη ίνα τη μεσιτεία ταύτων υπανδρευθή καταλληλότερον νέον δήθεν, πράγματι δε όπως κερδαίνοντες νεαρόν κατατρώγωσι την περιουσίαν ταύτης ως κηδεμόνες και διαχειρισταί αυτής, ήρξατο τρέχειν εν τήδε κακείσε και δεν επεριορίζετο εν τη συζυγική οικία και δεν εθεώρει τούτον ως σύζυγον ως και πρότεραν και εκαιροφυλάκει να εύρη καιρόν και ανέλθη παρά τω αδελφώ αυτής όπου και πρότερον διετέλει όπερ και κατώρθωσεν. Επειδή δε έκτοτε αύτη εν ουδενί παρεδέξατο επανελθείν παρ' αυτώ και συζήση καίτοι μεταχειρίσθη διαφόρους φίλους και συγγενείς, η δε τότε ταχθείσα εξάμηνος τοπική διάστασις προ πολλού έληξε και αύτη ουδαμώς διανοείται να επιστρέψη, δια ταύτα εξαιτείται την κανονικήν απ' αυτής διάζυξιν.
Συμπαρισταμένη δε και αύτη και ερωτηθείσα τίνος ένεκα δεν επανήρχετο παρά τω συζύγω αυτής προήβαλε διαφόρους λόγους και προφάσεις και ότι επειδή ούτος κακομεταχειρίζετο ταύτην και συνεχώς έδερε και δίκην κτήνους εθεώρει, δια τούτο ηδυνάτει ίνα μεθ' αυτού συζήση ουδ' αν τι γένοιτο, διό και αύτη επέμενεν εις την από τούτου διάζευξιν. Το δικαστήριον όμως ακούσαν αμφοτέρων των εκθέσεων και μη ευρίσκον λόγους αποχρώντας διαζεύξεως απεφάσισεν ίνα ο τυπικός χωρισμός παραταθή επί τρεις ως έξι μήνας.
Ενεκρίθησαν και απεφασίσθησαν αυθημερόν.
Ο πρόεδρος
Αρδαμερίου Κωνστάντιος
Οι πάρεδροι
Οικονόμος παπα Βασίλειος
παπα Θεόδωρος
παπα αθανάσιος

24/6/10

Τ' Αη-Γιαννιού

Χθες, παραμονή του γενέθλιου του Τιμίου Προδρόμου, στο χωριό μας αναβίωσε και πάλι το έθιμο του Αη-Γιάννη. Μετά τον εσπερινό, στον οποίο χοροστάτησε ο δεσπότης της Ι.Μ. Ιερισσού & Αρδαμερίου κ.κ. Νικόδημος, πλήθος κόσμου κατευθύνθηκε στο προαύλιο του παλαιού δημοτικού σχολείου.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού είχε ετοιμάσει τον χώρο, τοποθετώντας καθίσματα και προσφέροντας στους παρευρισκόμενους διάφορα εδέσματα. Στη συνέχεια τα παιδικά τμήματα του χορευτικού του συλλόγου παρουσίασαν με μεγάλη επιτυχία χορούς από όλη την Ελλάδα.

Η φωτιά άναψε, φωτίζοντας το κρύο βράδυ. Μικροί-μεγάλοι, τηρώντας το προαιώνιο έθιμο, ο ένας μετά τον άλλο, περνούσαν πάνω από την φωτιά - τρεις φορές όπως προστάζει η παράδοση - δίνοντας την υπόσχεση ότι το έθιμο θα επαναληφθεί και την επόμενη χρονιά, με τη φράση "Και τ' χρόν'". Στο τέλος κάηκαν στη φωτιά και τα στεφάνια που είχε φτιάξει ο κόσμος από το φυτό του "Αη-Γιάνν'".

Καθ' όλη την διάρκεια των εκδηλώσεων, ο χώρος του λαογραφικού μουσείου εντός του παλαιού δημοτικού σχολείου ήταν ανοιχτός, δίνοντας την ευκαιρία τόσο στους επισκέπτες, όσο και στους χωριανούς να θυμηθούν ή να γνωρίσουν εποχές αλλοτινές.
Συγχαρητήρια λοιπόν σε όλους όσους συμμετείχαν για να λάβει σάρκα και οστά αυτή η πολύ ωραία εκδήλωση.

19/6/10

Αίτημα κτηνοτρόφων Αγιοπροδρομιτών (1930)

Εφημερίδα: Φωνή της Χαλκιδικής
Τεύχος: 18
Ημερομηνία: 17 Αυγούστου 1930
ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ
Κατά την εις "Ζερβοχώρια" περιοδείαν μας παρουσιάσθη εν Αγίω Προδρόμω ενώπιον του Νομάρχου επιτροπή κτηνοτρόφων και εζήτησε προς αποφυγήν της καταστροφής της κτηνοτροφίας χιμαζομένης και εκ της ελλείψεως βοσκησίμων τόπων, την μείωσιν του επί των κτηνών επιβαλλομένου φόρου. Ο κ. Νομάρχης απήντησε τονίζων το αδύνατον της παραδοχής του αιτήματος τούτου, υπεσχέθη όμως την διενέργειαν των δεόντων δια την τμηματικήν είσπραξιν του εν λόγω φόρου.
Αλλ' ως φαίνεται ουδέν εγένετο και η κτηνοτρόφοι προσάγονται βιαίως δια την καταβολήν του φόρου. Νομίζομεν ότι είναι ακόμη καιρός να επέμβη η Νομαρχία προς λήξιν του τόσον ανακουφιστικού δια τους κτηνοτρόφους μέτρου της τμηματικής καταβολής του εν λόγω φόρου.

11/5/10

Πανηγύρι Αγίου Χριστοφόρου (09-05-2010)

29/4/10

Του νιο τουν ήρθι μήνυμα

Του νιο τουν ήρθι μήνυμα (του γάμου)

Ερ, τουν νιο τουν ήρθι μήνυμα
να πάει μακρύ ταξίδι.
Κι του ταξίδι, γεια σ' γαμπρέ μου, γειά σ'

κι του ταξίδι ήταν μακρύ
κι η νιος ξαγρυπνισμένος.

Να τουν ξυπνήσου μι νιρο
φουβούμι μην κρυώσει.
Να τουν ξυπνήσου μι κρασί,
φουβούμι μη μιθύσει.

Θα τουν ξυπνήσου μι φιλί.

24/4/10

Ο μπαρμπα-Κιρκόρ (Χρήστος Ι. Σαράφης)

Συγγραφέας: Χρήστος Ι. Σαράφης
Τόπος: Άγιος Πρόδρομος
Ημερομηνία: 1994

Ο μπάρμπα-Κιρκόρ
Είχαμε σηκωθεί από νωρίς με τ’ αδέλφια μου να φτιάξουμε τους αετούς μας. Ήταν η “Καθαρή Δευτέρα” και δεν βλέπαμε την ώρα που θ’ ανεβαίναμε ψηλά στο “Αλωνούδι”, ένα όμορφο ύψωμα απέναντι από το χωριό, για να τους πετάξουμε. Ετοιμάσαμε τα καλάμια και κόψαμε το χαρτί. Κάπου όμως δεν μας έβγαινε σωστά, μας έλειπε δε κι η κόλλα.
- Να πάμε στον Κιρκόρ, είπε ο Δημήτρης.
- Και δεν πάμε, συμφωνήσαμε εγώ με τον Γιώργο. Αυτός έχει όλα τα σύνεργα, έχει και την κόλλα.
Πράγματι κάθε φορά που μας χρειαζόταν κάτι να κολλήσουμε, τρέχαμε στον Κιρκόρ και μας εξυπηρετούσε.
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Ε, μπάρμπα Κιρκόρ!
Πέρασαν δυο-τρία λεπτά και να σου ξεπρόβαλε απ’ τη μικρή πορτούλα γλυκά-γλυκά με το έξυπνο χαμόγελό του ο Κιρκόρ. Θα ‘ταν γύρω στα πενήντα πάνω-κάτω. Κοντός, παχουλός, μ’ ένα ολοστρόγγυλο καλοκάγαθο πρόσωπο, ελαφρώς γαμψή μύτη και δυο σπινθηροβόλα καστανά μάτια. Ένα μικρό μουστακάκι κάθετα κομμένο στο πάνω χείλος του μικρού σχετικά στόματός του συμπλήρωνε την εικόνα του.
- Τι θέλετε βρε Σαραφούδια; μας πείραξε.
- Τον αετό μας μπάρμπα Κιρκόρ… και του εξηγήσαμε τι θέλαμε.
- Εντάξει. Έγινε, μας αποκρίθηκε κι άρχισε το έργο του παίρνοντας τα σύνεργά του: κόλλες, ψαλίδια, μαχαίρια.
Ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα και Αρμένος στην καταγωγή. Βασανισμένος κι αυτός όπως κι ο λαός του. Είχε χάσει μάνα, πατέρα κι αδέρφια στην γενοκτονία του λαού του από τους Νεότουρκους. Κυνηγημένος κατάφερε να περάσει στην Ελλάδα και να βρεθεί στο χωριό μας. Το χωριό τον καλοδέχτηκε και εντάχθηκε γρήγορα στη μικρή μας κοινωνία. Καθώς ήταν καλός οδηγός, έμπειρος και ταλαντούχος, τον πήραν στη δούλεψή τους οι Μαυρογιάννηδες σ’ ένα από τα φορτηγά τους. Κάτι όμως έπαθαν τα πόδια του και μισοανάπηρος πια άνοιξε τσαγκαράδικο στο χωριό με τις οικονομίες που είχε μαζέψει.
Ένα μικρό δωματιάκι τρία επί τρία ήταν το μαγαζί του μαζί με όλο το νοικοκυριό. Στη μέση ο πάγκος με όλα τα σύνεργα της τέχνης του, σε μια άκρη το μονόκλινο ντιβάνι και πίσω από μια πρόχειρη κουρτίνα η κουζίνα με τον τενεκεδένιο νιπτήρα, τα πιατικά, το καμινέτο του καφέ και την γκαζιέρα για φαγητό.
Λόγω του παράξενου ονόματος (το αρμένικο μικρό του όνομα Κιρκόρ, στην ελληνική μεταφράζεται ως Γρηγόρης) και της διαφοράς του ως προς το ντύσιμο, την ομιλία και το επάγγελμα σε σύγκριση με τους συγχωριανούς μας που ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι, καθιερώθηκε στο χωριό μας ως ο Κιρκόρ. Έτσι χωρίς επίθετο ή άλλα παρατσούκλια.
Εμείς όμως οι μικροί κάθε φορά που θέλαμε να του ζητήσουμε μια χάρη τον αποκαλούσαμε μπάρμπα Κιρκόρ. Προσθέταμε και το μπάρμπα, για να του δώσουμε μεγαλοπρέπεια, μπας και δεν μας κάνει τα χατίρια. Κι ήταν πολλά αυτά. Από το κόλλημα των βιβλίων και των αετών με την “κααζίνη”, εκείνη την κόλλα με την έντονη μυρωδιά, μέχρι το μπάλωμα των πάντα τρύπιων υποδημάτων μας. Για αμοιβή αντί να πληρώσουμε μας γέμιζε τις τσέπες καραμέλες και σταφίδες.
Αγαπούσε όλα τα παιδιά, μα κι αυτά τον λάτρευαν γιατί ήταν αγνός σαν παιδί. Είχε ξεχάσει να μεγαλώσει. Η ψυχή του έμεινε παιδική. Δεν την άγγιξε ο πόλεμος, το μίσος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, το συμφέρον.
Τα Χριστούγεννα μ’ ένα ξύλινο βαλιτσάκι, που μέσα είχε ένα μικρό χωνάκι και μια χειροκίνητη μηχανούλα όμορφα τοποθετημένη και πεντακάθαρη, περιδιάβαινε τα σπίτια και μας “γέμιζε” τα λουκάνικα. Οι γονείς μας τον πλήρωναν τις περισσότερες φορές σε είδος.
Καθώς κατείχε καλά τις γεύσεις της Ανατολής λόγω καταγωγής, έφτιαχνε πολύ ωραίο παστουρμά. Τον συνόδευε πάντα με το τσίπουρο που κερνούσε στους μεγάλους, όσο αυτοί περίμεναν να τους φτιάξει τα παπούτσια.
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Φχαριστούμε μπάρμπα Κιρκόρ!
- Να ‘στε καλά Σαραφούδια.
Και καθώς φεύγαμε ευχαριστημένοι μας ξεπροβοδούσε:
- Θα σας βλέπω από δω κάτω. Α να δω, θα πιάσει τόπο η κόλλα να πετάξετε ψηλα; Άιντε καλή επιτυχία…
Τον ξανάδα το 1966 στη Θεσσαλονίκη, όταν πήγα στο 7ο Λύκειο. Απ’ το ’58 και μετά άρχισαν να αδειάζουν τα χωριά. Οι αγρότες απηυδισμένοι από τη φτώχεια, τις ατυχίες, τις θεομηνίες, τα χρέη και τα κομματικά μίση, κατάλοιπα του εμφυλίου, άδειαζαν κυριολεκτικά τα χωριά. Ολάκερες οικογένειες πουλούσαν όσο-όσο χωράφια, ζώα, σπίτια κι αναζητούσαν καλύτερη τύχη στην πόλη, στην οικοδομή, εργάτες στα εργοστάσια, στις υπηρεσίες καθαριότητας του δήμου και στη νεοφερμένη ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ. Οι νεότεροι και πιο τολμηροί κινούσαν μακρύτερα για τις φάμπρικες της Γερμανίας, τις στοές του Βελγίου, τη μακρινή Αυστραλία, την Αμερική.
Ερήμωσε η ύπαιθρος. Έφυγαν τα νιάτα. Έφυγαν τα παραγωγικά χέρια. Λιγόστεψαν τα παιδιά, σώπασαν κι οι γειτονιές απ’ τα χαρούμενα γέλια και ξεφωνητά. Λιγόστεψε το μεροκάματο και για τον Κιρκόρ. Μάζεψε τα λίγα του υπάρχοντα και φτου κι απ’ την αρχή. Πάνω που ‘χε βρει λιμάνι ν’ αράξει, πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Για να μη χάσει όμως την επαφή με το χωριό μας, που τόσο πολύ τ’ αγάπησε, νοίκιασε μια τρύπα πίσω από το πρακτορείο Χαλκιδικής, μέσα στη στοά Χορτιάτη. Δεν μπορούσα να τον φανταστώ να ζει αλλού παρά μέσα στην πολύβουη αυτή αγορά, όπου σ’ ένα μέρος της πουλούσαν φρούτα και λαχανικά και στο υπόλοιπο βίωναν τον αγώνα τους λευκοσιδηρουργεία, επιπλοποιεία, ουζερί και πατσατζίδικα.
Εκεί μέσα ο Κιρκόρ ξανάχτισε το βασίλειό του. Ο πάγκος με τις πρόκες, τα ματσακόνια, τα παράξενα μισομάχαιρα της τσαγκαράδικης τέχνης, το μονό ντιβάνι στη γωνία και πίσω απ’ την κουρτίνα η κουζίνα. Πηγαίναμε που και που αμούστακα παλικαράκια πια στα δεκαοχτώ-είκοσι και τον κάναμε συντροφιά. Μας κερνούσε τσίπουρο που το συνόδευε σχεδόν πάντα με παστουρμά και καραμανλίδικα. Μας αράδιαζε ανέκδοτα, διηγιόταν ιστορίες και αστειευόταν με όλους μας. Δεν είχε χάσει το χιούμορ του.
Πέρασαν χρόνια. Χαθήκαμε. Άλλοι για σπουδές, άλλοι φαντάροι, άλλοι δουλειές και οικογένεια, αραίωσαν οι επισκέψεις στο φτωχομάγαζο του Κιρκόρ. Κάποτε έμαθα ότι πέθανε από καρδιά ήρεμα κι απλά όπως έζησε…
- Μπάρμπα Κιρκόρ! Ε, μπάρμπα Κιρκόρ! Θα σε θυμόμαστε πάντα.